Πέμπτη, 14 Νοεμβρίου 2019

Αντίσταση δίχως αύριο


«το δικό μας πνεύμα κουρνιάζει πια σωπασμένο
μες στο λυκόφως των καιρών»
                                                                                               Δημήτρης Χατζής

Σε ένα απομακρυσμένο χωριό της Ηπείρου οι κάτοικοι βρίσκονται αντιμέτωποι με μια αναπότρεπτη οικολογική καταστροφή: το νερό είναι μολυσμένο, τα ζώα και τα φυτά έχουν δηλητηριαστεί. Η ακλόνητη άρνηση λιγοστών ανθρώπων και κυρίως ενός πατέρα και του παράλυτου γιου του να εγκαταλείψουν τον τόπο τους, ακόμη κι αν τους παρέχονται οι ευκολίες της διαφυγής, κατέχει σημαίνουσα θέση στην αφήγηση. Ο Μιχάλης Μακρόπουλος στήνει στο νέο του βιβλίο «Μαύρο νερό» (εκδόσεις Κίχλη, 2019), με υποδόρια οξύτατο τρόπο και εφιαλτική διαύγεια, ένα δυστοπικό σκηνικό, όπου οι εχθρικές υλικές συνθήκες αντιμάχονται τα πιο γνήσια ανθρώπινα αισθήματα.

Οι δύο αυτοί αντιθετικοί άξονες συνθέτουν με την ίδια ένταση τις κύριες νοηματικές γραμμές που ακολουθεί το δραματικό κείμενο. Μπροστά στη συντελεσμένη καταστροφή, η επείγουσα έκκληση για εκκένωση συναντά την ανυποχώρητη στάση των εναπομεινάντων κατοίκων, την οποία τροφοδοτεί η άμετρη αγάπη για τον τόπο και τους ανθρώπους που πέρασαν από αυτόν: «Ως και στα πιο ερειπωμένα σπίτια του χωριού ζούσαν ακόμα φαντάσματα, κοιμόνταν στα μουχλιασμένα στρώματα, ψηλαφούσαν με άυλα δάχτυλα τις παλιές φωτογραφίες πίσω απ’ το σκονισμένο τζάμι· τα σαπισμένα σανίδια έτριζαν άηχα κάτω από τα βήματά τους». 

Η προσοχή έλκεται σε πολύ μεγάλο βαθμό από αυτή τη συνειδητή επιλογή των κατοίκων, που στην πλειοψηφία τους είναι άρρωστοι ή τυφλοί και ριζώνονται πεισματικά στον ερημωμένο και μολυσμένο τόπο με το «μαύρο νερό», καθώς  η εγκατάλειψη της εστίας ισοδυναμεί με τον ψυχικό θάνατο. Εκτός από τη συντροφιά των αγίων στις εικόνες και τις σκιές των αγαπημένων προσώπων, η ανάγνωση βιβλίων προσφέρεται ως στήριγμα και ως μέθοδος ίασης ή διαφυγής για το νεαρό Χριστόφορο που είναι ανάπηρος εκ γενετής: «ο πατέρας είχε βάλει στη βρύση ένα φίλτρο και το άλλαζε κάθε χρόνο – αυτό, τα τρόφιμα και τα βιβλία του Φόρη ήταν τα μόνα τους έξοδα».

Τη συγκινητικά αφοσιωμένη στάση του πατέρα προς τον γιο και την αλληλεγγύη μεταξύ των κατοίκων με σκοπό να επιβιώσουν, αντιπαλεύουν κάποτε στιγμές ηθικής εξαχρείωσης και αποκτήνωσης. Η βαρύνουσα επίδραση, εξάλλου, των ολέθριων ανθρώπινων πρακτικών και των επεμβάσεων στην περιβάλλουσα ορεινή φύση, καθιστά διάχυτη την αίσθηση του βουβού πόνου για τη ζωή που δύσκολα μπορεί να συντηρηθεί. Ο συγγραφέας, εγείροντας ένα εύφορο έδαφος προβληματισμού και προκαλώντας ανείπωτη συγκινησιακή φόρτιση στον αναγνώστη, αρθρώνει, με τρόπο ποιητικό, ακριβή και απέριττο, ένα μεστό αφηγηματικά νόημα που εδραιώνεται πάνω στο αντιθετικό δίπολο του καταστροφικού ευδαιμονικού τρόπου διαβίωσης και της άκαμπτης αντίστασης απέναντι στη συναισθηματική «ανυδρία». 

