Με τον Καρυοφύλλη Δοϊτσίδη στην Καρωτή Διδυμοτείχου &
με τον Χρόνη Αηδονίδη στην Αλεξανδρούπολη
Αγαπητοί αναγνώστες, το πολιτιστικό ιστολόγιο Νότες Λογοτεχνίας ολοκλήρωσε τον κύκλο του. Ξεκίνησε το 2009, ως μια προέκταση της ομώνυμης μουσικής ραδιοφωνικής εκπομπής που έκανα από το 1999 έως το 2022 σε ιδιωτικούς ραδιοφωνικούς σταθμούς της Θράκης.
Αυτά τα 17 χρόνια δημοσιεύτηκαν στο blog πάνω από 1.000 αναρτήσεις που αφορούν συνεντεύξεις και αφιερώματα σε σημαντικούς καλλιτέχνες και δημιουργούς, παρουσιάσεις δίσκων - βιβλίων - εικαστικών εκθέσεων, μουσικά ρεπορτάζ, ιστορίες τραγουδιών, βιβλιοκρισίες και λογοτεχνικές εργασίες, άρθρα κοινωνικού περιεχομένου, κ.λπ.
Η αλήθεια είναι πως δόθηκε περισσότερη βάση, όχι τυχαία, στην παρουσίαση και ανάδειξη Θρακιωτών (και ειδικά των Εβριτών) προσωπικοτήτων της μουσικής και του ελληνικού τραγουδιού. Χαίρομαι πραγματικά που πρόλαβα να κάνω με τους περισσότερους, αν όχι με όλους, ολοκληρωμένες συνεντεύξεις οι οποίες δημοσιεύτηκαν όχι μόνο εδώ, αλλά και σε τοπικές εφημερίδες - περιοδικά και ιστοσελίδες (κυρίως της Θράκης, λόγω εντοπιότητας).
Για να τιμήσω τους ίδιους, αλλά και τον χρόνο και τον κόπο μου... συγκέντρωσα τις σχετικές δημοσιεύσεις σ' αυτή την τελευταία ανάρτηση.
(σπάνια και ιστορική φωτογραφία από το αρχείο της Θεοπούλας και Λαμπριάννας Δοϊτσίδη)
Ας ξεκινήσουμε με τους γίγαντες της θρακιώτικης μουσικής παράδοσης. Υπάρχουν στις Νότες Λογοτεχνίας δύο συνεντεύξεις με τον Χρόνη Αηδονίδη: Η πρώτη (ΕΔΩ) έγινε το 2010 και ήταν μια κοινή συνέντευξη με τη Νεκταρία Καραντζή που έγινε μέσω τηλεφώνου και ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και η δεύτερη (ΕΔΩ) το 2011 όταν συναντηθήκαμε από κοντά στην Αλεξανδρούπολη. Έναν χρόνο αργότερα, το καλοκαίρι του 2012 πήγα στην Καρωτή και κάναμε από κοντά μια εφ' όλης της ύλης συνέντευξη με τον Καρυοφύλλη Δοϊτσίδη (ΕΔΩ). Αρκετά χρόνια αργότερα, την άνοιξη του 2025, συνάντησα τις κόρες του στην Αθήνα και κάναμε την πρώτη εφ' όλης της ύλης κοινή συνέντευξή τους. Η Θεοπούλα και η Λαμπριάννα Δοϊτσίδη είναι ΕΔΩ!
Την ίδια εποχή μού έδωσε συνέντευξη και ο μαθητής του Καρυοφύλλη και του Χρόνη, ο Βαγγέλης Δημούδης (ΕΔΩ), αλλά και ο κορυφαίος βιολιστής της Σαμοθράκης, Κυριάκος Στεργίου (ΕΔΩ) που συναντηθήκαμε στο σπίτι του στην Αλεξανδρούπολη λίγους μήνες πριν φύγει από τη ζωή. Στο πανέμορφο νησί του νομού Έβρου, γεννήθηκαν και μεγάλωσαν οι ξαδέρφες Ζωή Τηγανούρια (ΕΔΩ & ΕΔΩ) και Γιώτα Τηγανούρια (ΕΔΩ), η κάθε μία με την δική της ξεχωριστή πορεία στο χώρο της μουσικής.
Ιδιαίτερη περίπτωση στο χώρο της θρακιώτικης μουσικής παράδοσης αποτελεί ο παπά - Παναγιώτης Νικίδης από τον Βόρειο Έβρο. Το πρόσφατο αφιέρωμά του ΕΔΩ!
Πριν από όλες τις παραπάνω συνεντεύξεις, όμως, η πρώτη μεγάλη συνέντευξη με Θρακιώτη καλλιτέχνη, είναι αυτή με τον σπουδαίο Εβρίτη (από το ιστορικό Σουφλί) τραγουδοποιό Θανάση Γκαϊφύλλια (ΕΔΩ & ΕΔΩ) που έγινε πριν 17 χρόνια ακριβώς, την άνοιξη του 2009 στην Κομοτηνή, όπου και ζει από τα έξι του χρόνια έως σήμερα, μ' ένα μικρό διάλειμμα τη δεκαετία του '70 όπου ζούσε στην Αθήνα.
Στο πλαίσιο της πολιτιστικής ανθρωπογεωγραφίας του Νομού Έβρου και κατεβαίνοντας από το Σουφλί στην Αλεξανδρούπολη, συνάντησα στα Κοίλα Φερών τον αείμνηστο λαϊκό στιχουργό Λευτέρη Χαψιάδη (ΕΔΩ), ο οποίος και μου παραχώρησε την πρώτη του μεγάλη συνέντευξη σε διαδικτυακό μέσο.
Η Αλεξανδρούπολη έχει βγάλει πολλά μουσικά ταλέντα! Ένα από τα πρώτα ήταν ο λαϊκός μουσικοσυνθέτης Στράτος Βαλλιάνος που προσφάτως του έκανα ένα αφιέρωμα (ΕΔΩ), αλλά και ο εμπνευσμένος δημιουργός Σάκης Τσιλίκης (ΕΔΩ), ένας από τους καλύτερους συνθέτες του ελληνικού θεάτρου (παιδικού και ενηλίκων) και της οθόνης, με αξιοσημείωτη προσωπική δισκογραφική εργογραφία.
Από τον χώρο της λόγιας και κλασικής μουσικής, ξεχωριστή θέση κατέχει η πιανίστα και επί πολλά χρόνια διευθύντρια του Δημοτικού Ωδείου Αλεξανδρούπολης, Μερόπη Κολλάρου (ΕΔΩ), ο πιανίστας και συνθέτης Αθανάσιος Τρικούπης (ΕΔΩ), ο κιθαρίστας Γιάννης Γιαγουρτάς (ΕΔΩ), η ερμηνεύτρια Στέλλα Αδαμίδου (ΕΔΩ). Και οι τέσσερις Αλεξανδρουπολίτες!
Ο συνθέτης και γιατρός Αθανάσιος Σίμογλου (ΕΔΩ) και ο αείμνηστος τενόρος Νίκος Χατζηνικολάου (ΕΔΩ) γεννήθηκαν και μεγάλωσαν στο Διδυμότειχο.
Στον χώρο του σύγχρονου ελληνικού τραγουδιού, ξεχωρίζουμε τις συνεντεύξεις με τον μουσικοσυνθέτη Κωνσταντίνο Κάλλια (ΕΔΩ & ΕΔΩ), με την τραγουδοποιό Σοφία Κουρτίδου (ΕΔΩ), με την τραγουδοποιό Τζένη Χατζοπούλου (ΕΔΩ) με τον στιχουργό Χρήστο Σταυρακούδη (ΕΔΩ), με τον μουσικό και τραγουδιστή Αλέξανδρο Κεβόπουλο (ΕΔΩ) -όλοι από Αλεξανδρούπολη-, με τον τραγουδοποιό Μιχάλη Ηλιάσκο (ΕΔΩ) από τον ακριτικό Πέπλο του Νομού Έβρου και άλλους που ίσως ξεχνάω (χίλια συγγνώμη, θα επανέλθω αν χρειαστεί). Από το ίδιο χωριό είναι και μία ξεχωριστή περίπτωση στιχουργού, ο Περικλής Ρεΐζης (ΕΔΩ) με θαυμάσια δείγματα γραφής!
Για όλα τα προαναφερθέντα ονόματα, εκτός από συνεντεύξεις, θα βρείτε και άλλα άρθρα που τους αφορούν, όπως ιστορίες δίσκων και τραγουδιών, μουσικά φωτορεπορτάζ, κείμενα που έγραψαν άλλοι γι' αυτούς, κ.λπ.
Άλλες δημοσιευμένες αναφορές σε ανθρώπους της μουσικής και του τραγουδιού από τον Έβρο: Χριστόφορος Παπαδόπουλος (ΕΔΩ), Ταξιδιώτες Ψυχής - Παντελής Μακρής (ΕΔΩ), Λίτσα Ουλιανούδη (ΕΔΩ), κ.ά.
Στην περιοχή μας έχουν διακριθεί πολλοί άνθρωποι σε όλους τους χώρους της Τέχνης. Ενδεικτικά, αξίζει να σταθούμε στη συνέντευξη με τον ηθοποιό και σκηνοθέτη Νίκο Ζερβόπουλο (ΕΔΩ), με τη ζωγράφο Σύνη Αναστασιάδη (ΕΔΩ), με τη Θεατρική Ομάδα Διόνυσος (ΕΔΩ) της Νέας Ορεστιάδας, κ.ά.
Η πιο πρόσφατη συνέντευξη (στο πλαίσιο μιας πολύχρονης προσωπικής προσπάθειας παρουσίασης και ανάδειξης Θρακιωτών καλλιτεχνών - δημιουργών της ελληνικής μουσικής και του τραγουδιού) είναι με τους Θραξ Πανκc, ένα από τα καλύτερα γκρουπ της εποχής μας με πανελλήνια εμβέλεια!
