Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βιβλιοκριτικές Αθηνάς Ντίνου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βιβλιοκριτικές Αθηνάς Ντίνου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 6 Νοεμβρίου 2024

Θεατροπαιδαγωγικές Προσεγγίσεις στη διδασκαλία της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας (Συλλογικός Τόμος - Εκδόσεις Δίσιγμα)

 

Το βιβλίο «Θεατροπαιδαγωγικές προσεγγίσεις στη διδασκαλία της αρχαίας ελληνικής γραμματείας» είναι ένας προσεγμένος συλλογικός τόμος 304 σελίδων, που προσφέρει μια ολοκληρωμένη ματιά στη δυναμική και διαδραστική διδασκαλία των αρχαίων ελληνικών κειμένων μέσω της θεατρικής τέχνης. 

Αποτέλεσμα της συνεργασίας μεταξύ καθηγητών και σπουδαστών του Μεταπτυχιακού Προγράμματος Σπουδών «Αρχαίο Θέατρο: Εκπαιδευτικές και Φιλολογικές Προσεγγίσεις» του Πανεπιστημίου Αιγαίου, ο τόμος αυτός εισάγει καινοτόμες μεθόδους διδασκαλίας που ενθαρρύνουν τη βαθύτερη κατανόηση και την προσωπική εμπλοκή με τα κείμενα της αρχαίας ελληνικής γραμματείας.

Διαρθρωμένος σε έξι ενότητες, ο τόμος εξετάζει τη θεατροπαιδαγωγική προσέγγιση των αρχαιοελληνικών έργων μέσα από 70 προτάσεις που βασίζονται στο θεατρικό παιχνίδι, τη διερευνητική δραματοποίηση, το θέατρο αναγνωστών, τα σκετς και το παιχνίδι ρόλων.

Κάθε ενότητα παρέχει συγκεκριμένες διδακτικές προτάσεις για την πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση, εμπλουτίζοντας το διδακτικό έργο με μεθοδολογίες και μεθόδους που προάγουν την κριτική σκέψη, τη δημιουργικότητα και τη συνεργασία των μαθητών. 

Ο τόμος αυτός αποτελεί έναν πολύτιμο οδηγό για εκπαιδευτικούς, σπουδαστές και εμψυχωτές, προσφέροντας μια νέα προοπτική στη διδασκαλία της αρχαίας ελληνικής γραμματείας μέσα από τη ζωντάνια και τη δύναμη του εφαρμοσμένου θεάτρου.

Επιστημονική Επιμέλεια: Κωνσταντίνος Μαστροθανάσης, Μαρία Κλαδάκη, Σπυρίδων Συρόπουλος

Μία από τις συγγραφείς του τόμου και η δική μας  Αθηνά Ντίνου. 

Καλοτάξιδη κι αυτή η έκδοση!

Για περισσότερα, εδώ!

Τετάρτη 9 Σεπτεμβρίου 2020

Δεν ανατρέπεται το παρελθόν

 

Ένας μεθυσμένος άντρας, ο Χέντσαρντ, κατά τη διάρκεια μιας εμποροπανήγυρης, πουλά τη γυναίκα και το παιδί του σε έναν ναυτικό για ένα ευτελές ποσό και ύστερα επιβάλλει στον εαυτό του πολυετή αποχή από το αλκοόλ. 

Από το πρώτο κεφάλαιο δίνεται ο τραγικός τόνος και διαγράφεται το οδυνηρό παρελθόν και το βαρύ φορτίο που κουβαλά ο κεντρικός ήρωας, ο οποίος από θεριστής στο επάγγελμα καταφέρνει να αναρριχηθεί κοινωνικά και να γίνει δήμαρχος και εκκλησιαστικός επίτροπος. Όταν το 1884 ο Τόμας Χάρντι ξεκίνησε να γράφει τον Δήμαρχο του Κάστερμπριτζ (εκδόθηκε το 1886 σε συνέχειες), είχε παρακινηθεί από συχνά περιστατικά αποτρόπαιης αγοραπωλησίας που δημοσιεύονταν τότε στον αγγλικό ημερήσιο τύπο. Δύσκολα θα μπορούσε να φανταστεί ότι το λογοτεχνικό του έργο θα παρέμενε αξιομνημόνευτο 136 χρόνια μετά, κυρίως ως αφετηρία συλλογισμών για τα όρια της ανθρώπινης συμπεριφοράς και την υπέρβαση του μέτρου, για τις ολέθριες και δυσερμήνευτες επιλογές που μπορεί να δράσουν καταδιωκτικά.

Μέσα σε 45 κεφάλαια που εξιστορούν ολόκληρη τη ζωή και τον θάνατο του Χέντσαρντ, καθρεφτίζονται ενδιαφέρουσες όψεις της κοινωνικής και οικονομικής πραγματικότητας της εποχής, όπως και διαφορετικές εκδοχές της γυναικείας φύσης, με φόντο ένα αγροτικό σκηνικό της Αγγλίας του 19ου αιώνα. Ο συγγραφέας σκιαγραφεί με ενάργεια τις διαδοχικές αποκαλύψεις που καταφτάνουν συνεχώς και διαρρηγνύουν την εντύπωση μιας επιτυχημένης ζωής, τις αντιξοότητες, τις ανατροπές και τις ματαιώσεις που δοκιμάζουν την αντοχή του δημάρχου, προσφέροντας μια καθηλωτική αναγνωστική εμπειρία ενός κόσμου αυθύπαρκτου και πειστικού.

