Τρίτη, 2 Ιουνίου 2020

Το ποτάμι της μνήμης ως καταφύγιο


Το συγκλονιστικό βιβλίο «Πάνω στα ποτάμια που κυλούν» του κορυφαίου συγγραφέα και ψυχιάτρου, Αντόνιο Λόμπο Αντούνες (Λισαβόνα, 1942), κυκλοφόρησε πριν λίγους μήνες από τις εκδόσεις Πόλις, σε μετάφραση της Μαρίας Παπαδήμα. Ο σημαντικός μυθιστοριογράφος μετατρέπει το επώδυνο βίωμά του (καθώς είχε διαγνωσθεί με την ανίατη ασθένεια) σε λογοτεχνία υψηλών αξιώσεων, προσφέροντας μια καθηλωτική αναγνωστική εμπειρία.

Δεκαπέντε ημέρες νοσηλείας στο νοσοκομείο της Λισαβόνας καταχωρίζονται σε ισόποσες ημερολογιακές σημειώσεις, που εκκινούν από τις 21 Μαρτίου 2007 έως τις 4 Απριλίου του ίδιου χρόνου. Η ασθένεια παρομοιάζεται με αχινό, που «μόλις ο γιατρός τον ονόμασε καρκίνο οι καμπάνες της εκκλησίας άρχισαν να χτυπούν και η πομπή προχώρησε προς την κατεύθυνση του νεκροταφείου με το φέρετρο ανοιχτό κι ένα παιδί μέσα». Σε ολόκληρη την τριτοπρόσωπη αφήγηση, η αναμέτρηση με το χειροπιαστό ενδεχόμενο του θανάτου αποτυπώνεται με έναν εντυπωσιακά χειμαρρώδη λόγο, με μια γραφή ρέουσα και ρυθμική, ένα παραλήρημα που ξεχειλίζει από ποίηση και που αποφεύγει τις συντακτικές συμβάσεις (τοποθετούνται τελείες μονάχα στο τέλος κάθε ημερολογιακής ημέρας).

Πρόκειται για ένα ενδιαφέρον και ιδιότυπο χρονικό που συνδυάζει την αναπόληση με την οδύνη και την υπαρξιακή αγωνία, συμπλέκοντας αριστοτεχνικά παρόν και παρελθόν. Τις ώρες που παρελαύνει το ιατρικό προσωπικό και  ο ασθενής βρίσκεται υπό την επήρεια φαρμάκων, πλάθεται ένας ονειρικός αλλά και σπαρακτικός κόσμος, που ακολουθεί τις ποικίλες διακλαδώσεις του χρόνου και της μνήμης. Η καταφυγή στις αναμνήσεις προσφέρεται ως πηγή ανακούφισης από τον πόνο και τον φόβο του θανάτου, αν όχι ως ίαση. Η εμπειρία της νοσηλείας μεταστοιχειώνεται σε έναν ποταμό που ανασύρει μνήμες, εικόνες και διαψεύσεις από το παρελθόν, τροφοδοτώντας την ¨επιστροφή προς την πηγή της ύπαρξης, προς τα μυστήρια και τη «χαμένη χαρά» της παιδικής ηλικίας¨. Τα αγαπημένα πρόσωπα του ασθενή βρίσκονται επίμονα και συγκινητικά παρόντα στο μυαλό του, κρατώντας του το χέρι σε αυτή την αδυσώπητη μάχη: 

«Aν η μητέρα του ακουμπούσε το μάγουλό της στο δικό του, ακόμα και γριά, ακόμα και τυφλή, η λέξη γιος θα είχε νόημα, όχι η λέξη αρρώστια, όχι η λέξη θάνατος, ενόσω θα προχωρούσε με τα ποτάμια χωρίς τίποτα να τον εμποδίζει, συνοδευόμενος από το πασοντόμπλε ενός μακρινού σαξόφωνου, στην κατεύθυνση της θάλασσας». 


Λίγα λόγια για τον συγγραφέα:
Ο Αντόνιο Λόμπο Αντούνες θεωρείται ως μία από τις μεγαλύτερες μορφές της σύγχρονης λογοτεχνίας. Γεννήθηκε στη Λισαβόνα το 1942. Σπούδασε ιατρική και ειδικεύτηκε στην ψυχιατρική. Είναι διδάκτορας του Καθολικού Πανεπιστημίου της Λισαβόνας και άσκησε το επάγγελμα του ψυχιάτρου σε νοσοκομεία της πόλης. Έχει γράψει περισσότερα από είκοσι μυθιστορήματα που μεταφράστηκαν σε δεκάδες γλώσσες, κερδίζοντας σημαντικές λογοτεχνικές διακρίσεις. Έχει τιμηθεί με το μεγαλύτερο πορτογαλικό βραβείο, το βραβείο Καμόες, το 2007. 