Η σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία βρίσκεται στο απόγειό της.

Αθηνά Ντίνου

Σάββατο, 9 Νοεμβρίου 2019

Η Χρύσα Προκοπάκη μεταφράζει Μολιέρο


Κυκλοφόρησαν πρόσφατα από τις ποιοτικές Εκδόσεις του Μορφωτικού Ιδρύματος Εθνικής Τράπεζας τρεις αξιόλογες μεταφραστικές αποδόσεις της Χρύσας Προκοπάκη στα εξής θεατρικά έργα του Μολιέρου: "Ο Μισάνθρωπος" (2018), ο "Αμφιτρύων" και "Το σχολείο των γυναικών" (2019). Πρόκειται για προσεγμένα και άκρως καλαίσθητα βιβλία, που πλαισιώνονται από πλούσιες σημειώσεις και ενδιαφέροντα επίμετρα της μεταφράστριας. 

Η Χρύσα Προκοπάκη γεννήθηκε στην Κομοτηνή και μεγάλωσε στην Αθήνα. Έχει γράψει ποιητικές συλλογές και δοκίμια, ενώ έχει ασχοληθεί ιδιαιτέρως με το έργο του Γιάννη Ρίτσου και του Στρατή Τσίρκα. Οι μεταφράσεις της σε έργα των Αριστοφάνη, Μολιέρου, Τσέχωφ και Μαγιακόφσκι αποτελούν υποδειγματικές μεταφραστικές καταθέσεις για το ελληνικό θέατρο. 


Ο Μισάνθρωπος, το κορυφαίο, κατά πολλούς, επίτευγμα του μεγάλου Γάλλου δραματουργού, του Μολιέρου (1622-1673), είναι συνάμα ένα κομβικής σημασίας έργο του γαλλικού κλασικισμού, αλλά και της παγκόσμιας λογοτεχνίας γενικότερα. Κεντρικός χαρακτήρας του έργου είναι ο Αλσέστ, μια από τις πλέον εμβληματικές και διαχρονικές μορφές της μολιερικής πινακοθήκης: ο ανυποχώρητος ιδεαλιστής και ηθικολόγος, που αξιώνει μια κοινωνική ζωή χωρίς υποκρισία και κατά συνθήκη ψεύδη, θεμελιωμένη σε μια άνευ ορίων και άνευ όρων ειλικρίνεια ανεξαρτήτως κόστους. Η παρουσία ενός τέτοιου ανθρώπου στη γαλλική αυλική κοινωνία του 17ου αιώνα, της απόλυτης ενσάρκωσης όλων των κακών που εκείνος βδελύσσεται, παράγει ένα εκρηκτικό μείγμα και μια σειρά τραγελαφικών και συνάμα τραγικών περιπλοκών που θα επιφέρουν στο τέλος την πικρή απογοήτευση και τη γελοιοποίηση του ήρωα. 

Με την κυκλοφορία του Μισάνθρωπου το ΜΙΕΤ εγκαινιάζει την έκδοση των τριών ιστορικών μολιερικών μεταφράσεων της Χρύσας Προκοπάκη. Ακολουθούν ο Αμφιτρύων και το Σχολείο των γυναικών. Πραγματικό μεταφραστικό επίτευγμα, οι έμμετρες αποδόσεις των τριών αυτών σημαντικών μολιερικών έργων από τη Χρύσα Προκοπάκη είναι εξάλλου συνυφασμένες και με τρεις κορυφαίες στιγμές της πρόσφατης ιστορίας του θεάτρου μας, καθώς ευτύχησαν να παρουσιαστούν από τον Λευτέρη Βογιατζή σε παραστάσεις που άφησαν, πραγματικά, εποχή. Ο Μισάνθρωπος με την παρούσα μετάφραση παίχτηκε για πρώτη φορά στην Αθήνα στο Θέατρο της Οδού Κυκλάδων στις 7 Απριλίου 1996 από τη Νέα Σκηνή του Λευτέρη Βογιατζή. 