Οι Θραξ Πανκc είναι ένα μουσικό σχήμα με καταγωγή από τη Θράκη και συγκεκριμένα από τον Έβρο. Οι καταβολές τους πηγαίνουν πίσω στο 2006, όταν άρχισε να σχηματίζεται ένα συγκρότημα με ύφος αμιγώς παραδοσιακό. Με το πέρασμα των χρόνων, τα μέλη του άρχισαν να πειραματίζονται και να ενσωματώνουν στη μουσική τους σύγχρονη αισθητική και ύφος από διάφορα μουσικά είδη ανά τον κόσμο, αντίστοιχα με τα ακούσματά τους.
Εμφανίζονταν σε τοπικές εκδηλώσεις, έθιμα και γάμους, και σε μικρά φεστιβάλ ανά την Ελλάδα, με βασικά μέλη τον Βάϊο Χαρακοπίδη στην γκάιντα και το καβάλ και τον Γιώργο Σταυρίδη στο νταούλι και τη λύρα, μέχρι και το 2010, όταν έκαναν την πρώτη συναυλιακή τους εμφάνιση σε φεστιβάλ ως Θραξ Πανκc. Το 2015, με τον ερχομό του Πάνου Γκίνη στο ηλεκτρικό μπασοκίθαρο, ο ήχος του σχήματος απέκτησε έναν ιδιαίτερα ηλεκτρικό χαρακτήρα, με live looping, ψυχεδελικά περάσματα, βαριές κιθάρες, math ξεσπάσματα και πανκ αισθητική.
Μέχρι σήμερα, έχουν συμμετάσχει στα περισσότερα μεγάλα εγχώρια φεστιβάλ, αλλά και σε συναυλίες στο εξωτερικό (Αγγλία, Γερμανία, Κύπρο, κ.ά.). Το 2016 κυκλοφόρησαν το πρώτο τους EP, με τίτλο «Πανκοπανηγυροψυχεδέλεια», ενώ το 2017 γνώρισαν τον Μάρκο Κουτσιανά, ο οποίος, με την ιδιότητα του ηχολήπτη και αναλαμβάνοντας την ηχητική επιμέλεια του νέου τους δίσκου, ενσωματώθηκε ως τέταρτο μέλος μέχρι και σήμερα. Όλοι μαζί πια, το 2019 παρουσίασαν την πρώτη τους ολοκληρωμένη δισκογραφική δουλειά, το άλμπουμ "Thrax Punks", σε μια επιτυχημένη πανελλαδική περιοδεία.
Το 2023 κυκλοφορεί η μουσική που έγραψαν για το έργο “Βάκχες” του Ευριπίδη. Πρόκειται για πρωτότυπη μουσική, σε μετάφραση Γιώργου Χειμωνά και σε σκηνοθεσία Νικαίτης Κοντούρη. Η παράσταση ανέβηκε το καλοκαίρι του 2021 με περιοδεία σε όλη την Ελλάδα, ενώ η μουσική εκτελέστηκε ζωντανά σε Επίδαυρο, Ηρώδειο και Δημοτικό Θέατρο Λευκωσίας με το συγκρότημα επί σκηνής.
Το 2024 κυκλοφορεί η τελευταία ολοκληρωμένη δισκογραφική δουλειά τους, το άλμπουμ "Thrax Punks ΙΙ", στο οποίο ακούγεται και το εμβληματικό τραγούδι για την “Σπυριδούλα” σε στίχους Νεφέλης Μαϊστράλη.
Έχοντας πλέον βάση τους την Αθήνα, συνεργάζονται με καταξιωμένους καλλιτέχνες, γράφουν μουσική για τον κινηματογράφο και το θέατρο και ταξιδεύουν παντού παρουσιάζοντας την δουλειά τους με μεγάλη επιτυχία.
Τους καλωσορίζουμε στις Νότες Λογοτεχνίας και τους ευχαριστούμε για τις απαντήσεις!
Με ποιες μουσικές και τραγούδια μεγαλώσατε; Τι ακούγατε στα σπίτια και στις παρέες σας στον Έβρο;
Βάιος: Φυσικά άκουγα πολύ παραδοσιακά τραγούδια, λόγω του παππού μου που ήταν γκαϊντατζής. Παράλληλα στην οικογένειά μου λόγω των γονιών μου ακούγαμε πολύ Μάνο Χατζιδάκι, Μίκη Θεοδωράκη και αντίστοιχους καλλιτέχνες του έντεχνου της εποχής εκείνης. Όταν ήμουν μικρός μου άρεσε πολύ το χιπ χοπ με συγκροτήματα όπως τα Hμισκούμπρια και οι FFC, μετά αγάπησα πολύ τη ροκ, πανκ και μέταλ μουσική, συγκροτήματα όπως οι Τρύπες, Linkin Park, Paparoach, Nevermore, Opeth, Βανδαλουπ, άκουγα και ρεμπέτικα, μετά στράφηκα και στην πιο ψυχεδελική μουσική, Pink Floyd, Porcupine Tree, Gong, έπειτα μυήθηκα στη μουσική του κόσμου και πλέον πραγματικά ακούω τα πάντα!
Γιώργος: Λιλιπούπολη! Το πήγα πολύ πίσω ... Την ίδια περίοδο στο αμάξι, στις εκδρομές με τους γονείς, ακούγαμε φουλ «λαϊκό» και «ρεμπέτικο» αλλά και Νίκο Ξυλούρη, Αρλέτα και άλλα. Λίγο αργότερα που ξεκίνησα μαθήματα βιολιού και βυζαντινής μουσικής μπήκε στη ζωή μου το «παραδοσιακό» και το «σμυρναίικο» ενώ παράλληλα ακούγαμε μέταλ, έντεχνα, χιπ χοπ, αλλά κυρίως Low bap, ελληνικό και ξένο ροκ και πανκ και σιγά σιγά ανακαλύπταμε μπάντες όπως “Lost Bodies”, “Slipknot”,“Gojira” και πολλά άλλα! Είχαμε και κάτι κασέτες που πάνω στο λευκό αυτοκόλλητο έγραφε χειρόγραφα «techno»!!! Και ναι, σήμερα ακούω ό,τι όμορφο αντιληφθώ!
Πάνος: Από μουσικές άλλο τίποτα. Ειδικά τις Κυριακές τα μεσημέρια πάντα έπαιζε κάτι στο πικάπ, συνήθως Διονύσης Σαββόπουλος να πω την αλήθεια. Αλλά ακόμα θυμάμαι μια κασέτα που την άκουγα φουλ: Γιώργος Κουρουπός "Συνέλευσις των ζώων" από τη μια πλευρά και από την άλλη "Έξι τραγούδια για ποντίκια". Όταν μεγάλωσα κατάλαβα την αξία αυτής της κασέτας. Ειδικά η "Συνέλευσις των ζώων” είναι παραμύθι γραμμένο από τον Περικλή Κοροβέση. Από εκεί και πέρα άκουγα πολύ Michael Jackson και όσο μεγάλωνα πιο ροκ και εναλλακτικές μπάντες: Radiohead, Rage against the machine, Τρύπες και πολλά άλλα!
Πότε και πώς μπήκατε στον χώρο της μουσικής;
Βάιος: Μπήκα στον κόσμο της μουσικής πιο συνειδητοποιημένα ως φοιτητής εκεί στα 18 -19 μου. Κάπου εκεί πήρα το πρώτο μου ηλεκτρικό μπάσο κι αυτό ήταν το έναυσμα για αυτή τη πορεία. Πάντα ψαχνόμουν μόνος μου ως αυτοδίδακτος μουσικός, όμως καθοριστικό ρόλο έπαιξαν ο Βαϊτσης Χαρακοπίδης (παππούς μου) στη γκάιντα, ο Βαγγέλης Δωρόπουλος επίσης στη γκάιντα που είχα κάνει κάποια μαθήματα στη Ξάνθη και φυσικά ο Βαγγέλης Κοντόπουλος, ο μπασίστας, υπήρξε επίσης μεγάλη επιρροή για εμένα, εκτός από το ηλεκτρικό μπάσο και το κοντραμπάσο. Συμμετείχα σε πολλά συγκροτήματα στη περιοχή της Ξάνθης, από συγκρoτήματα tribute στους Pink Floyd μέχρι τους The Coconaut Rockers!
Γιώργος: Τις Κυριακές στο δημοτικό σχολείο ο μαέστρος της φιλαρμονικής ερχόταν και μας έκανε μελόντικα! Κάπου εκεί άρχισα να πειράζω το αρμόνιο της αδερφής μου και να κακοποιώ το βιολί που πήρα στο γυμνάσιο όπως προανέφερα και έμαθα τελικά να παίζω χάρη στον συγχωρεμένο Κώστα Ταυρίδη από το Ελληνοχώρι. Πριν το 2000 είχαμε ένα σχήμα «Low Bap», τους “Σκηνοβάτες” που είχαμε κυκλοφορήσει τοπικά τον δίσκο μας “Το πρώτο βήμα”! Έπειτα μπήκα σε μια μπάντα της πόλης να δοκιμάσω το βιολί αλλά τελικά τραγούδησα! Τους «Mortuary»! Βγάζαμε τρελά γούστα σαν έφηβοι και παίζαμε «ροκ» «μέταλ» και «πανκ»! Τα επόμενα χρόνια παίξαμε με διάφορες μπάντες και όργανα «ρέγκε», «σκα», «σερφ» και «πανκ».