Εδώ μπορείτε να διαβάσετε κείμενα και για άλλα βιβλία από τις εκδόσεις Πόλις.

Δευτέρα, 18 Μαΐου 2020

Ο παραλογισμός του πολέμου



«Κι όταν φθάνουμε στη ζώνη όπου αρχίζει το μέτωπο
  γινόμαστε ανθρώπινα κτήνη»
                                          Έριχ Μαρία Ρεμάρκ

Αν στο εμβληματικό «Ταξίδι στην άκρη της νύχτας» του Σελίν διατυπώνεται η αποστροφή προς την κτηνωδία και τη ματαιότητα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, με το δικαίωμα στη ζωή να ορθώνεται δυνατότερο μέσα στο πρωτοφανές αυτό το ψυχορράγημα, στο νέο βιβλίο του γεννημένου στο Παρίσι, Νταβίντ Ντιόπ (σενεγαλέζικης καταγωγής), το αντιπολεμικό μήνυμα αρθρώνεται μέσω της συνταρακτικής αφήγησης ολότελα ακραίων μορφών της εμπόλεμης παράνοιας.

Το βιβλίο τιτλοφορείται «Τη νύχτα, όλα τα αίματα είναι μαύρα» και προσδένεται όχι μόνο στις θεματικές  που φωτίζουν αποτροπιαστικές όψεις του Μεγάλου Πολέμου, αλλά αναδεικνύει και το θέμα της επάνδρωσης των γαλλικών στρατευμάτων από Αφρικανούς που, εθελοντικά ή δια της βίας, οδηγήθηκαν στο παγκόσμιο σφαγείο. Βασική πραγμάτευση του βιβλίου αποτελούν οι αποτροπιαστικές ενέργειες εκδικητικού χαρακτήρα που διαπράττονται από τον εξαγριωμένο, Σενεγαλέζο τυφεκιοφόρο Αλφά Ντιάγε, ο οποίος επιδίδεται μεθοδικά στην  κατακρεούργηση του εχθρού, ως μεταστοιχείωση του πόνου, της βιωμένης φρίκης του πολέμου και τελικά των συμπλεγμάτων ενοχής: «Κανείς δε θα μάθαινε ότι ο Μαντέμπα με είχε ικετέψει τρεις φορές να τον αποτελειώσω, ότι έμεινα ασυγκίνητος σ’ αυτές τις τρεις ικεσίες, ότι στάθηκα απάνθρωπος επειδή άκουσα τη φωνή του καθήκοντος. Όμως τώρα ήμουν ελεύθερος να μην την ακούω πια, να μην υπακούω σ’ αυτή τη φωνή, που προστάζει να μη δείχνω ανθρωπιά εκεί που πρέπει».

Το επεισόδιο του βασανιστικού θανάτου του αδελφικού του φίλου Μαντέμπα και η οδύνη της απώλειας πυροδοτούν τα απάνθρωπα πάθη, ακολουθώντας απροσδόκητη και σπαραχτική κατεύθυνση. Συνεχείς φραστικές αναδιπλώσεις με έντονα δραματικό αλλά και αλληγορικό τόνο, σε συνδυασμό με μια αναπάντεχα ποιητική γλώσσα εν μέσω αδιανόητων και σκληρών περιγραφών, εξεικονίζουν την τραγικότητα της κατάστασης του κεντρικού ήρωα, που όταν πέφτει η νύχτα και τερματίζεται η δράση των στρατιωτών, εκείνος μεταλλάσσεται σε «έναν δαίμονα που καταβροχθίζει ψυχές» και φέρνει ως τρόπαια το ένα κομμένο χέρι μετά το άλλο.

Στο δεύτερο μισό μέρος και έχοντας απομονωθεί ο Αλφά στα μετόπισθεν, η ακτίνα δράσης μεταφέρεται στα πρότερα χρόνια της ζωής του στην Αφρική. Διαφωτιστικές αφηγήσεις για τον τρόπο που βίωσε τον αποχωρισμό από τη μητέρα του, για τον ισχυρό φιλικό δεσμό που είχε αναπτύξει με τον Μαντέμπα, για την αδιαπραγμάτευτη ανάγκη του να αγαπήσει και να αγαπηθεί, μαρτυρούν τη βαθιά ανθρώπινη πλευρά του. Εκείνος βρέθηκε «στη γη του κανενός» (εδώ εμφανίζεται φραστική ομοιότητα με το προαναφερθέν έργο του Σελίν), χωρίς στην πραγματικότητα να είναι ο άγριος Αφρικανός που συλλέγει κομμένα χέρια των εχθρών, αλλά τραγικό απότοκο της παράφρονος δίνης του πολέμου: «Τα επτά χέρια μου ήταν η μανία, ήταν η εκδίκηση, ήταν η τρέλα του πολέμου», ενός πολέμου διαβρωτικού και παράλογου, όπου η ανθρωπιά και αλληλεγγύη συμπλέκονται με την άκρατη βιαιότητα. Αλήθεια, υπάρχει λογική μέσα σε αυτόν;