Θα μπορούσαμε να ονομάσουμε τον Αμφιτρύωνα «Κωμωδία των μεταμορφώσεων» ή «Προσωπεία του δόλου». Στη βάση του μύθου και της ίντριγκας βρίσκεται το προσωπείο, το διπλό πρόσωπο. Οι θεοί έχουν δύο μορφές, τη θεϊκή και την ανθρώπινη. Οι αλλεπάλληλες μεταμορφώσεις τους -για να φέρουμε το μύθο στα μέτρα μας- αποκαλύπτουν γενικότερες κοινωνικές συμπεριφορές, την πρωτεϊκή φύση και τους ελιγμούς των ισχυρών. Ο Μολιέρος ήξερε πολύ καλά από προσωπεία και μεταμορφώσεις για να θίξει τα κακώς κείμενα του καιρού του και, γενικότερα, για να φωτίσει τα ανθρώπινα πάθη και παθήματα, να εκθέσει και να εκτεθεί ο ίδιος στη λυτρωτική (;) σκηνή. Μόνο που κάποτε αυτό το παιχνίδι κρύβει παγίδες…

Με την κυκλοφορία του Αμφιτρύωνα το ΜΙΕΤ συνεχίζει την έκδοση των τριών ιστορικών μολιερικών μεταφράσεων της Χρύσας Προκοπάκη. Γραμμένο σε εναλλασσόμενους ανισοσύλλαβους ομοιοκατάληκτους στίχους, το έργο αυτό είναι οπωσδήποτε το πλέον απαιτητικό όσον αφορά την απόδοσή του στα ελληνικά. Η μετάφραση της Χρύσας Προκοπάκη -ξαναδουλεμένη εκδοχή του κειμένου που παρουσίασε ο Λευτέρης Βογιατζής στο «κύκνειο άσμα» του στις 4 Αυγούστου 2012 στην Επίδαυρο- κατορθώνει να αντεπεξέλθει στις δυσκολίες με την απαράμιλλη φυσικότητα και δεξιοτεχνία που χαρακτηρίζουν τα αδιαμφισβήτητα μεταφραστικά επιτεύγματα.


Το Σχολείο των γυναικών αποτέλεσε στην εποχή του σκάνδαλο, τόσο μεγάλο μάλιστα που μόνο ο Ταρτούφος έμελλε να το ξεπεράσει. Και αυτό δεν ήταν καθόλου τυχαίο: Ο Μολιέρος έβαλε στο στόχαστρο την τρέχουσα ηθική και την κοινωνική υποκρισία, παίρνοντας θέση σε ένα καυτό πρόβλημα του καιρού του, ένα πρόβλημα που έθιγε το ίδιο το θεμέλιο της κοινωνίας, την οικογένεια. Γιατί θέμα του έργου αυτού δεν είναι άλλο από το ζήτημα του γάμου και ειδικότερα της επιλογής συζύγου. Λοιδορώντας τις κρατούσες αντιλήψεις, που αναγνώριζαν μόνο στον πατέρα ή στον σύζυγο το αποκλειστικό δικαίωμα της επιλογής, ο μεγάλος κωμικός διακηρύσσει ότι σχολείο της ηθικής δεν είναι τα απομονωμένα μοναστήρια, τα ηθικοπλαστικά αναγνώσματα και οι κάθε είδους απαγορεύσεις και περιορισμοί, αλλά αυτή η ίδια η κοινωνική ζωή όταν πραγματώνεται με πνεύμα απόλυτης ελευθερίας και εμπιστοσύνης. Σε μια εποχή σαν τη δική μας, όπου καθημερινά διαπιστώνουμε πως η ουσιαστική ισοτιμία και ο σεβασμός της προσωπικότητας των γυναικών εξακολουθεί να αποτελεί το ζητούμενο, το έργο αυτό παραμένει εξίσου καυτό και επίκαιρο. 

Με την κυκλοφορία του Σχολείου των γυναικών το ΜΙΕΤ ολοκληρώνει την έκδοση των τριών ιστορικών μολιερικών μεταφράσεων της Χρύσας Προκοπάκη. Η μετάφρασή της -ξαναδουλεμένη εκδοχή του κειμένου που είχε παρουσιάσει ο Λευτέρης Βογιατζής στις 4 Απριλίου 2004 στο Θέατρο της Οδού Κυκλάδων- κατορθώνει να αντεπεξέλθει στις δυσκολίες τις οποίες παρουσιάζει η απόδοση ενός έμμετρου, ποιητικού και συνάμα σπαρταριστά κωμικού θεατρικού λόγου, με την απαράμιλλη φυσικότητα και δεξιοτεχνία που χαρακτηρίζουν τα αδιαμφισβήτητα μεταφραστικά επιτεύγματα.