Πάνος: Η αλήθεια είναι πως πρώτη φορά είχα πιάσει κιθάρα στο δημοτικό αλλά την παράτησα γρήγορα. Τρίτη Γυμνασίου έρχεται ο αδερφός μου από Σαλονίκη που ήταν φοιτητής με μια ηλεκτρική κιθάρα, μου έδειξε τρεις συγχορδίες και κάπου εκεί μπήκε το μικρόβιο. Το ίδιο καλοκαίρι βρήκα (ή με βρήκε, ακόμα δεν έχω καταλάβει) ο δάσκαλός μου, ο Δούκας Σισκόπουλος που χωρίς αυτόν στην Αλεξανδρούπολη δεν θα γινόντουσαν πολλά και μ' έβαλε στον κόσμο της κιθάρας. Τα παιξίματα τα ξεκίνησα από το λύκειο, αλλά όταν πέρασα στη Σαλονίκη ως φοιτητής το έψαχνα πολύ περισσότερο. Εκείνη την περίοδο η Θεσσαλονίκη ήταν κάπως σαν “μουσική πρωτεύουσα”. Πολλές και καλές μπάντες και υπέροχοι μουσικοί παντού. Είμαι πολύ τυχερός που την πρόλαβα σ' εκείνη την φάση και έγινα κομμάτι της σκηνής της.
Και οι τρεις, παράλληλα με την καλλιτεχνική σας δραστηριότητα, είχατε διάφορες ασχολίες και εργασίες. Φαντάζομαι πως ο Βάιος δεν εργάζεται πια σε εργοστάσιο της Ξάνθης, ο Γιώργος σταμάτησε τις γεωργικές εργασίες και την μελισσοκομία στην Ορεστιάδα και ο Πάνος, αν και σπούδασε γεωλογία στο ΑΠΘ, δεν μαζεύει ένσημα ως ναυαγοσώστης ή φωτογράφος στην Αλεξανδρούπολη και στη Θεσσαλονίκη... Βιοπορίζεστε πια από τη μουσική σας σταδιοδρομία; Σας λείπει κάτι από την προηγούμενη κατάσταση;
Βάιος: Ναι σωστά, κάποτε δούλευα σε εργοστάσια στην Ξάνθη, όμως ήταν μία δουλειά που δυστυχώς στη χώρα μας δεν είχε και τις καλύτερες συνθήκες εργασίας, κι επίσης δεν ήταν η δουλειά που γέμιζε την καθημερινότητά μου. Από τότε που εξ ολοκλήρου ασχολούμαι με τη μουσική, βρήκα αυτό που με γεμίζει και δίνει νόημα στη ζωή μου. Αν κάτι μου λείπει από την προηγούμενη ζωή μου είναι οι άνθρωποι με τους οποίους είχα συνδεθεί και που φυσικά κρατάμε ακόμα στενές σχέσεις και φυσικά η πανέμορφη Ξάνθη που επισκέπτομαι με την πρώτη ευκαιρία.
Γιώργος: Οι μελισσούλες και τα χωράφια παρόλο που έχουν κούραση... είναι μαγεία και με γεμίζουν εξίσου πάρα πολύ όπως η μουσική, οι συναυλίες και οι περιοδείες που ονειρευόμασταν όλοι από μικροί! Τα τελευταία χρόνια δεν πάω πάνω τόσο συχνά, αλλά με κάθε ευκαιρία παίρνω δυνατές δόσεις φύσης, οικογενειακής θαλπωρής, φίλων και μελισσοκομικού δηλητηρίου!
Πάνος: Έχεις κάνει έρευνα, όχι αστεία... Το λοιπόν, η αλήθεια είναι πως η μουσική είναι η κύρια ασχολία μου είτε με θραξ, είτε σαν σεζιον κιθαρίστας, είτε σαν συνθέτης για μουσική σε θεατρικές παραστάσεις. Οπότε μπορείς να πεις πως έχω εκπληρώσει πολλά όνειρα. Δεν ξέρω αν μου λείπει κάτι. Τα νιάτα μου νομίζω, αλλά αυτά λείπουν σε όλους. Όσον αφορά τους φίλους μου από Αλεξανδρούπολη, θεωρώ πως βρισκόμαστε και μιλάμε συχνά.
Νιώθετε πως βρήκατε τον δρόμο σας με το συγκρότημα αυτό; Τι είναι αυτό που σας δένει μέσα στα χρόνια; Και τι φοβάστε ότι μπορεί να σας χωρίσει στο μέλλον;
Βάιος: Το συγκρότημα αυτό ακόμα εξελίσσεται, αλλάζει και προχωράει μπροστά! Το πιο δύσκολο κομμάτι είναι να είμαστε ενωμένοι και να συνεννοούμαστε. Οπότε ξέρουμε τι φοβόμαστε και κάνουμε τα πάντα για να διατηρούμε την ψυχραιμία μας και το δέσιμο μεταξύ μας. Για την ώρα τα καταφέρνουμε! Νιώθω πολύ τυχερός που υπάρχει αυτό το συγκρότημα! Είναι τα παιδικά μας όνειρα που γίνονται πραγματικότητα.
Γιώργος: Όνειρο ζω... μη με ξυπνάτε ... είπα και πιο πάνω ... όσον αφορά τους Θραξ Πανκc μας δένει η ενέργεια που έχουμε και ανταλλάσσουμε με το κοινό την ώρα της συναυλίας και αυτό που με φοβίζει για το μέλλον είναι η κοινωνικοπολιτική κατάσταση της χώρας μας και όχι η εσωτερική τριβή της μπάντας.
Πάνος: Ελπίζω τον δρόμο μας να μην τον βρούμε ποτέ να πω την αλήθεια... Μας αρέσει να ψαχνόμαστε διαρκώς, ειδικά στη μουσική. Αυτό που μας δένει είναι σίγουρα όλα όσα έχουμε περάσει σαν μπάντα. Δέκα χρόνια δεν είναι λίγα άλλωστε. Από κει και πέρα πολλές φορές η συνεχόμενη τριβή μπορεί να φέρει και καμία ένταση παραπάνω αλλά ξέρεις... This is family! Δεν ξέρω τι θα μπορούσε να μας χωρίσει αλλά ξέρω πως άμα έρθει η μέρα που δεν θα έχω άγχος για τη συναυλία που είναι να παίξουμε, τότε κάτι δεν πάει καλά. Αλλά νομίζω μέχρι τότε έχουμε ακόμα.
Πώς θα χαρακτηρίζατε τον μουσικό σας κόσμο και όλα αυτά που τραγουδάτε;
Βάιος: Έλα ντε, πραγματικά δεν μπορώ να βρω κάτι να το περιγράφει επακριβώς! Είμαστε Θραξ Πανκc.
Γιώργος: Υβρίδιο! Ένα υβρίδιο και μια βόμβα. Και ...μη με ρωτάτε γι' αυτό παρακαλώ. Είμαι ...ευαίσθητη σ' αυτό το θέμα! (γέλια).
Πάνος: Είναι ένα συνονθύλευμα από τις αγαπημένες μας μπάντες. Έχει πανκ, έχει ψυχεδέλεια, έχει παράδοση... έχει λίγο απ' όλα. Το βασικό είναι πως έχει ψυχή. Όλα μας τα κομμάτια θέλουμε να έχουν ένα ξεχωριστό κόσμο και όλα μαζί να δημιουργούν ένα μουσικό σύμπαν. Κάπως έτσι σκεφτόμαστε όταν γράφουμε έναν δίσκο.
Σας αρκούν οι διασκευές των παραδοσιακών τραγουδιών ή σας αρέσει να δημιουργείτε και πρωτότυπες μουσικές συνθέσεις;
Βάιος: Φυσικά και μας αρέσει να δημιουργούμε καινούρια τραγούδια και πρωτότυπη μουσική! Γι' αυτό ακόμα και τις διασκευές φροντίζουμε να τις αλλάζουμε τα φώτα. Είναι πολύ όμορφο να αφήνεις ένα ανεξίτηλο στίγμα με πρωτότυπες συνθέσεις στις μεταγενέστερες γενεές.
Γιώργος: Δεν αρκούν μόνο οι διασκευές αν και υπάρχει τεράστιος πλούτος στην θρακιώτικη και περαιτέρω στην ελληνική παράδοση! Έχουμε ήδη συνθέσει δική μας μουσική και προς τα εκεί πάει η βαλίτσα...
Πάνος: Στην αρχή ήθελα πολύ να βγάλουμε δικά μας κομμάτια αλλά η όλη δουλειά που ρίχνουμε για τις διασκευές είναι σαν να ξαναχτίζουμε το κομμάτι και αυτό έχει μια δικιά του μαγεία. Είμαστε ναι μεν υπόλογοι στην αρχική σύνθεση αλλά μας αρέσει πολύ να το αποδομούμε και να το παίρνουμε από την αρχή και να είναι ταυτόχρονα το ίδιο κομμάτι.
Γράφετε στίχους;
Βάιος: Μου αρέσει πολύ να γράφω στίχους ιδίως στις δικές μου προσωπικές δουλειές, τώρα με τους Θραξ Πανκc είναι πιο πολύπλοκο γιατί πολλές φορές δεν καλύπτουν το αισθητικό κριτήριο των υπόλοιπων μελών και το ύφος του συγκροτήματος.
Γιώργος: Δυσκολεύομαι κυρίως να τους τελειοποιήσω... αλλιώς έχω πολλά διάσπαρτα στιχάκια στα σημειωματάρια μου...
Πάνος: Έχω καιρό να ασχοληθώ με αυτό. Κάποτε το έκανα, ειδικά με παλιές μπάντες που έπαιζα. Με θραξ είναι λίγο δύσκολο να συμβεί αυτό μιας και η γλώσσα και ο τρόπος χρήσης της έχει αλλάξει εντελώς. Έχουν περάσει 100 χρόνια από τότε. Οπότε το να γράψουμε παραδοσιακό στίχο που να έχει και μια προφορά είναι πολύ πιθανόν να βγει λίγο γραφικό. Παρόλα αυτά κάνουμε τις προσπάθειές μας.