Το βιβλίο τιμήθηκε με το βραβείο Γκονκούρ. Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πόλις, με την εύστοχη μετάφραση της Αλεξάνδρας Κωσταράκου και το κατατοπιστικό επίμετρο της Έφης Γαζή.

Σάββατο, 9 Μαΐου 2020

Ντοστογιέφσκι και Ταγγόρ επανεκδίδει ο Γκοβόστης


Μετά τις τέσσερις πρώτες επανεκδόσεις (ΕΔΩ), οι Εκδόσεις Γκοβόστη επανακυκλοφορούν (Μάρτιος 2020), άλλα δύο έργα της ιστορικής σειράς "Μικρή Βιβλιοθήκη Μεγάλων Αριστουργημάτων" της "Εκδοτικής Εταιρείας Ανατολή". Είναι το "Μια γλυκιά γυναίκα" του Ντοστογιέφσκι στην μετάφραση του Άρη Αλεξάνδρου και το "Ο εθνικισμός εις την Δύσιν" του Ραμπιντρανάθ Ταγγόρ (1861-1941, Καλκούτα), του ποιητή, μουσικού και επιστήμονα της Ινδίας και του Μπαγκλαντές, ο πρώτος Ασιάτης που πήρε βραβείο Νόμπελ (1913). Μετάφραση: Κοραλία Μακρή.

"Μια γλυκιά γυναίκα" (Πρώτη έκδοση: 1926)

Ένας σύζυγος στέκεται μπροστά στη νεκρή γυναίκα του και λίγο λίγο καταφέρνει να συγκεντρώσει τις σκέψεις του. Mια σειρά από αναμνήσεις τον φέρνει τελικά αναπότρεπτα στην αλήθεια και αυτή η αλήθεια ανυψώνει το μυαλό και την καρδιά του.

H Eκδοτική Eταιρεία Aνατολή εγκαινιάζει τη «Mικρή Λογοτεχνική Bιβλιοθήκη» της με ένα μικρό αριστουργηματάκι του μεγαλύτερου Pώσσου λογοτέχνη Θ. Δοστογιέβσκυ. Tα έργα που θ’ ακολουθήσουν, σε γλαφυρές μεταφράσεις και με την ίδια και μεγαλύτερη εκδοτική επιμέλεια, θα κάνουν γνωστά στο αναγνωστικό κοινό τα ωραιότερα έργα της παγκοσμίου διανοήσεως. Με χαμηλές τιμές, με το μικρότερο εκδοτικό κέρδος, μια φιλοδοξία έχει η Eκδοτική Eταιρεία Aνατολή: Nα διαδώση το βιβλίο και να το καταστήση προσιτό στον καθένα. Αυτή είναι η βάση πάνω στην οποία θα στηριχθή και ο χρόνος θα δείξη κατά πόσο το πέτυχε. [...]

Κώστας Γκοβόστης, 1926.



"Ο εθνικισμός εις την Δύσιν" (Πρώτη έκδοση: 1929)

Υπάρχει τάχα σ' ολόκληρη την ιστορία της ανθρωπότητος -και στις πιο ζοφερές της ακόμη περιόδους-, φρικτότερο πράγμα από τον εγκληματικό Εθνικισμό, που έμπηξε τόσο βαθιά τα νύχια του στο ζωντανό σώ­μα του κόσμου και ενέτεινε όλη του την προσοχή στο πώς να μην εξασθενίσει ούτε στιγμή η δύναμη των νυ­χιών αυτών; [...] Μήτε ο άχρωμος κι ακαθόριστος κο­σμοπολιτισμός, μήτε η περιπαθής αυτολατρεία, που χαρακτηρίζει την εθνικιστική διδασκαλία, φαίνονται να είναι ο σκοπός της ανθρώπινης ιστορίας.