Λίγα λόγια για τις Εκδόσεις του Μορφωτικού Ιδρύματος Εθνικής Τράπεζας

Πρωταρχική μέριμνα του Μορφωτικού Ιδρύματος Εθνικής Τραπέζης από την εποχή της σύστασής του παραμένει η κατάρτιση ενός εκδοτικού προγράμματος με επιστημονικά συγγράμματα γενικής παιδείας, που απευθύνονται στον σπουδαστικό κόσμο και στο ευρύτερο καλλιεργημένο αναγνωστικό κοινό.

Η σχεδόν πενηντάχρονη εκδοτική δραστηριότητα του ΜΙΕΤ έχει αποδώσει μέχρι σήμερα γύρω στους 500 τίτλους πρωτότυπων και μεταφρασμένων έργων.

Στόχος του εκδοτικού προγράμματος, που καταρτίζεται από ειδική επιτροπή μελών του Διοικητικού Συμβουλίου του ΜΙΕΤ, είναι η παραγωγή έργων υποδομής, αναγνωρισμένης αξίας στη διεθνή βιβλιογραφία, τα οποία να αποτελούν όχι μόνο επωφελή αναγνώσματα αλλά και πανεπιστημιακά βοηθήματα υψηλού επιπέδου.

Τα βιβλία του ΜΙΕΤ, γραμμένα ή μεταφρασμένα από έγκυρους επιστήμονες και φροντισμένα από έμπειρους επιμελητές, επιδιώκεται να πληρούν με τον αρτιότερο τρόπο τους όρους της επιστημονικής και αισθητικής δεοντολογίας.

Διευθυντής του Ιδρύματος ο Διονύσης Καψάλης. Οι μεταφράσεις της Χρύσας Προκοπάκη αφιερώνονται στον ηθοποιό και σκηνοθέτη Λευτέρη Βογιατζή.

Για περισσότερα εδώ και εδώ!

Η Ιστορία της Γαλλικής Επανάστασης σ' ένα βιβλίο-σταθμό


Η Ιστορία της Γαλλικής Επανάστασης (1789-1799), έτσι όπως την έγραψε ο μεγάλος Γάλλος ιστορικός Albert Mathiez και κυκλοφόρησε για πρώτη φορά στην Ελλάδα, από τις Εκδόσεις Γκοβόστη, το 1946, σε μετάφραση Τάσου Γιάνναρα. Ένα έργο μνημείο, 536 σελίδων, από την πλούσια ιστορική-πολιτική βιβλιοθήκη του γνωστού εκδοτικού οίκου, μόλις επανεκδόθηκε!

Οι αληθινές Επαναστάσεις, εκείνες που δεν περιορίζονται στο να μεταβάλουν τους πολιτικούς τύπους και το κυβερνητικό προσωπικό, μα που μεταμορφώνουν τους θεσμούς και μετατοπίζουν την ιδιοκτησία, επιτελούνται για πολύν καιρό αθέατα, πριν ξεσπάσουν φανερά κάτω απ' την επίδραση τυχαίων περιστατικών. Η Γαλλική Επανάσταση, που παραξένεψε με την ακάθεκτη αιφνιδιαστικότητά της εκείνους που στάθηκαν οι δημιουργοί και οι καρπωτές της καθώς κι εκείνους που ήταν τα θύματά της, προπαρασκευάστηκε σιγά-σιγά έναν ολόκληρο αιώνα και περισσότερο. Ξεπρόβαλε απ' το χάσμα που κάθε μέρα γινόταν όλο και βαθύτερο ανάμεσα στην πραγματικότητα και τους νόμους, ανάμεσα στου θεσμούς και στα ήθη, ανάμεσα στο γράμμα  και στο πνεύμα.