Ποια είναι η γνώμη σας για τον Καρυοφύλλη Δοϊτσίδη (ο οποίος έγραψε και το “Μαργούδι” που παίζετε κι εσείς) και τον Χρόνη Αηδονίδη; Τους είχατε γνωρίσει;
Βάιος: Ήταν φοβεροί καλλιτέχνες και άφησαν πίσω τους μια πολύτιμη παρακαταθήκη, ιδίως ο Καρυοφύλλης που έγραφε εξαιρετική μουσική και στίχους.
Γιώργος: Τον Αηδονίδη ναι, τον είχα γνωρίσει! Δυστυχώς τον Δοϊτσίδη όχι αλλά και τους δύο τους έχω πολύ ψηλά για το πολυετές έργο τους και την πλούσια παρακαταθήκη!
Πάνος: Tον Χρόνη Αηδονίδη τον έζησα στην Αλεξανδρούπολη. Δεν τον γνώρισα αν και θα έπρεπε. Μιλάμε για δύο τεράστιους μουσικούς που διατήρησαν και εξέλιξαν με τον τρόπο τους την παράδοση.
Από παλιά (τέλη του '60) υπήρχαν γκρουπ και καλλιτέχνες που “πειραματίζονταν” με την παράδοση (Ν. Χουλιαράς, Μ. Κωχ, Θ. Γκαϊφύλλιας, Ανάκαρα, κ.ά.). Τα τελευταία χρόνια έχει επανέλθει έντονα αυτό το στοιχείο. Πώς το βλέπετε εσείς όλο αυτό;
Βάιος: Όταν κάποιο ρεύμα γίνεται πολύ δημοφιλές, στατιστικά μιλώντας, είναι λογικό να υπάρχουν πολύ ενδιαφέροντα πράγματα για τα δικά μου γούστα και φυσικά υπάρχει και πολλή φύρα. Συνολικά νομίζω ότι ακούμε πολύ όμορφες μουσικές μέσα σε όλο αυτό, βέβαια θα ήθελα πολύ να ακούω ακόμα περισσότερη πρωτότυπη μουσική βασισμένη στις παραδόσεις της ευρύτερης περιοχής των Βαλκανίων.
Γιώργος: Περισσότερο από ποτέ σχήματα και καλλιτέχνες ασχολούνται με την παραδοσιακή μουσική αλλά και την εξέλιξη του! Αυτό μπορεί να μας κουράσει τώρα που το ζούμε αλλά μελλοντικά πιστεύω θα πάει κάπου πολύ καλά...
Πάνος: Κάθε είδος μουσικής έχει τον κύκλο του. Η παραδοσιακή μουσική στις μέρες μας, είναι στο απόγειό της. Σίγουρα είναι πολύ όμορφο να συμβαίνει αυτό αρκεί να έχει και μια ανάλογη εξέλιξη. Εδώ θα είμαστε για να δούμε.
Ποια γκρουπ και καλλιτέχνες της γενιάς σας ξεχωρίζετε και γιατί; Με ποιους νιώθετε μουσική συγγένεια;
Βάιος: Μου αρέσει πολύ η Σουρλουλού που τυχαίνει να είναι ένα σχήμα στο οποίο παίζω κι εγώ, όμως βλέποντάς το όσο πιο αντικειμενικά μπορώ, μου αρέσει πολύ η μουσική που συνθέτουμε εκεί, όπως και ο τρόπος που διασκευάζουμε παλιά τραγούδια. Επίσης μου αρέσουν οι Gemma, ο Εισβολέας, οι Bazooka που δυστυχώς διαλύθηκαν, οι Electrobalkana, οι The Halay Lamba, οι Liokorno Quartet, η Βουκολική Διαταραχή, οι Banda Entopica και πολλοί πολλοί άλλοι.
Γιώργος: Μα είναι τόσες πολλές οι μπάντες που γουστάρουμε και συναναστρεφόμαστε επαγγελματικά και φιλικά και πέρα από το δικό μας ύφος που θα ‘ναι κρίμα να ξεχωρίσω κάποιες.
Πάνος: Πραγματικά, είναι τόσες μπάντες εκεί έξω που με πολλές απ' αυτές είχαμε την τύχη να μοιραστούμε και το ίδιο stage. Για μένα οι Vodka Juniors πάντα θα έχουν μια ξεχωριστή θέση στην καρδιά μου. Εννοείται μας αρέσουν οι Frenzee, οι Paka Paka, οι Planet of zeus και τόσες άλλες.
Πώς νιώσατε με όλα αυτά που έγιναν τον Δεκέμβριο του 2025 με τους Banda Entopica στην Φλώρινα και με τους PAGAN στην Ξάνθη;
Βάιος: Δυστυχώς συνειδητοποίησα πόσο πίσω βρίσκονται ακόμα πολλοί συμπολίτες μας, όταν σκέφτονται με τόσο μίσος για τους γείτονες λαούς. Μιλάμε για ανθρώπους οι οποίοι είναι πραγματικά ίδιοι στον τρόπο ζωής τους με τους γείτονες, ακούν την ίδια μουσική, βλέπουν τον ίδιο αόρατο εχθρό, μοιάζουν πάρα πολύ στη καθημερινότητά τους και παρόλα αυτά τρέφουν αυτό το μένος. Το ακόμα χειρότερο είναι πως οι τοπικοί παράγοντες αντί να αναβαθμίσουν τις σχέσεις μεταξύ των γειτονικών λαών, είναι πρωτοστάτες στο γαϊτανάκι της καταστροφής, οδηγώντας μας ξανά στο μεσαίωνα, αντί να ενωθούμε και να προχωρήσουμε μπροστά σαν ενωμένα και δυνατά βαλκάνια.
Γιώργος: Απαράδεκτες συμπεριφορές που θυμίζουν μεσαίωνα... Δυστυχώς δεν θα σταματήσει άμεσα αυτό το κακό. Δεν έπεσα από τα σύννεφα γιατί από τότε που ξεκινήσαμε δεν ακούσαμε και λίγα, αλλά ευτυχώς έχουμε μάθει να τα προσπερνάμε χαμογελώντας. Και όπως λένε οι φίλοι και συνάδελφοι “Social Waste”... Άστους να λένε, να λένε, να λένε!!!
Πάνος: Κακά τα ψέματα, σ' αυτήν την χώρα που ζούμε, που ακόμα ακροβατεί ανάμεσα στην αρχαία ελληνική ιστορία και το Βυζάντιο χωρίς να ξέρει ποια ακριβώς είναι η ιστορική πορεία αυτού του τόπου, δεν γίνεται να μη περιμένεις τέτοιες αντιδράσεις. Το επίπεδο της παιδείας πέφτει διαρκώς και ο λόγος είναι αυτός. Όλα πάνε στραβά, οπότε πουλάμε λίγο πατρίδα, λίγο θρησκεία (ή δωδεκάθεο ανάλογα τι βολεύει) και όλα τα προβλήματα πάνε κάτω απ' το χαλάκι.
Πώς είναι να ζείτε στην Αθήνα;
Βάιος: Η Αθήνα είναι μία πόλη που σου αποκαλύπτεται σιγά σιγά και χρειάζεται λίγο να την καταλάβεις προκειμένου να την ευχαριστηθείς. Σίγουρα βρίσκεται πολύ πίσω σε υποδομές και σε συνειδητότητα των πολιτών στην καθημερινότητά της, πολλή κίνηση, σκουπίδια παντού όπως και στην υπόλοιπη επικράτεια, ασυνείδητοι οδηγοί που δεν σέβονται τους πεζούς, απώλεια πεζοδρόμων και ποδηλατοδρόμων, φτωχές συγκοινωνίες, κατεστραμμένο οδόστρωμα. Όμως έχει πάρα πολύ πλούσια νυχτερινή ζωή, φοβερές παραστάσεις, εκθέσεις, performances, τρομερές μουσικές και πανέμορφα δίκτυα ανθρώπων στις εναπομείνουσες γειτονιές που τρενάρουν ακόμα το “gentrification”.
Γιώργος: Γιατί ξηγιέσαι έτσι τώρα; (γέλια). Ξέρεις τώρα ... έχει τα καλά της και τα κακά της ... «Την νύχτα είναι ολοφώτιστη, τη μέρα σκοτεινή» είχε πει ο Παύλος Σιδηρόπουλος. Μου λείπει ακραία η φύση και η εύκολη πρόσβαση σε αυτή, αλλά από την άλλη έχει απεριόριστες επιλογές! Εγώ σαν καλός επαρχιώτης και σε συνδυασμό με το ελαστικό ωράριο του «καλλιτέχνη» έχω βρει τις ισορροπίες μου χωρίς ακόμη να έχω αδράξει όλες τις «καλές» πτυχές της...
Πάνος: Με δυσκολεύει αλλά γι' αυτό που κάνω και κάνουμε σίγουρα βοηθάει. Να μένεις στην Αθήνα είναι σαν να κάνεις συμφωνία με τον διάβολο. Θα σου δώσει αυτά που θες αλλά σου ρουφάει την ψυχή...
Βάιε, ο παππούς σου, ο αείμνηστος Βαΐτσης Χαρακοπίδης ήταν από τους σημαντικότερους γκαϊντατζήδες της Θράκης. Τι θυμάσαι από εκείνον; Τι συμβουλές σου έδινε για τη μουσική και το τραγούδι;
Βάιος: Ήταν ένας άνθρωπος που έβλεπε τη ζωή πολύ απλά και ευχαριστιόταν καθημερινά πράγματα όπως ένα καλό φαγητό, μερικά ποτήρια τσίπουρο, καλή μουσική και τοπικά έθιμα και πανηγύρια. Ασυναίσθητα έκανε μαύρο χιούμορ για πολλά υπαρξιακά ζητήματα, για τον θάνατο, τις ανθρώπινες σχέσεις και άλλα ζητήματα της καθημερινότητας. Αυτή η στάση ζωής μ' έχει στιγματίσει και μ' έχει βοηθήσει να βλέπω τη ζωή με μια πιο αστεία και αισιόδοξη οπτική. Ήταν ένας αυτοδίδακτος μουσικός και φυσικά μου μετέδωσε όλο αυτό τον τρόπο σκέψης για την αυτοεξέλιξη.