Η Φιλοσοφική και Κοινωνιολογική Βιβλιοθήκη της «ΑΝΑΤΟΛΗΣ», θα περιλάβη όλα τα έργα των διασημοτέρων σοφών. Όλες οι επιστήμες, ιδίως όμως η Φιλοσοφία, η επιστήμη αυτή των επιστημών, και η νέα, πλην όμως τόσο ενδιαφέρουσα Κοινωνιολογία, δα αντιπροσωπεύσουν αναλόγως. Με νέα έργα, με ειδικούς μεταφραστές, για κάδε βιβλίο και με άφθονα τεχνικά μέσα, η ΑΝΑΤΟΛΗ θα παρουσιάση κάτι εντελώς νέο, κάτι τέλειο.
Κώστας Γκοβόστης, 1926.

Για περισσότερα βιβλία των Εκδόσεων Γκοβόστη, εδώ!

Παρασκευή, 8 Μαΐου 2020

Αρλέτα - Από πού πάνε για την άνοιξη;


Αρλέτα
«Από πού πάνε για την άνοιξη;»
(Εκδόσεις «Καστανιώτη», 1997).

Γράφει ο φιλόλογος και ραδιοφωνικός παραγωγός Αλέξης Λιόλης

Μια πολύ ιδιαίτερη και πολύ προσωπική έκδοση της Αρλέτας, με κείμενα, σκίτσα, σχέδια και τραγούδια της. Η ίδια την αφιερώνει:

«Στους φίλους κατά σειράν εμφανίσεως και αντοχής
Στους εχθρούς κατά κράτος
Και σ’ εσένα».

Κείμενα και ζωγραφικά έργα της Αρλέτας, πεζά και έμμετρα, έγχρωμα κι ασπρόμαυρα, αλληγορικά και υπαινικτικά, πλέουν στις σελίδες του βιβλίου. 

Διαχέονται στα κεφάλαια:

ü Η εποχή των φόνων
ü Η εποχή των καταλοίπων
ü Highseason
ü Η εποχή της ερήμου
ü Από που πάνε για την άνοιξη;

Η Αρλέτα διευκρινίζει στον πρόλογο:

«Εδώ θέλησα να βάλω κάποια τάξη στο χάος μου. Οι ενότητες αυθαίρετες. Τα τραγούδια όρια. Κείμενα και σχέδια πλέουν σε χρόνο σχετικό. Διαχέονται. Εγώ λαθροκυνηγός μιας κατακερματισμένης ιδανικής εποχής που μόνο θραύσματά της οσμίζομαι, ίσα ίσα για να τρελαίνομαι πάλι. Η ιεροτελεστία της ανασφάλειας. Τα σαφή είναι νεκρά. Τα ζωντανά φευγαλέα. Την εποχή – κωδικό όνομα άνοιξη δεν την ορίζω, την ονειρεύομαι…».

Κι αλλού, γράφει:

«Ζούμε σε έναν κακομεταφρασμένο κόσμο. Άλλοι κόσμοι, χειρότεροι ίσως, είχαν μια κοινή γλώσσα, κοινά κατανοητούς κώδικες. Σήμερα, όλα θέλουν μετάφραση, όλα αυθαίρετα φορούν την ταμπελίτσα που τα βολεύει. Τίποτα σ’ αυτή την εποχή της εικόνας δεν δείχνει τι είναι, όλα δείχνουν κάτι άλλο. Λέμε φύγε κι εννοούμε μείνε, λέμε καλημέρα κι εννοούμε άι στο διάολο, λέμε καλώς όρισες κι εννοούμε ξεκουμπίδια. Όσο για τους πολιτικούς, η μετάφραση είναι αδύνατη. Όσο πιο αδύνατη, τόσο πιο πετυχημένος ο πολιτικός. Η τέχνη είναι από τη φύση της ανοχύρωτη κι έτσι ήταν εύκολο θύμα. Όσο πιο ασαφής, τόσο καλύτερα, λένε οι πορνοβοσκοί της. Άλλο περίπλοκο, άλλο περίτεχνο, άλλο ασαφές, αλλά ποιός νοιάζεται, μιας και μπερδεμένη βολεύει καλύτερα! 

Άλλωστε, ποιος έχει χρόνο; Timeismoney, poylakimoy!

Ζούμε σ’ έναν κακομεταφρασμένο κόσμο, γι’ αυτό τσακωθήκαμε.
Εσύ με μετέφραζες λάθος, εγώ νόμιζα ότι με μεταφράζεις σωστά.

Το γελοίο είναι ότι δεν χρειαζότανε μετάφραση».