Αλμπέρ Ματιέ (10 Ιανουαρίου 1874 – 25 Φεβρουαρίου 1932): Γάλλος ιστορικός ο οποίος είναι γνωστός για τη μαρξιστική προσέγγισή του στη μελέτη της Γαλλικής Επανάστασης. Ο Ματιέ εξέτασε την εν λόγω ιστορική περίοδο υπό το πρίσμα της πάλης των τάξεων. Σπούδασε στην École Normale Supérieure δίπλα στον François Aulard, από τον οποίο δέχτηκε πολύ ισχυρές επιρροές, ενώ επηρεάστηκε και από τον κοινωνιολόγο Emile Durkheim. Ο Ματιέ άλλαξε ριζικά την κατεύθυνση των ιστορικών σπουδών της Γαλλικής Επανάστασης. Ανέτρεψε την παλαιότερη ιστοριογραφική παράδοση, εξαίροντας τη μορφή του Ροβεσπιέρου σε σχέση με την προσωπικότητα του Δαντόν, και ερμήνευσε τα γεγονότα με βάση την ενδελεχή σπουδή των οικονομικοκοινωνικών παραγόντων, που έως τότε είχαν παραγνωριστεί. Έτσι έδωσε μια νέα γενική θεώρηση των γεγονότων της Γαλλικής Επανάστασης, που διακρίνεται κυρίως στα έργα του Société des études robespierristes (1917-1918), Autour de Danton (1926), La Révolution française (1922-1927), La Vie chère et le mouvement social sous la Terreur (1927) και Girondins et Montagnards (1930).

Γραικοί στην Τασκένδη - Με τη σκέψη στην πατρίδα


Οι νέοι που μεγάλωναν στην Τασκένδη άκουγαν τις ιστορίες των γονέων τους από την εποχή του Εμφυλίου και αντιλαμβάνονταν πως κάτι πολύ κακό συνέβη στη χώρα τους. Η ιστορία της Ελένης, μητέρας της Γιάννας, είναι μια πραγματική ιστορία που περιγράφει πώς βρέθηκε από την Ήπειρο στην Τασκένδη μετά την υποχρεωτική επιστράτευσή της στον Δημοκρατικό Στρατό. Ήταν ένα 15χρονο κορίτσι όταν ξεκίνησε η περιπέτειά της και μπορούσε να σκοτωθεί από στιγμή σε στιγμή, όπως χιλιάδες Έλληνες αντάρτες και στρατιώτες, αδέλφια, ξαδέλφια, χωριανοί και φίλοι. 

Μέσα από τις ατέλειωτες συζητήσεις των Ελλήνων της ξενιτιάς, των πρώην καπεταναίων του ΕΛΑΣ και των ανταρτών του ΔΣΕ, η νέα γενιά των προσφύγων στην Τασκένδη άκουγε συνταρακτικές αληθινές ιστορίες. Στο βιβλίο χρησιμοποιήθηκαν χειρόγραφα αυτόπτων μαρτύρων και αφηγήσεις ανθρώπων, σπαράγματα αληθινής ιστορίας, που έζησαν κατά την Κατοχή-Εμφύλιο. 

Πίσω από κάθε μικρή ιστορία αυτών των ανώνυμων και επώνυμων πατριωτών υπάρχουν πραγματικές ανθρώπινες υπάρξεις, πραγματικά ιστορικά γεγονότα με ημερομηνίες, τοποθεσίες και ονόματα αυτών που επέζησαν με εμφανή και μη τραύματα και βρέθηκαν να ζουν στην ξενιτιά. Αυτό το μυθιστόρημα επιδιώκει να διαφυλάξει τη μνήμη αυτών που έζησαν τα συνταρακτικά γεγονότα της Κατοχής και κυρίως του Εμφυλίου. 