Γιώργο, δεν πιστεύω να παίρνεις επιδόματα από τον ΟΠΕΚΕΠΕ τώρα που εργάζεσαι ως μουσικός!... Πέρα από την πλάκα, πως βλέπεις όλη αυτήν την διαχρονική ιλαροτραγωδία;
Γιώργος: Επικαλούμαι το δικαίωμα της σιωπής... (γέλια)! Κι όμως παίρνω! Τα μελισσάκια είναι η «μισή» ζωή μου και με κάθε ευκαιρία πάω πάνω και τα περιποιούμαι και τα συντηρώ με τη βοήθεια φίλων και συναδέλφων! Το τεράστιο όμως αυτό σκάνδαλο, δηλαδή ένα ακόμη σκάνδαλο... και άλλα που ίσως δεν έχουν ακόμη αποκαλυφθεί, δείχνουν την σάπια πτυχή του συστήματος. Την απληστία, το θράσος και την δίψα των κυβερνώντων και των επικαλυπτόμενων για χρήμα και ψήφους που φέρνουν τους πολίτες ακόμη πιο κοντά στη φτώχεια, τη δυσπιστία, την απελπισία και την εξαθλίωση... Για πόσο θα τους ανεχόμαστε, γαμώτο;
Πάνο, διαβάζω, μεταξύ άλλων, πως βασική σου καλλιτεχνική επιρροή είναι η μουσική σκηνή της Ισλανδίας και ο ευρωπαϊκός κινηματογράφος. Πες μας γι’ αυτές τις επιρροές σου και πώς τις εφαρμόζεις σε αυτά που κάνεις τώρα;
Πάνος: Η Ισλανδία και λόγω γεωλογίας, έχει μια απίστευτη μαγεία. Οι μουσικές τους ακολουθούν της αναπνοές της φύσης τους. Είχα δει μια συνέντευξη των Sigur Ros που έλεγαν πως έγραφαν τα τύμπανα και παραλληλίζανε τα σπασίματα των πιάτων με τα κύματα που χτυπάνε τα βράχια. Όταν πήγα σε αυτήν την χώρα και είδα ποια είναι η σχέση τους με τη μουσική απλά τους λάτρεψα. Εκτός από αυτό ήμουν λάτρης της post rock σκηνής και ειδικά στην Ισλανδία έχουν εξαιρετικά συγκροτήματα. Όσον αφορά τον κινηματογράφο, όλοι ξέρουν την κλασική σκηνή του Μπέργκμαν στην “έβδομη σφραγίδα” όπου ο ιππότης παίζει σκάκι με τον θάνατο. Όπως είπα και πιο πάνω ασχολούμαι με σύνθεση πρωτότυπης μουσικής για θεατρικές παραστάσεις, οπότε όσο να πεις... βοηθάνε!
Μάρκο, εσύ πότε και πώς έμπλεξες με τους Θρακιώτες;
Μάρκος: Η ιστορία ξεκινά το 2017, όταν χτύπησε το τηλέφωνο και στην άλλη άκρη ήταν τα παιδιά. Με ρώτησαν τι έκανα εκείνη την περίοδο και αν θα με ενδιέφερε να εξετάσουμε το ενδεχόμενο συνεργασίας. Η πρόταση με ενθουσίασε και απάντησα αμέσως θετικά. Είχαμε ήδη συνεργαστεί στο παρελθόν σε δύο συναυλίες, όπου τους άρεσε ο ήχος που τους είχα κάνει και οι συζητήσεις που κάναμε σε σχέση με αυτόν, και έτσι προέκυψε η πρόσκληση. Αν δεν κάνω λάθος, ακολούθησαν ακόμη 3‐4 συναυλίες, και από εκεί και πέρα ουσιαστικά γίναμε τέσσερις.
Πόσο καθοριστική είναι η συμμετοχή ενός μόνιμου ηχολήπτη στο γκρουπ;
Βάιος: Ένας ηχολήπτης είναι εκεί για να δέσει ένα μουσικό σύνολο έτσι ώστε να απολαύσει ο ακροατής τη μουσική όσο περισσότερο γίνεται. Με τη πάροδο του χρόνου δε, εξελίσσει αυτό τον ήχο ποιοτικά και γνωρίζει σε όλες τις συνθήκες χώρων και διαφορετικών ηχοσυστημάτων, το πώς πρέπει να ακούγεται το συγκρότημα φροντίζοντας πάντα για το βέλτιστο αποτέλεσμα.
Γιώργος: Τι να λέμε τώρα... Πολύ σημαντικός ο ρόλος του ηχολήπτη του σχήματος... Δεν είναι τυχαίο που ο Μάρκος είναι μέλος των Θραξ Πανκc από την πρώτη στιγμή!
Πάνος: Όταν άρχισε να σοβαρεύει η όλη φάση με τη μπάντα, το πρώτο πράμα που σκεφτόμασταν ήταν να έχουμε τον δικό μας ηχολήπτη. Δεν γίνεται να είναι κάποιος υπεύθυνος για τον ήχο μας σε κάποια συναυλία και να μην μας έχει ακούσει. Είναι πολύ σημαντικό, όσο σημαντικό είναι και το κομμάτι του μουσικού.
Για ποιες κινηματογραφικές ταινίες και θεατρικές παραστάσεις έχετε γράψει μουσική και με ποιους άλλους καλλιτέχνες έχετε συνεργαστεί δισκογραφικά;
Βάιος: Έχουμε γράψει μουσική για μια ταινία μικρού μήκους που ονομάζεται “Όλα για όλα” σε σκηνοθεσία Μαρίνου Σκλαβουνάκη, με πρωταγωνιστές τους Μπισμπίκη, Σταμουλακάτο και Οικονομίδη. Για τη θεατρική παράσταση “Βάκχες” του Ευρυπίδη σε σκηνοθεσία Νικαίτης Κοντούρη. Για μια παράσταση για κουκλοθέατρο με την ομάδα Μαρμίτα και πολλές άλλες που αυτή τη στιγμή δε μπορώ να σκεφτώ.
Γιώργος: Τελευταία είχαμε γράψει μουσική και παίξαμε ζωντανά στη Θεσσαλονίκη για μια παράσταση στα πλαίσια του «Sykies fest» που ονομάστηκε “Συν S θύματα” σε ιδέα και σκηνοθεσία Ιωάννας Γεωργαντά και Θανάση Καλτσίκα. Επίσης παίξαμε σ' ένα κομμάτι του «Alex Sid» το “Ασήμι και σκουριά”.
Πάνος: Έχουμε βεβαίως και τις “Σπυριδούλες” της Νεφέλης Μαϊστράλη, αλλά και την Κυρά - Κατίνα, που γράψαμε με τον Δημήτρη Μητσοτάκη.
Πώς προέκυψε η εργασία σας στις “Βάκχες” του Ευριπίδη και τι σας εντυπωσίασε περισσότερο από την ενασχόλησή σας με την αρχαία ελληνική τραγωδία και τη συνεργασία σας με τους ηθοποιούς και τη Νικαίτη Κοντούρη που σκηνοθέτησε την παράσταση;
Βάιος: Πρόκειται για ένα πραγματικά πολύ ακραίο σενάριο με θλιβερό τέλος. Όμως κρύβει μέσα του μεγάλες αλήθειες της ανθρωπότητας, συμβολισμούς και φυσικά παραλληλισμούς για μεγάλα υπαρξιακά ζητήματα. Όταν συνειδητοποίησα στο σύνολό τους όλα αυτά και φυσικά όταν παίξαμε το έργο ζωντανά στην Επίδαυρο ένιωσα δέος και θαυμασμό για εκείνους τους καλλιτέχνες του παρελθόντος. Από την άλλη όλος ο θίασος απαρτίζονταν από εξαιρετικούς ηθοποιούς και επαγγελματίες του θεάτρου που μας άφησαν την καλύτερη εντύπωση σε μια πολύ υψηλού επιπέδου συνεργασία, παρόλες τις δυσκολίες της εποχής του κορωνοϊού.
Γιώργος: Ήταν το καλύτερο δώρο που θα μπορούσε να μας έρθει κατά τη διάρκεια της καραντίνας όταν η Νικαίτη μας έστειλε ένα e-mail πιστεύοντας ότι η μουσική μας είναι ιδανική για τις Βάκχες του Ευρυπίδη. Απίστευτη εμπειρία να παίζεις ζωντανά τη μουσική σου στο Ηρώδειο και στην Επίδαυρο δίπλα σε τόσο σημαντικούς ηθοποιούς και συντελεστές!
Πάνος: Το θέατρο από μόνο του είναι μια υπέροχη εμπειρία. Πόσο μάλλον όταν είναι αρχαία τραγωδία και έχεις την τύχη να παίξεις τη μουσική σου σε ιστορικούς χώρους, όπως το Ηρώδειο και η Επίδαυρος. Δέος. Δεν έχεις να πεις κάτι άλλο.
Έχετε πάνω από 10 χρόνια στις ζωντανές εμφανίσεις. Ποιο ήταν μέχρι τώρα το καλύτερό σας live και πιο το χειρότερο και γιατί;
Βάιος: Δεν υπάρχει καλύτερο και χειρότερο λάιβ. Πραγματικά κάθε ένα είναι και μία διαφορετική εμπειρία που θα μείνει ανεξίτηλη στη μνήμη μας.
Γιώργος: Ω...! Ναι, δεν είναι εύκολο να διαλέξεις. Αν και κάτι Σαμοθράκες... κάτι Άγραφα... κάτι Κύτταρα...!!!
Πάνος: Εγώ πάλι έχω αγαπημένα live. Είμαι αισθηματίας σε αυτά. Εννοείται το πρώτο που δεν ήμασταν καν ακόμα μπάντα αλλά και το live που παίξαμε πριν εννιά χρόνια στην Μυτιλήνη. Όσοι ήταν εκεί ξέρουν.