Το βιβλίο «Από που πάνε για την άνοιξη;» κλείνει με τους στίχους του τραγουδιού της Αρλέτας «Λίμνη για να κολυμπάς»:

Ήταν άνοιξη θυμάμαι που σε γνώρισα
πήρα χρώματα χαμένα, σε ζωγράφισα
ασημένιο απ’ το φεγγάρι, μπλε της θάλασσας
πράσινο της παραζάλης, μοβ της μοναξιάς.

Μπερδεμένο κουβαράκι σε ξεμπέρδεψα
κι έγινε η κλωστή ποτάμι και ταξίδεψα
ως εκεί που δε θυμάσαι, δεν φαντάζεσαι
ως τη άκρη της αβύσσου που βυθίζεσαι.

Κι έριξα χρυσό διχτάκι και σε ψάρεψα
σε μια λίμνη φιλντισένια σε ξανάριξα
τίποτα δε σου ζητάω και δε μου χρωστάς
μόνο να ’μαι εγώ η λίμνη για να κολυμπάς.

Πέμπτη, 7 Μαΐου 2020

«Κόμπο τον κόμπο» θα στα πω


Η πρώτη συγγραφική δουλειά της Δήμητρας Λουκά «Κόμπο τον Κόμπο» (εκδόσεις Κίχλη, 2019) συνιστά ένα αξιοπρόσεκτο και κοπιαστικό εγχείρημα, που κινείται με πυκνό τρόπο στον χώρο της μικρής φόρμας. Σε τόνο εξομολογητικό, είκοσι δύο πρωτοπρόσωπες αφηγήσεις ανασύρουν τραυματικές αναμνήσεις και βιώματα που καλύπτουν χρονικά αρκετές δεκαετίες του 20ού αιώνα (πριν και κατά τη διάρκεια της Κατοχής, του εμφυλίου σπαραγμού και της ξενιτιάς). Η ελληνική επαρχία επιλέγεται ως υπόβαθρο των καλοδουλεμένων  ιστοριών, ενώ ζηλευτή αποτελεί η υιοθέτηση ενός λόγου πηγαίου και ακριβή, χωρίς παραγεμίσματα, με έντονο το στοιχείο της προφορικότητας που προσιδιάζει σε μια γνήσια ηπειρώτικη ντοπιολαλιά.

Το κύλισμα του χρόνου φέρνει αργά στην επιφάνεια κρυφές στιγμές ενός ανάλγητου, οδυνηρού παρελθόντος, όπου ο θάνατος και το φονικό, η αδικία, η εκδίκηση και η κακοσύνη βρίσκονται σε πρώτο πλάνο. Με θαυμαστή, αφηγηματική άνεση αποτυπώνονται συνταρακτικές σκηνές ενός μεγάλου εύρους της νοσηρότητας των οικογενειακών δεσμών, κυρίως της γονεϊκής επιδραστικής συμπεριφοράς στη ζωή ενός παιδιού. Ο (αρνητικός) αντίκτυπος των πράξεων τον γονέων είναι επίμονα παρόν και παρουσιάζεται, ως επί το πλείστον, να καταστρατηγεί τη ζωή των απογόνων. Πατέρας αφήνει έγκυο την κόρη του, άλλος δολοφονεί το παιδί του για λόγους οικονομικούς και η μητέρα «δεν έχυσε ούτε ένα δάκρυ σαν πέθανε το παιδί της», κόρη αισθάνεται κατάφωρη αδικία από την πλευρά του πατέρα: «Όλο το χωριό το ξέρει που μ’ αδίκεψε, δεν ήθελα παρτίδες μ’ αυτόν ούτε στη ζωή, ούτε και στο θάνατο θέλω. Να τον κλάψουν εκείνοι που τον έχασαν, εγώ δεν έχασα κανέναν», ενώ δεν εκλείπουν και κάποια ίχνη αυτοθυσίας και αφοσίωσης, εν μέσω όλης αυτής της παραφοράς.

Διαβάζουμε στο οπισθόφυλλο: «Στη συλλογή διηγημάτων Κόμπο τον κόμπο όλες σχεδόν οι ιστορίες έχουν τη μορφή της εξομολόγησης ή της εξιστόρησης γεγονότων που αφορούν το παρελθόν. Οι αφηγητές, φορείς του παραδοσιακού πολιτισμού οι περισσότεροι, με έναν αδρό προφορικό λόγο και με δωρική λιτότητα υφαίνουν λέξη τη λέξη, κόμπο τον κόμπο, τα προσωπικά πάθη αλλά και τις πληγές της Κατοχής και του Εμφυλίου σε κρουστές ιστορίες. Ηρωίδες που βίωσαν τη σκληρότητα της αρχαϊκής κοινωνίας και άλλες που ύψωσαν το ανάστημά τους και πάλεψαν στις πιο αντίξοες συνθήκες ήρωες-θύματα των κοινωνικών προκαταλήψεων και άλλοι που τους συνέθλιψαν οι μυλόπετρες της Ιστορίας αφηγήσεις όπου το χάσμα ανάμεσα στον πάνω και τον κάτω κόσμο κλείνει χάρη στον πόθο για το σμίξιμο ζωντανών και νεκρών εραστών.