Αυτοβιογραφικό σημείωμα της Άννας Παπαδημητρίου: 
Γεννήθηκα το 1950 από Έλληνες γονείς στην Τασκένδη, πρωτεύουσα του Ουζμπεκιστάν της Κεντρικής Ασίας. Οι γονείς μου εκδιώχθηκαν μετά την ήττα του ΔΣΕ το ’49 στην Αλβανία όπου έζησαν δύο μήνες, μέχρις ότου καθοριστεί ο τελικός προορισμός τους. Εκεί στην Τασκένδη γνώρισαν ανθρώπους διαφορετικής εθνικότητας και θρησκείας, διαφορετικής ψυχοσύνθεσης, με άλλες αντιλήψεις, συνήθειες και συμπεριφορές. Εγώ, από το 1950, έζησα με τους γονείς μου στην Τασκένδη, όπου τελείωσα το 11τάξιο υποχρεωτικό σχολείο, τη Μαιευτική σχολή και το Βιολογικό τμήμα του Πανεπιστημίου της πόλης. Το 1974 παντρεύτηκα έναν Έλληνα ιατρό και εργάστηκα ως ερευνήτρια στο εξεταστικό τμήμα του Ερευνητικού Ινστιτούτου Φυματίωσης της πόλης. Το 1977 επαναπατρίστηκα με τον σύζυγό μου και την ίδια χρονιά έδωσα γραπτές εξετάσεις στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης για αναγνώριση του πτυχίου μου. Για να δουλέψω στη Μέση Εκπαίδευση έπρεπε να αναγνωρίσω και το απολυτήριο του Λυκείου. Κατόπιν των εξετάσεων στην ύλη της Γ΄ Λυκείου, λαμβάνω το ελληνικό Απολυτήριο. Διορίστηκα στη Μέση Εκπαίδευση στο νομό Καστοριάς. Κατά διαστήματα εργάστηκα στη Μέση Εκπαίδευση στην Αττική και τη Θεσσαλονίκη. Έχουμε δύο γιους. Ο μεγαλύτερος τελείωσε την Οδοντιατρική Αθηνών και ο μικρότερος την Α.Σ.Ο.Ε. της Αθήνας.

Τον πρόλογο του βιβλίου υπογράφει ο Μιλτιάδης Δ. Πολυβίου και το βιβλίο κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Επίκεντρο.

Η ιστορική νουβέλα Ταράς Μπούλμπα


Άλλη μια σπουδαία επανέκδοση από τον πλούσιο κατάλογο των Εκδόσεων Γκοβόστη. Ο Ταράς Μπούλμπα με τη μετάφραση του Άρη Αλεξάνδρου (πρώτη έκδοση: 1973). 

Η πασίγνωστη ιστορική νουβέλα Ταράς Μπούλμπα περιλαμβανόταν στη συλλογή «Μίργκοροντ» μαζί με τα διηγήματα Γαιοκτήμονες της παλαιάς εποχής και Ιστορία της διαμάχης του Ιβάν Ιβάνοβιτς με τον Ιβάν Νικηφόροβιτς, αλλά διαφέρει πολύ από τα διηγήματα αυτά. Εδώ περιγράφεται ο ηρωικός αγώνας των Ζαποροζιάνων κοζάκων κατά των Πολωνών, χωρίς να αποσιωπάται η αγριότητά τους. Ο Μπούλμπα είναι φοβερά πεισματάρης. 

Ήταν από εκείνους τους χαρακτήρες που θα μπορούσαν να σφυρηλατηθούν στο δύσκολο 15ο αιώνα, στη μισονομαδική εκείνη γωνιά της Ευρώπης, όταν όλη η νότια αρχέγονη Ρωσία, παρατημένη από τους πρίγκηπές της, είχε ερημωθεί και είχε κατακαεί μέχρι το τελευταίο χόρτο, απ’ τ’ ασυγκράτητα μογγολικά στίφη όταν, στερημένος απ’ το σπίτι του κι από κάθε λογής στέγη, ο άνθρωπος έγινε αναγκαστικά ριψοκίνδυνος ξεχνώντας πως υπάρχει φόβος στον κόσμο. Την πανάρχαιη ειρηνική σλαβική ψυχή την ατσάλωσε η φλόγα του πολέμου και ξεπήδησε το κοζάκικο, αυτό το πλατύ, το ξέφρενο δημιούργημα της ρωσικής ψυχής. 

Ο Γκόγκολ με αυτό το έργο, αλλά και με την όλη συγγραφική παραγωγή του, έγινε ο άνθρωπος που βοήθησε τη Ρωσία να δει τον εαυτό της, για να μπορέσει έπειτα από αυτό ν’ αλλάξει. Και αυτόν τον Γκόγκολ που, όσο λίγοι, ήξερε να αποκαλύπτει κάθε χυδαιότητα της ζωής και κάθε ταπεινό κίνητρο και να καλλιεργεί στους ανθρώπους, με τον τρόπο αυτό, την έφεση για το καλό, είναι που γνωρίζουν και θα γνωρίζουν, και θα μελετούν οι άνθρωποι κάθε χώρας, που θα θέλουν τους συνανθρώπους τους αντάξιους του τίτλου του ανθρώπου.