Μάρκος: Πραγματικά δεν ξέρω αν υπάρχουν «καλά» και «κακά» live. Για μένα, κάθε εμφάνιση έχει τη δική της ψυχή, άλλη ενέργεια, άλλο κοινό, άλλες στιγμές που δεν επαναλαμβάνονται. Κάθε live κουβαλάει κάτι μοναδικό, κι αυτό είναι που το κάνει ξεχωριστό.
Παίξατε, όπως προαναφέρατε, στο δυνατό τραγούδι “Κυρά - Κατίνα” του Δημήτρη Μητσοτάκη, ένα κομμάτι - καταπέλτης στον ρατσισμό και την ξενοφοβία. Ποιο είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα της σημερινής ελληνικής κοινωνίας κατά την γνώμη σας;
Βάιος: Το μεγαλύτερο πρόβλημα κατά τη γνώμη μου είναι πως ο μέσος Έλληνας προσπαθεί να κυνηγήσει μία καριέρα με βασικό κίνητρο την οικονομική αποκατάσταση αδιαφορώντας εάν η σταδιοδρομία αυτή προσαρμόζεται στις ανάγκες του και στα όνειρά του. Το αποτέλεσμα τις περισσότερες φορές επιβαρύνει τον ίδιο, αλλά και τον περίγυρό του καθιστώντας τον στάσιμο, με ψυχολογικά προβλήματα και πολλές φορές αυτή η πίεση που προκύπτει τον οδηγεί σε αόρατους εχθρούς και πεποιθήσεις, όπως το μεταναστευτικό, η στροφή σε θρησκείες και πολλές φορές στο κυνήγι “μαγισσών”.
Γιώργος: Τα τελευταία χρόνια ένα σημαντικό ποσοστό του ελληνικού πληθυσμού βιώνει συνθήκες που βρίσκονται στα όρια της φτώχειας και αντί να αντιδράσουμε μαζικά απέναντι στο τέρας και να διεκδικήσουμε αυτά που μας ανήκουν, τρέχουμε για την επιβίωση και τρωγόμαστε μεταξύ μας και μας φταίνε οι πρόσφυγες ξεχνώντας την ιστορία μας...
Πάνος: Οι ταμπέλες. Διαρκώς ψάχνουμε να βάλουμε ταμπέλες στους ανθρώπους και στους εαυτούς μας για ένα λόγο που το έχει επιβάλει το πολιτικό σύστημα. Να τρωγόμαστε μεταξύ μας και αυτοί να κάνουν τις μπίζνες τους. Ξεχνάμε να είμαστε άνθρωποι.
Τι άλλο σας ενοχλεί στη χώρα μας και στους Έλληνες σήμερα;
Βάιος: Η στασιμότητα και κυρίως τα παραπάνω που περιέγραψα όσο πιο συνοπτικά μπορούσα.
Γιώργος: Ξεχνάμε πολύ εύκολα γαμώτο...
Πάνος: Θ' απαντήσω με ένα στίχο από Τρύπες: "Ξύπνησαν πάλι οι άθλιες σκουριασμένες ορδές. Λυσσασμένες θρησκείες, πατρίδες, οικογένειες. Σκούζουν και σφάζονται για ένα καλύτερο χθες. Μα οι σημαίες τους ανεμίζουν βρομερές και νικημένες".
Μάρκος: Και εγώ θα απαντήσω με ένα τραγουδάκι από τις Τρύπες γιατί νομίζω ότι κολλάει ωραία το οποίο είναι το “Κράτα το σόου Μαϊμού“.
Τι σας αρέσει ακόμα στην πατρίδα μας και ποιο είναι το μεγάλο σας όνειρο;
Βάιος: Έχουμε εξαιρετικό φαγητό, πανέμορφη φύση, αίσθηση ελευθερίας και ανεμελιάς, πάρα πολλή και διαφορετική μουσική, ήθη και έθιμα, απολαυστικό τρόπο ζωής και ζεστούς ανθρώπους. Θα θέλαμε να δούμε κάποια στιγμή αυτή η χώρα να αποκτά μια πιο ολιστική και εξορθολογισμένη εξέλιξη, με πιο ανοιχτά μυαλά και αλληλεγγύη.
Γιώργος: Είναι πολλά! Η θάλασσα, τα βουνά, η φύση και το κλίμα, ο μουσικός πλούτος, τα γλέντια, τα πανηγύρια και η νυχτερινή διασκέδαση, η «ελευθερία», η καλή μάσα, η φιλοξενία και οι άνθρωποι! Γίνεται να ισορροπήσει η πολιτική κατάσταση αυτής της χώρας αλλά και οι σχέσεις των λαών μεταξύ τους;
Πάνος: Η φύση. Όσο ακόμα την έχουμε δηλαδή. Αλλά αυτό που έχουμε στην Ελλάδα λίγες χώρες στον κόσμο το έχουν. Θάλασσα, βουνά, νησιά, τέσσερις εποχές (αν και τελευταία έχει στραβώσει λίγο κι αυτό).
Μάρκος: Αυτό που μου αρέσει είναι όλα αυτά που αρέσουν στους περισσότερους, όπως το φαγητό μας, τα βουνά, οι θάλασσες, οι λίμνες, γενικά αυτή η φύση που αλλάζει από μέρος σε μέρος αλλά έχει και κάτι συγκεκριμένο. Επίσης, η παράδοση και τα έθιμα της για να μην ξεχνιόμαστε! Για το όνειρο τώρα δεν ξέρω τι να πω... μπορεί κάποια στιγμή να δω κάτι...
Ποιες είναι οι μελλοντικές σας κινήσεις; Τα άμεσα επαγγελματικά σας βήματα;
Βάιος: Καινούριοι δίσκοι, φρέσκες μουσικές και πολλές πρόβες.
Γιώργος: Να μην βγάλουμε έναν καινούριο δίσκο;
Πάνος: Ήδη αρχίζουμε και δουλεύουμε καινούρια κομμάτια. Το κυριότερο είναι να είμαστε υγιείς και όρεξη για μουσική έχουμε μπόλικη. Οπότε αυτός είναι ο στόχος. Να παίζουμε μουσική.
Μάρκος: Καινούριος δίσκος, συνεργασίες με άλλους μουσικούς και μετά πάλι στον δρόμο για συναυλίες!
Σας ευχόμαστε τα καλύτερα!
Οι φωτογραφίες είναι από το προσωπικό αρχείο του συγκροτήματος.
Αγαπητοί φίλοι και αναγνώστες, με την εν λόγω συνέντευξη ολοκληρώθηκε η πολύχρονη προσωπική προσπάθεια παρουσίασης και ανάδειξης Θρακιωτών καλλιτεχνών - δημιουργών της ελληνικής μουσικής.
Η Λαμπριάννα (αριστερά στη φωτογραφία) και η Θεοπούλα Δοϊτσίδη είναι
οι πιο χαρακτηριστικές και αγαπημένες
ερμηνεύτριες του θρακιώτικου τραγουδιού.
Οι κόρες του μυθικού Καρυοφύλλη Δοϊτσίδη
(27/09/1930 – 19/01/2023), με τον οποίο αποτελούσαν
για 55 χρόνια ένα αξεπέραστο τρίο της
δημοτικής μουσικής, συνεχίζουν το έργο
του και τραγουδούν με κάθε ευκαιρία!
Συνάντησα
στο σπίτι της, στη Νέα Ιωνία, τη Θεοπούλα
Δοϊτσίδη (γεν. 14/11/1952) και την Λαμπριάννα
Δοϊτσίδη (γεν. 16/10/1955) που κατέβηκε από
τη Θεσσαλονίκη, όπου μένει μόνιμα όλα
αυτά τα χρόνια. Ευγενικές και καλόκαρδες,
όπως και οι γονείς τους, που είχα την
χαρά να τους γνωρίσω το καλοκαίρι του
2012 στην Καρωτή Έβρου, με αφορμή μια
συνέντευξη – αφιέρωμα που ετοίμαζα για
τον Καρυοφύλλη Δοϊτσίδη.
Πριν
λίγες μέρες κάναμε μια ανοιχτή και
ελεύθερη κουβέντα χωρίς σημειώσεις και
έτοιμες από πριν ερωτήσεις, ακούγοντας
τραγούδια από τον τελευταίο δίσκο της
Οικογένειας (ως όμιλο και συγκρότημα
τους παρουσίαζαν κάποτε) Δοϊτσίδη, το
“Λαλήματα στο σεργιάνι” που κυκλοφόρησε
το 2006 και είναι ίσως ο καλύτερός τους,
σύμφωνα με τη Θεοπούλα και τη Λαμπριάννα.
Πώς
ήταν ο Καρυοφύλλης Δοϊτσίδης ως πατέρας;
Ήταν
ένας πολύ γλυκός, τρυφερός, προστατευτικός
μπαμπάς. Σε αντίθεση με τους περισσότερους
πατεράδες εκείνης της εποχής, μας πήγαινε
βόλτες, μας έκανε δώρα, έπαιζε μαζί μας,
μας αγκάλιαζε κάθε μέρα! Εκείνα τα χρόνια
-μην κοιτάς τώρα, Θεοδόση- δεν συνηθίζονταν
αυτά!
Τι
μουσικές αναμνήσεις έχετε από τα παιδικά
σας χρόνια;
Θεοπούλα: Έχουμε
πολλές ωραίες μουσικές αναμνήσεις από
τα παιδικά μας χρόνια. Θυμόμαστε τις
καλλίφωνες γυναίκες της οικογένειας
(τη μαμά, τις θείες μας και κυρίως την
αγαπημένη μας γιαγιά, τη Θεοπούλα) και
όλου του χωριού βέβαια, να τραγουδάνε
και να χορεύουν στις γιορτές. Και εμείς οι δύο ν’ ακούμε, να βλέπουμε και έτσι απλά και αβίαστα, να ακολουθούμε, τόσο στον χορό, όσο και στο τραγούδι!