Όλα αυτά συνθέτουν τον κόσμο του βιβλίου της Δήμητρας Λουκά, έναν κόσμο τραχύ, ο οποίος δονείται από δυνατά πάθη και ένστικτα και συνάμα κυριαρχείται από τους ισχυρούς δεσμούς της κοινότητας. Τον κόσμο αυτόν διασώζει από τη λήθη η συγγραφέας, χωρίς νοσταλγία, αλλά με αγάπη για την ομορφιά και την καταλυτική δύναμη της γλώσσας του». Ιδιαίτερης δυναμικής το συγγραφικό ντεμπούτο της Δήμητρας Λουκά, η οποία έχει γεννηθεί στην Πρέβεζα το 1970, είναι φιλόλογος και εργάζεται στην ιδιωτική εκπαίδευση. Της ευχόμαστε ανάλογη συνέχεια.

Παρασκευή, 17 Απριλίου 2020

Ο Θανάσης Γκαϊφύλλιας για το Αγύριστο Κεφάλι

(Χειρόγραφο Άλκη Αλκαίου - Αρχείο Θανάση Γκαϊφύλλια)

Ο ΑΛΚΗΣ, Ο ΜΙΛΤΟΣ ΚΙ ΕΓΩ

Γνώρισα τον Άλκη μέσα από το “Εμπάργκο”. Ο στίχος του Άλκη απρόσμενα δυνατός και πρωτότυπος, έτσι όπως παντρεύτηκε με τη μουσική του Θάνου, προκαλούσε ρίγη συγκίνησης σε όλη τη χώρα. Τα τραγούδια ήταν στα χείλη όλου του κόσμου και δεν υπήρχε πρόγραμμα που να μην περιλαμβάνει την “Πιρόγα”. Ακουγόταν ακόμα και στα σκυλάδικα. Όπως έγινε αργότερα και με τη “Ρόζα”. Ο Θάνος όργωνε την Ελλάδα και παρουσίαζε τα τραγούδια τους με τεράστια επιτυχία αλλά ο Άλκης ποτέ δεν εμφανίστηκε για να εισπράξει τον έπαινο, την αγάπη και το μερίδιο της δόξας που δικαιούνταν. Η απουσία του βέβαια από τη δημόσια σφαίρα δε μπορούσε να περάσει απαρατήρητη και αόριστες φήμες άρχισαν να μιλούν για σοβαρό πρόβλημα υγείας. Ο Άλκης συνέχισε να γράφει και να εκπέμπει από το κρησφύγετο του ποιήματα που έκρυβαν μέσα τους φως και άλλοτε sos. ..."πώς να ημερέψει ο νους μ' ένα σεντόνι πώς να δεθεί η Μεσόγειος με σχοινιά αγάπη που σε λέγαμ' Αντιγόνη".

Το '98 κατέβηκα στην Αθήνα για να κάνουμε με το Μίλτο Πασχαλίδη εμφανίσεις στη μουσική σκηνή “Μεσόγειος” που βρισκόταν στην Πατησίων. Κάναμε και μία εμφάνιση στην τηλεόραση για να ενημερώσουμε τους φίλους μας και την εκπομπή την είδε και ο Άλκης. Πήρε λοιπόν τηλέφωνο το Μίλτο με τον οποίο ήταν φίλοι και μας προσκάλεσε να πάμε σπίτι του για να με γνωρίσει. Αυτή κι αν ήταν πρόσκληση! Πήγαμε κάπου στα βόρεια προάστια και χτυπήσαμε την πόρτα ενός απλού σπιτιού. Μας καλωσόρισε ένας χαμογελαστός και ευχάριστος άνθρωπος και δίπλα του στεκόταν όρθιος, όσο μπορούσε, ο Άλκης. Αν και με είχε προετοιμάσει ο Μίλτος, σοκαρίστηκα από την εικόνα που είδα και προσπάθησα να κρύψω την ταραχή μου πίσω από ένα χαμόγελο. Ο Άλκης που δε χαμπάριαζε από κάτι τέτοια, μ' έναν λεπτεπίλεπτο αυτοσαρκασμό διέλυσε την αμηχανία μου.-”Καλωσόρισες Θανάση, από δω ο πατέρας μου που με γηροκομεί”.