Ο Νικολάι Βασίλιεβιτς Γκόγκολ, μοναχογιός Ουκρανού γαιοκτήμονα, γεννήθηκε στην κωμόπολη Σόροτσινκ την 1η Απριλίου του 1809. Το 1828 πήγε στην Αγία Πετρούπολη, όπου έγινε γνωστός στους λογοτεχνικούς κύκλους. Το 1831 βραβεύτηκε για την πρώτη συλλογή διηγημάτων του. Αργότερα έγραψε το κλασικό έργο Ταράς Μπούλμπα. Μεταξύ 1826-48 έζησε κυρίως στη Ρώμη όπου ολοκλήρωσε ένα από τα αρτιότερα μυθιστορήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας, Οι Νεκρές Ψυχές. Το 1842 δημοσίευσε μια άλλη διάσημη εργασία, Το Παλτό, διήγημα για έναν υπάλληλο που πέφτει θύμα της ρωσικής κοινωνικής αδικίας. Το επόμενο έτος πραγματοποίησε προσκύνημα στους Αγίους Τόπους. Στο δρόμο της επιστροφής ένας ιερέας τον έπεισε πως το καλλιτεχνικό του έργο ήταν αμαρτωλό. Αποφάσισε τότε να καταστρέψει διάφορα αδημοσίευτα χειρόγραφά του. Το 1852 πέθανε στη Μόσχα, σε ηλικία μόλις σαράντα τριών ετών.

Η Λάθος χώρα του Γκαζμέντ Μ. Καπλάνι


Ο Καρλ και ο Φρεντερίκ είναι δύο αδέλφια από το Τερς της Αλβανίας: μια φανταστική κωμόπολη που κουβαλάει τα έντονα χνάρια της Βαλκανικής ιστορίας, από την Οθωμανική Αυτοκρατορία μέχρι τις ημέρες μας. Ο πατέρας τους, ένας φανατικός σταλινικός που έχει βαφτίσει τους δυο γιους του προς τιμή του Μαρξ και Έγκελς, πεθαίνει και ο Καρλ επιστρέφει στο Τερς για την κηδεία. Ενώ ετοιμάζονται να θάψουν τον πατέρα τους, τα δυο αδέλφια «ξεθάβουν» απωθημένα και εκ διαμέτρου αντίθετες εκδοχές του παρελθόντος. 

Ο Καρλ είναι ο άσωτος γιος, ο μετανάστης που έγινε πολίτης του κόσμου. Ο Φρεντερίκ δεν εγκαταλείπει ποτέ το Τερς και ακολουθεί ευλαβικά τα πατροπαράδοτα. Ο Καρλ προσπαθεί να ρίξει φως πάνω στο παρελθόν της οικογένειας και της πατρίδας του. Ο Φρεντερίκ επιθυμεί να το θάψει στη λήθη. Οι προσωπικές ιστορίες των δυο αδελφών θα ταξιδέψουν τον αναγνώστη σε δύο ηπείρους και πέντε πόλεις – με σημαντικότερες στάσεις το Τέρς και την Αθήνα. 

Ο Αλβανός Γκαζμέντ Καπλάνι, ένας συγγραφέας που θεωρείται σήμερα ως μια από τις πιο πρωτότυπες φωνές της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας, γράφει ένα μυθιστόρημα που διαβάζεται απνευστί και κόβει την ανάσα: επειδή μιλάει στην καρδιά όσων πληρώνουν το τίμημα του να μην ανήκουν σε καμία χώρα παρά μόνο στον εαυτό τους. 

Το «Λάθος Χώρα» έχει τον ιλιγγιώδη ρυθμό ενός βασανιστικού ταξιδιού και στοχάζεται πάνω στα προσωπικά και συλλογικά επώδυνα διλήμματα της Αλβανίας, της Ελλάδας, της Ευρώπης. Κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Επίκεντρο της Θεσσαλονίκης.

Η στέπα, η ιστορία ενός ταξιδιού


Η "Στέπα" με τη μετάφραση της Δέσποινας Δετζώρτζη και την εικονογράφηση του Δημήτρη Μυταρά, κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Γκοβόστη το 1973 και η πρώτη έκδοση στην παρούσα μορφή το 2018. 