Λαμπριάννα: Επίσης, κάθε Κυριακή, μετά την Εκκλησία, στην πλατεία του χωριού στήναμε χορό. Και στο τέλος του κύκλου μπαίναμε κι εμείς και ακολουθούσαμε. Έτσι μάθαμε! Είμαστε αυτοδίδακτες.
Πότε
και πώς άνοιξε ο δρόμος της δισκογραφίας
και των εμφανίσεων;
Ο
πατέρας μας από τη δεκαετία του ΄50 είχε
φτιάξει τη δική του μουσική ομάδα και
έπαιζε σε πανηγύρια και γάμους σε όλη
τη Θράκη. Εμείς μπήκαμε νωρίς στον... χορό,
από τα εφηβικά μας χρόνια, στα μέσα της
δεκαετίας του ΄60! Χορεύαμε, τραγουδούσαμε
και συνοδεύαμε τον πατέρα μας από τότε.
Στα τέλη του ΄60 ηχογραφήσαμε και τα
πρώτα μας τραγούδια για το ραδιόφωνο (Ε.Ι.Ρ. Κομοτηνής, 1967) και τη δισκογραφία. Ο πατέρας μας είχε ξεκινήσει νωρίτερα τη δισκογραφική του πορεία, το 1961, σε συνεργασία με τον πολυγραφότατο μελετητή και μουσικό λαογράφο, Παντελή Καβακόπουλο. Ήταν φυσικό επακόλουθο, λοιπόν,
δεν υπήρχε άλλος δρόμος για εμάς, παρά
μόνο ο δρόμος της παράδοσης. Και μας
άρεσε!
Πρώτα
κατέβηκε η Λαμπριάννα και μετά η Θεοπούλα;
Ναι, πρώτα κατέβηκα εγώ με τον πατέρα
μας και αργότερα η Θεοπούλα, που είχε
μείνει στον Έβρο με τη μητέρα
μας, λόγω σχολικών υποχρεώσεων.
Την πρώτη φορά που παίξαμε στην Αθήνα
ήταν τον Απρίλιο του 1968, στο Καλλιμάρμαρο Παναθηναϊκό
Στάδιο, μαζί με πολλά άλλα μουσικοχορευτικά
συγκροτήματα απ’ όλη την Ελλάδα. Τη διοργάνωση είχε αναλάβει η Δόρα Στράτου. Εμείς εκπροσωπούσαμε τη Θράκη. Της αρέσαμε και μας κράτησε ένα μήνα σχεδόν στο θέατρό της. Στη συνέχεια επιστρέψαμε στη Θράκη και εγκατασταθήκαμε λίγους μήνες μετά μόνιμα στην Αθήνα, όπου και συνεργαστήκαμε με το "Θέατρο Ελληνικών Χορών Δόρα Στράτου" ως το 1973. Τη μέρα που φύγαμε από την Καρωτή για την Αθήνα, ήμασταν μεγάλο μουσικοχορευτικό συγκρότημα, είχε μαζευτεί στο σταθμό του τρένου όλο το χωριό για να μας αποχαιρετήσει λες και φεύγαμε μετανάστες στη Γερμανία!
Ποια ήταν τα πρώτα βήματα στο χώρο και τα πρώτα τραγούδια που ηχογραφήσατε;
Παράλληλα με τις εμφανίσεις μας στο προαναφερθέν θέατρο του Λόφου Φιλοπάππου, κάναμε τα πρώτα μας δισκάκια με τον πατέρα μας το 1968 και με τον Σίμωνα Καρά το 1969. Στη συνέχεια συνεργαστήκαμε και με τη Δόμνα Σαμίου, με τον Χρόνη Αηδονίδη για πολλά χρόνια, με τον Χρήστο Λεοντή και τη Μαρίζα Κωχ, τόσο στη δισκογραφία, όσο και σε συναυλίες. Σε τοπικές γιορτές και πανηγύρια ανά την Ελλάδα, σε μουσικές σκηνές και συναυλίες, μέχρι και στο English Bach Festival στο Queen Elizabeth Hall στο Λονδίνο! Από τα πρώτα τραγούδια που ηχογραφήσαμε είναι τα: Είμαι Σμυρνοπούλα, Από την Προύσα κίνησα, Του χωριού μας το καμάρι, Διγενής ακρίτας...
Τραγουδούσατε
από τότε μόνο παραδοσιακά;
Ναι,
ήμασταν αφοσιωμένες σ' αυτό το είδος. Ερωτευμένες θα λέγαμε! Το βλέπαμε σαν παιδιά και λίγο ρομαντικά. Ο χορός, οι φορεσιές μας, τα τραγούδια μας που μιλούσαν για όλα. Σήμερα όλο αυτό μοιάζει σαν καρτ ποστάλ μιας άλλης μακρινής εποχής. Αλλά διαπιστώνουμε πως αφορά και τη νέα γενιά τελικά!
Γιατί δεν δοκιμάσατε και άλλα είδη στη δισκογραφική σας πορεία;
Δεν
έτυχε, δεν θέλαμε. Ίσως γιατί δεν υπήρξε
και κάποια αξιόλογη πρόταση που να μας
κάνει να λοξοδρομήσουμε έστω και για
λίγο από αυτό που είχαμε ως καλλιτεχνικό
σκοπό της ζωής μας.
Ποιος είναι αυτός ο σκοπός;
Η διάδοση του παραδοσιακού τραγουδιού της Θράκης και η ψυχαγωγία των ανθρώπων μέσα από την
παράδοση. Και ως έναν βαθμό, πιστεύουμε πως το πετύχαμε, με πολύ κόπο και αγάπη.
Δεν χωρίσατε ποτέ όλα αυτά τα χρόνια, σωστά;
Θεοπούλα: Όχι, ποτέ. Χωρίσαμε επαγγελματικά μόνο όταν η Λαμπριάννα πήγε οικογενειακώς στη Γερμανία για λίγα χρόνια (1989-1995). Τα καλοκαίρια ερχόταν για συναυλίες βέβαια. Αλλά τους χειμώνες, εκείνη την εποχή, τραγουδούσε μαζί μας σε συναυλίες και εκπομπές η μητέρα μας, η Μόρφω Γρηγορίδου, που έτσι κι αλλιώς ήταν πάντα δίπλα μας και στα καλλιτεχνικά μας βήματα.
Λαμπριάννα: Η μητέρα μας ήταν ένας βράχος! Βοήθησε τον πατέρα μας και στον τομέα της έρευνας και καταγραφής των τραγουδιών της Παράδοσης από τα πρώτα χρόνια της γνωριμίας τους. Όσο για μένα, όταν επιστρέψαμε από τη Γερμανία, εγκατασταθήκαμε μόνιμα με την οικογένειά μου στη Θεσσαλονίκη. Αυτό φυσικά δεν μας εμπόδισε να συνεχίσουμε τις εμφανίσεις μας τα χρόνια που ακολούθησαν εντός και εκτός Ελλάδας. Τα καλοκαίρια συναντιόμασταν πάντα στη Θράκη.
Έχω ακούσει πως σε κάθε σας εμφάνιση εκείνα τα χρόνια (΄70 -΄80 -΄90...), σε χωριά και πόλεις της Περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης κυρίως, γινόταν χαμός!
Έτσι ήταν, ναι. Γεμάτα γήπεδα και πλατείες παντού και πάντα! Και όλοι διασκεδάζανε οικογενειακώς. Έβλεπες τη γιαγιά να χορεύει με την εγγονή της, όμορφες εικόνες. Αυτό θα πει παράδοση. Δεν θέλαμε να κάνουμε "λόγιο" το δημοτικό μας τραγούδι και να το βάλουμε σε καλούπια.
Στα
νιάτα σας και στα χρόνια που ακολούθησαν,
ποιες τραγουδίστριες αγαπούσατε;
Θεοπούλα: Είναι τόσες πολλές! Εμένα μου άρεσε ιδιαίτερα η Πόπη Αστεριάδη και
γενικότερα το Νέο Κύμα, αλλά και η Γλυκερία!
Λαμπριάννα: Ποια φωνή να πρωτοπείς; Η Γιώτα Λύδια, η Βίκυ Μοσχολιού, η Άλκηστις Πρωτοψάλτη, η Γλυκερία, η Ελευθερία
Αρβανιτάκη, η Φωτεινή Βελεσιώτου... πάρα πολλές μας αρέσουνε. Εγώ πάντως αν δεν τραγουδούσα παραδοσιακά, θα έλεγα ρεμπέτικα.
Τι τραγούδια ακούγατε, πέρα από τα δημοτικά;
Αγαπούσαμε πολύ τις μελωδίες του Μάνου Χατζιδάκι. Δεν ακούγαμε μόνο δημοτικά! Από ABBA μέχρι Γιόχαν Στράους! Σαν ακροάτριες είχαμε έναν ανοιχτό ορίζοντα.
Του
Καρυοφύλλη ποιος τραγουδιστής του άρεσε
περισσότερο, πέρα από τους παραδοσιακούς
τραγουδιστές και μουσικούς με τους
οποίους συνεργάστηκε;
Οι αγαπημένοι του ήταν ο Στέλιος Καζαντζίδης και ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης. Του άρεσαν και κάποιοι Τούρκοι τραγουδιστές, ο Ζεκί Μουρέν και η Μουαζέζ Έρσόι.
Κάνατε
μεγάλες περιοδείες στο εξωτερικό,
τραγουδήσατε θρακιώτικα στα πιο απίθανα
μέρη του κόσμου. Τι δεν θα ξεχάσετε ποτέ;
Θεοπούλα: Την
αγκαλιά του κόσμου! Μας υποδεχόντουσαν
πάντα με αγάπη. Καναδάς, Η.Π.Α., Ρωσία, Ιορδανία,
Αυστραλία, Νέα Ζηλανδία, σε όλη σχεδόν την Ευρώπη... και
πού δεν πήγαμε! Είμαστε χορτασμένες από
συναυλίες και ταξίδια, πάντα υπό την
προστασία του πατέρα μας.