(Η κοινή τηλεοπτική εμφάνιση των Θ.Γ. & Μ.Π. στην ΕΡΤ, Άνοιξη 1998)

Μας οδήγησε στο σαλόνι στηριζόμενος πότε στο τοίχο και πότε στα έπιπλα κι έτσι όπως συστρεφόταν το κορμί του σε κάθε βήμα, τον φαντάστηκα πάνω σ' ένα καναβάτσο να παλεύει με το αόρατο τέρας της αρρώστιας χωρίς διαιτητή, χωρίς κανόνες. Οι λαβές ήταν θανάσιμες και τον είχαν τσακίσει αλλά ο Άλκης ήταν όμορφος. Στο πρόσωπό του είχε διατηρηθεί η ομορφιά της νιότης που είναι αποτυπωμένη στις λιγοστές φωτογραφίες που υπάρχουν δημοσιευμένες από το μακρινό 1968. Ήταν εκείνο το καλοκαίρι που κατέβηκα πρώτη φορά στην Αθήνα και τραγουδούσα δίπλα στο Γιώργο Ζωγράφο. Τότε με είδε για πρώτη φορά ο Άλκης αλλά δεν είχαμε γνωριστεί. Τώρα ήθελε να μάθει τα πάντα για μένα, για τη ζωή μου στην Κομοτηνή, για τις δραστηριότητές μου, για τις ανεξάρτητες παραγωγές μου, για την οικογένεια και κυρίως για τα όνειρα και τις προοπτικές της Θράκης. Η κουβέντα κυλούσε σε πολύ ευχάριστη ατμόσφαιρα αλλά κάποια στιγμή έπρεπε να αποχωρίσουμε για να ξεκουραστεί. Πριν φύγουμε κανονίσαμε στην επόμενη συνάντηση να οργανώσουμε καρέ για πόκερ αλλά αυτό τελικά δεν έγινε ποτέ.

Μετά από δύο μέρες με παίρνει ο Μίλτος τηλέφωνο και μου λέει πως... ο Άλκης σου έγραψε ένα συγκλονιστικό ποίημα. Έχω πάθει πλάκα!!! Με φώναξε και μου το έδωσε να σ' το φέρω αλλά εγώ θέλω πρώτα να το μελοποιήσω και μετά θα στο φέρω”. Έτσι κι έγινε. Και μετά από άλλες δύο μέρες, ήρθε ο Μίλτος στο σπίτι της Μαρτίν που με φιλοξενούσε και μου έφερε δύο δώρα. Πρώτα το ποίημα που έγραψε για μένα ο Άλκης. Το αγύριστο κεφάλι. Με την πρώτη ανάγνωση κατάλαβα ότι όσο κουβεντιάζαμε στο σπίτι του με περνούσε από ψυχογράφο. Ήθελε να διαπιστώσει αν, η εικόνα που είχε σχηματίσει για μένα όλα αυτά τα χρόνια, ταίριαζε με τον άνθρωπο που είχε απέναντί του. Προφανώς έμεινε ικανοποιημένος διαπιστώνοντας πως ότι υπερασπίζομαι με τα τραγούδια μου, είναι για μένα τρόπος ζωής. Πως μένω σταθερός στη ρότα μου. Όχι πως αυτό είναι πάντα καλό, γι αυτό και ο Άλκης μου προσάπτει με πολλή αγάπη αυτόν τον χαρακτηρισμό. Αγύριστο κεφάλι.

(Ο Μίλτος Πασχαλίδης για το Θανάση Γκαϊφύλλια: ΕΔΩ!)

Το ποίημα ως περιεχόμενο, είναι ένα αριστούργημα αλλά και ως εικόνα είναι ένα έργο τέχνης. Είναι να θαυμάζει κανείς το μεγαλείο της ψυχής και της θέλησης που έκρυβε μέσα του ο Άλκης. Παρόλα τα προβλήματα που είχε με τα χέρια και τα δάχτυλα, όταν έπιανε το στυλό ζωγράφιζε. Κι ύστερα άκουσα τη μελοποίηση. Ο Μίλτος απογείωσε τον υπέροχο λόγο κι έγραψε ένα από τα καλύτερα τραγούδια του.

Αυτοί οι δύο άνθρωποι, ο Άλκης και ο Μίλτος, μου κάναν ένα σπάνιο και ακριβό δώρο. Το τραγούδι της ζωής μου. Τους ευχαριστώ.