Όταν δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά η Στέπα, όλοι οι κριτικοί την επαίνεσαν με τα πιο κολακευτικά λόγια. Είπαν ότι ο Τσέχωφ είναι μεγαλοφυία και τον συγκρίνανε με τον Γκόγκολ και τον Τολστόη. Ο Γκόρκη είπε ότι όλες οι σελίδες της Στέπας είναι σαν κεντημένες με ψιλό μαργαριτάρι. Και μια άλλη φορά έγραψε στον Τσέχωφ: «Ξέρετε τι κάνετε; Σκοτώνετε το ρεαλισμό… Σε λίγο θα πεθάνει, για πολύ καιρό μάλιστα… Κανένας δεν ξέρει να γράφει έτσι απλά όπως εσείς για απλά πράγματα… Τα διηγήματά σας είναι μικρά όμορφα μπουκάλια γεμάτα με όλα τα αρώματα της ζωής…». 

Στη νουβέλα αυτή η Στέπα δεν είναι σκηνικό, είναι ένα πρόσωπο, είναι ένας ολόκληρος κόσμος. Κέντρο στα διηγήματα του Τσέχωφ είναι σχεδόν πάντα ο άνθρωπος, όποια κι αν είναι η ιστορία του, και κυρίως όταν δεν έχει καμιά ιστορία. Όταν όμως θέλει να παρουσιάσει ένα αντικείμενο ή ένα ζώο, τότε και αυτά γίνονται πρόσωπα. Το αγοράκι που είναι το κεντρικό πρόσωπο της Στέπας και οι άνθρωποι που είναι γύρω του ταξιδεύουν με τη μπρίτσκα ή με τα αργοκούνητα κάρα και μαζί τους ταξιδεύει και η στέπα. Τους καίει ο ήλιος, τους μουσκεύει η βροχή, δροσίζονται στο ποτάμι, ο πραγματικός όμως ήρωας της νουβέλας είναι η στέπα. Είναι η μόνη νουβέλα του Τσέχωφ όπου ήρωας είναι η φύση. Και φαίνεται να συμβολίζει αυτό που αναζητούν οι άνθρωποι στη ζωή.

Ο Αντόν Πάβλοβιτς Τσέχωφ γεννήθηκε στις 17 Ιανουαρίου του 1860 στην κωμόπολη Ταγκανρόγκ της νότιας Ρωσίας. Πέθανε στις 2 Ιουλίου του 1904 στη γερμανική πόλη Μπαντενβέιλερ. Ο Τσέχωφ έγινε γνωστός περισσότερο για τα θεατρικά του έργα, με τα οποία αναμόρφωσε το ρωσικό και επηρέασε το παγκόσμιο θέατρο. Ωστόσο, το πεζογραφικό του έργο –που αποτελεί, έναν αιώνα μετά, πολύτιμη παρακαταθήκη, λογοτεχνική και κοινωνική– ποτέ δεν παραγνωρίστηκε από τους κριτικούς και το κοινό. Στα έργα του αποτυπώνεται η διαρκής φθορά της καθημερινής ζωής. Οι ήρωές του είναι άνθρωποι της ανώτερης κυρίως τάξης, που «ξοδεύουν» τη ζωή τους μέσα στην πνιγερή ατμόσφαιρα της ρώσικης επαρχίας.

"Νότες Λογοτεχνίας"

Πολιτιστικό ιστολόγιο (από το 2009) και ραδιοφωνική εκπομπή με τίτλο "Να μείνουν μόνο τα τραγούδια" (από το 1998), με συνεντεύξεις, απόψεις, ιδέες και θέσεις γύρω από τη Μουσική, το Ελληνικό Τραγούδι, το Θέατρο, το Βιβλίο, τον Κινηματογράφο, τα Εικαστικά, τη Φωτογραφία, το Ραδιόφωνο, τη Θράκη.

Επιτρέπεται η χρήση και η αναδημοσίευση των άρθρων και των φωτογραφιών, με σαφή αναφορά της πηγής σε ενεργό σύνδεσμο. Υπεύθυνος - Διαχειριστής: Θεοδόσιος Π. Βαφειάδης.

Βιβλιοκριτικές γράφει και η αριστούχος απόφοιτη Ελληνικής Φιλολογίας του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης, Αθηνά Ντίνου, όπως και άλλοι φιλόλογοι.