Λαμπριάννα: Αυτό που μας είχε κάνει ιδιαίτερη εντύπωση είναι όταν πήγαμε να τραγουδήσουμε στην Τιφλίδα της Γεωργίας. Οι Πόντιοι της περιοχής μάς υποδέχτηκαν και μας αποχαιρέτησαν στο αεροδρόμιο με δάκρυα στα μάτια, μας έβλεπαν σαν συγγενείς.
Και
στη δισκογραφία δεν τα πήγατε άσχημα.
Κάνατε 20 περίπου προσωπικούς δίσκους
με παραδοσιακά που διασκεύασε -
ενορχήστρωσε ο Καρυοφύλλης, αλλά και
με τραγούδια που έγραψε (στίχους και
μουσική) ο ίδιος ο Δοϊτσίδης.
Θεοπούλα: Ναι,
δεν έχουμε παράπονο, όλα πήγαν καλά. Αν
και στους πρώτους μας μεγάλους δίσκους,
ειδικά τη δεκαετία του '70, οι ηχογραφήσεις
γίνονταν σε μια μέρα και το αποτέλεσμα
δεν ήταν αυτό που θέλαμε. Έτσι ήταν τότε οι
εταιρείες, πίεζαν στους χρόνους και
ήθελαν να βγάλουν γρήγορα στην αγορά
πολλά πράγματα, χωρίς να δίνουν τον
απαιτούμενο χρόνο για σωστές καταγραφές
του υλικού. Δυστυχώς, η παραδοσιακή μουσική αντιμετωπίστηκε με προχειρότητα και ευκαιριακό τρόπο από τους τότε
εταιριάρχες και παραγωγούς της δισκογραφίας.
Λαμπριάννα: Στις παλιές ηχογραφήσεις θυμάμαι πως χωρίζανε με παραβάν τους μουσικούς μέσα στο στούντιο και εμείς τραγουδούσαμε αγκαλιασμένες σε ένα μικρόφωνο. Από κάθε δίσκο κάτι κερδίσαμε, και εμείς προσπαθούσαμε πάντα για το καλύτερο. Είχαμε κάνει και έναν δίσκο σε άλλη εταιρεία οι δυο μας, το 1981. Ο πατέρας μας έπαιζε ως μουσικός, αλλά δεν τραγουδούσε, ούτε ήταν στο εξώφυλλο γιατί είχε συμβόλαιο με τη Music Box, ενώ εμείς δεν είχαμε συμβόλαιο αποκλειστικής συνεργασίας.
Τι θυμάστε από τον δικό σας χώρο, το Θρακιώτικο Στέκι (1980-1994) στην Καλλιθέα;
Θεοπούλα: Πολλές ωραίες αναμνήσεις. Ήταν ένα σημείο αναφοράς, ένα στέκι όχι μόνο των θρακιωτών της Αττικής, αλλά και όλων των ανθρώπων που αγαπούσαν την παραδοσιακή ελληνική μουσική.
Λαμπριάννα: Παντρέψαμε πολύ κόσμο εκεί! Και φυσικά εκεί μεγαλώσαμε και τα παιδιά μας! Την Χριστίνα που τώρα μένει με την οικογένειά της στον Πειραιά και τον Νίκο που είναι στη Θεσσαλονίκη και τα παιδιά της Θεοπούλας: Την Ευαγγελία που ζει με την οικογένειά της στο Διδυμότειχο και τον Καρυοφύλλη που είναι στην Αθήνα.
Πώς είναι να τραγουδάτε χωρίς τον Καρυοφύλλη;
Θεοπούλα: Δύσκολο! Ο πατέρας μας πέθανε πλήρης ημερών και έργου, λίγο καιρό μετά τον θάνατο της μητέρας μας. Δεν άντεξε μακριά της. Είναι αισθητή η απουσία τους, μας λείπουν καθημερινά. Οφείλουμε όμως να συνεχίσουμε το έργο τους.
Λαμπριάννα: Κοίτα, Θεοδόση, εμείς δεν διεκδικούμε δάφνες! Για τον μπαμπά μας όμως θέλουμε να αποτιμηθεί το έργο του και η προσφορά του όπως του αξίζει.
Νομίζω πως έχει γίνει αυτό! Έχει πάρει τη θέση που του αξίζει στο παραδοσιακό τραγούδι.
Όχι συνολικά, όχι από όλους. Κάποιοι συνεχίζουν να τον παραγκωνίζουν, και μετά θάνατον! Και ειδικά στον ιδιαίτερη πατρίδα μας, στον Έβρο. Και αυτό είναι άδικο για έναν καλλιτέχνη - δημιουργό που έχει αφιερώσει την ύπαρξή του στη διατήρηση και διάδοση της θρακιώτικης παράδοσης.
Η σχέση της οικογένειας με τον Χρόνη Αηδονίδη (23/09/1928 - 23/10/2023) πως ήταν;
Γεννήθηκαν και μεγάλωσαν στον ίδιο τόπο, στην Καρωτή Διδυμοτείχου. Είχαν μια παράλληλη σχεδόν σταδιοδρομία. Ήταν δύο χρόνια μεγαλύτερος από τον πατέρα μας και έφυγε πολύ νωρίς (το 1950) για την Αθήνα, όπου εργαζόταν ως λογιστής στο Σισμανόγλειο Νοσοκομείο. Είχαμε εξαιρετικές ανθρώπινες σχέσεις και συνεργαστήκαμε πολλές φορές από το 1973 έως το 1985. Ήταν μέλος του συγκροτήματος. Τραγουδούσαμε μαζί πολλές φορές και στο "Θρακιώτικο Κέντρο" που είχαμε φτιάξει στην Καλλιθέα. Σπουδαίος ερμηνευτής και άνθρωπος επικοινωνιακός και με χιούμορ! Το 1981 τον συνοδεύαμε ερμηνευτικά οι δυο μας και ο πατέρας μας με το ούτι, στο δίσκο του "Μουσικά Κεντήματα της Θράκης". Κάποια στιγμή, όμως, για διάφορους λόγους, χάλασε η σχέση τους και απομακρύνθηκε ο ένας από τον άλλον.
Πώς βλέπετε τα συγκροτήματα και τους νέους καλλιτέχνες που καταπιάνονται με το παραδοσιακό τραγούδι;
Θεοπούλα: Με επιφυλακτικότητα. Κάποιοι κάνουν εξαιρετική δουλειά και τα προσεγγίζουν με σεβασμό και αγάπη και κάποιοι άλλοι όχι.
Λαμπριάννα: Εμένα μου αρέσουν αυτά που βλέπω και ακούω από τα νέα γκρουπ. Εξελίσσονται τα πράγματα, έτσι είναι η ζωή. Και οι πειραματισμοί χρειάζονται!
Ποιους ξεχωρίζετε, ενδεικτικά, από τη νέα γενιά;
Ξεχωρίζουμε τον Νίκο Ζαπάρτα, τον Βαγγέλη Κατσουλίδη, την Ανατολή Μαργιόλα, τη Σεμέλη Παπαβασιλείου, το Δημήτρη Μπάκουλη, τη Σταυρούλα Δαλιάνη, τον Μάκη Μπακλατζή από την Καβάλα, που τραγουδά και παίζει βιολί στα "Μπρατίμια". Ο κατάλογος είναι ατελείωτος, έχουμε πολλά ταλέντα!
Η πιο πρόσφατη δισκογραφική σας εμπειρία πως ήταν;
Λαμπριάννα: Συμμετέχουμε με τέσσερα τραγούδια στον δίσκο – βιβλίο του γιου μου Νίκου Αγγούση "Με μια πνοή...Χορός" (Ακούσματα γηγενών και προσφύγων του Έβρου) που κυκλοφόρησε το 2020.
Θεοπούλα: Όχι επειδή είναι ανιψιός μου, αλλά πρόκειται για έναν εξαίρετο καλλιτέχνη και δάσκαλο μουσικής. Αυτό το cd είναι μια προσωπική δουλειά του Νίκου, εμείς συμμετέχουμε τιμητικά με τις ερμηνείες μας και είναι μια αξιοπρόσεκτη παραγωγή, όπως και ο τελευταίος δίσκος που κάναμε με τον πατέρα μας, "Λαλήματα στο σεργιάνι". Κι εκεί ο Νίκος έβαλε τη σφραγίδα του με το κλαρίνο και τις μουσικές του γνώσεις.
Η πρώτη και η τελευταία φωτογραφία του άρθρου είναι του Θεοδόση Βαφειάδη, που έλαβε τη συνέντευξη την άνοιξη του 2025. Οι υπόλοιπες είναι από το αρχείο της Οικογένειας Δοϊτσίδη.
Πολιτιστικό ιστολόγιο (από το 2009 έως το 2026) και ραδιοφωνική εκπομπή (από το 1999 έως το 2022 στη Θράκη) με άρθρα, συνεντεύξεις, αφιερώματα, ρεπορτάζ, απόψεις, ιδέες και θέσεις γύρω από το Βιβλίο, τη Μουσική και το Ελληνικό Τραγούδι, το Θέατρο και τον Κινηματογράφο, τα Εικαστικά και τη Φωτογραφία. Για αποστολές βιβλίων, περιοδικών, μουσικών έργων (LP-CD), καθώς επίσης και για προτάσεις, ιδέες, παρατηρήσεις, επικοινωνήστε μαζί μας: theodosisv@gmail.com
/////
Επιτρέπεται η χρήση και η αναδημοσίευση των άρθρων και των φωτογραφιών, με σαφή αναφορά της πηγής σε ενεργό σύνδεσμο. Υπεύθυνος - Διαχειριστής: Θεοδόσης Βαφειάδης.