Θανάσης Γκαϊφύλλιας

Το παραπάνω κείμενο δημοσιεύτηκε στο καλό μουσικό site "Μουσικά Προάστια" του Ηρακλή Οικονόμου (15/04/2020). Ήθελα από παλιά να γράψω την ιστορία αυτού του τραγουδιού. Ευχαριστούμε τον σπουδαίο μας τραγουδοποιό, γι' αυτή την κατάθεση ψυχής!



Τρίτη, 14 Απριλίου 2020

"Φύγαμε!" με τον Αλέξανδρο Κάσση


Το «ΦΥΓΑΜΕ!» είναι μια ιστορία που εκτυλίσσεται στην Θεσσαλονίκη και στην γύρω απ’ αυτήν περιοχή. Κύριος χαρακτήρας είναι η Μελίνα, μία κοπέλα γύρω στα τριάντα και κάτι, φαινομενικά τακτοποιημένη και βολεμένη -με μια καλή δουλειά και ζωή- αλλά ουσιαστικά καταπιεσμένη από τους περιορισμούς και τα πρέπει που έχει ορίσει το περιβάλλον της, για αυτήν αλλά και για όλους.
Κάποια στιγμή, με αφορμή κάποια σεμινάρια στη Θεσσαλονίκη, της δίνεται η ευκαιρία να ξεφύγει από τα τετριμμένα και να αφεθεί σε ένα ταξίδι στους δρόμους της πόλης ανάμεσα σε αγνώστους, με μοναδική επιδίωξη να ζήσει σύμφωνα με τα θέλω της.
Ένα βιβλίο για την ανάγκη της φυγής από το οτιδήποτε δεν μας αρέσει και μας κάνει να ασφυκτιούμε αλλά της φυγής ως ανάγκη για να γνωρίσουμε νέα πράγματα. Επίσης μια καταγγελία για τον μη σεβασμό της προσωπικής μας διαφορετικότητας και του δικαιώματος και της αξίας να την διατηρήσουμε.


Ο Αλέξανδρος Κάσσης γεννήθηκε το 1981 στον Πειραιά. Περιπλανιέται αφηρημένος εδώ κι εκεί, είναι συλλέκτης στιγμών και ονειρεύεται να συνεχίσει να ονειρεύεται και να ενθουσιάζεται. Του αρέσει να γνωρίζει κόσμο, να δημιουργεί αναμνήσεις στους γύρω του και να ταξιδεύει αρκετά, κυριολεκτικά αλλά και μεταφορικά με τις σκέψεις του, αφού τα πιο όμορφα ταξίδια ως γνωστόν είναι αυτά του μυαλού. Πιστεύει ότι η ελευθερία δεν είναι δεδομένη και προσπαθεί συνεχώς να τη διατηρεί και να πορεύεται με γνώμονα αυτήν.


Η Μελίνα έχει βάλει τάξη στη ζωή της. Έχει μια καλή δουλειά κι έχει αποτοξινωθεί από όλες τις νεανικές της επιπολαιότητες.
Ώσπου κάποια μέρα έρχεται αντιμέτωπη με τον πειρασμό της απόκλισης από αυτήν την τόσο προγραμματισμένη ζωή. Θα αντισταθεί, αλλά στο τέλος θα αφεθεί.
Το αποτέλεσμα είναι ένα σχεδόν αυθόρμητο ταξίδι σε καινούριες αναζητήσεις και απρόοπτες καταστάσεις, που την κάνουν να φλερτάρει άλλοτε με το άγνωστο και άλλοτε με τον ίδιο της τον εαυτό.

Το βιβλίο κυκλοφόρησε το 2015 από τις Εκδόσεις Γαβριηλίδης. Επικοινωνία με τον συγγραφέα, εδώ!

"Νότες Λογοτεχνίας"

Πολιτιστικό ιστολόγιο (από το 2009) και ραδιοφωνική εκπομπή με τίτλο "Να μείνουν μόνο τα τραγούδια" (από το 1998), με συνεντεύξεις, απόψεις, ιδέες και θέσεις γύρω από τη Μουσική, το Ελληνικό Τραγούδι, το Θέατρο, το Βιβλίο, τον Κινηματογράφο, τα Εικαστικά, τη Φωτογραφία, το Ραδιόφωνο, τη Θράκη.

Επιτρέπεται η χρήση και η αναδημοσίευση των άρθρων και των φωτογραφιών, με σαφή αναφορά της πηγής σε ενεργό σύνδεσμο. Υπεύθυνος - Διαχειριστής: Θεοδόσιος Π. Βαφειάδης.