Όπως αναφέρει στο προλογικό της σημείωμα η μεταφράστρια Τόνια Κοβαλένκο, η βάναυση πράξη της αγοραπωλησίας είναι «ανάλογη με την προδοσία της Κορντίλια στον Βασιλιά Λιρ και τον φόνο του Λαΐου στον Οιδίποδα Τύραννο. Οι αρνητικές δυνάμεις που αφυπνίζονται με αυτή την ύβρι, δεν θα ικανοποιηθούν παρά μονάχα με τον απόλυτο ξεπεσμό του παραβάτη – απαιτείται η πλήρης κατάρρευσή του ώστε να αποκατασταθεί η φυσική τάξη των πραγμάτων». Όπως ένας ήρωας αρχαίας τραγωδίας, ο Χέντσαρντ κατατρύχεται από τις πράξεις του παρελθόντος, όντας ο μόνος υπαίτιος των συμφορών της μοίρας του· για εκείνον είναι δύσκολο να ανατρέψει το ένοχο παρελθόν και να αποκαταστήσει τα σφάλματα και τα αποτρόπαια μυστικά που διαρκώς επιστρέφουν.

Οι μοιραίες ανθρώπινες επιλογές, ο δύστροπος χαρακτήρας με την ευμετάβλητη και «ηφαιστειώδη φύση», οι στιγμές κραιπάλης χωρίς κανένα αίσθημα μεταμέλειας ή αιτιολόγησης, είναι απότοκα μιας παρορμητικής, εγωκεντρικής και περήφανης προσωπικότητας, ολέθρια εκτεθειμένης στα ελαττώματά της. Το κύλισμα του χρόνου φέρνει μια προδιαγεγραμμένη τραγική κατάληξη, χωρίς να αποδεικνύεται καταδικαστική η εντύπωση που διαμορφώνει κανείς για τον Χέντσαρντ. Η μοναχικότητα, η δυσκολία διαχείρισης της ανάγκης της επαφής με τους άλλους και η περιπάθεια της ζωής που διαποτίζουν το κείμενο, συνυπάρχουν με αρκετές στιγμές μεγαλοσύνης και κάποτε με ένα πρωτοφανές αίσθημα καθήκοντος.

Το βιβλίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Gutenberg.

Δευτέρα 18 Μαΐου 2020

Ο παραλογισμός του πολέμου



«Κι όταν φθάνουμε στη ζώνη όπου αρχίζει το μέτωπο
  γινόμαστε ανθρώπινα κτήνη»
                                          Έριχ Μαρία Ρεμάρκ

Αν στο εμβληματικό «Ταξίδι στην άκρη της νύχτας» του Σελίν διατυπώνεται η αποστροφή προς την κτηνωδία και τη ματαιότητα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, με το δικαίωμα στη ζωή να ορθώνεται δυνατότερο μέσα στο πρωτοφανές αυτό το ψυχορράγημα, στο νέο βιβλίο του γεννημένου στο Παρίσι Νταβίντ Ντιόπ (σενεγαλέζικης καταγωγής), το αντιπολεμικό μήνυμα αρθρώνεται μέσω της συνταρακτικής αφήγησης ολότελα ακραίων μορφών της εμπόλεμης παράνοιας.

Το βιβλίο τιτλοφορείται «Τη νύχτα, όλα τα αίματα είναι μαύρα» και προσδένεται όχι μόνο στις θεματικές  που φωτίζουν αποτροπιαστικές όψεις του Μεγάλου Πολέμου, αλλά αναδεικνύει και το θέμα της επάνδρωσης των γαλλικών στρατευμάτων από Αφρικανούς που, εθελοντικά ή δια της βίας, οδηγήθηκαν στο παγκόσμιο σφαγείο. Βασική πραγμάτευση του βιβλίου αποτελούν οι αποτροπιαστικές ενέργειες εκδικητικού χαρακτήρα που διαπράττονται από τον εξαγριωμένο Σενεγαλέζο τυφεκιοφόρο Αλφά Ντιάγε, ο οποίος επιδίδεται μεθοδικά στην  κατακρεούργηση του εχθρού, ως μεταστοιχείωση του πόνου, της βιωμένης φρίκης του πολέμου και τελικά των συμπλεγμάτων ενοχής: «Κανείς δε θα μάθαινε ότι ο Μαντέμπα με είχε ικετέψει τρεις φορές να τον αποτελειώσω, ότι έμεινα ασυγκίνητος σ’ αυτές τις τρεις ικεσίες, ότι στάθηκα απάνθρωπος επειδή άκουσα τη φωνή του καθήκοντος. Όμως τώρα ήμουν ελεύθερος να μην την ακούω πια, να μην υπακούω σ’ αυτή τη φωνή, που προστάζει να μη δείχνω ανθρωπιά εκεί που πρέπει».

Το επεισόδιο του βασανιστικού θανάτου του αδελφικού του φίλου Μαντέμπα και η οδύνη της απώλειας πυροδοτούν τα απάνθρωπα πάθη, ακολουθώντας απροσδόκητη και σπαραχτική κατεύθυνση. Συνεχείς φραστικές αναδιπλώσεις με έντονα δραματικό αλλά και αλληγορικό τόνο, σε συνδυασμό με μια αναπάντεχα ποιητική γλώσσα εν μέσω αδιανόητων και σκληρών περιγραφών, εξεικονίζουν την τραγικότητα της κατάστασης του κεντρικού ήρωα που, όταν πέφτει η νύχτα και τερματίζεται η δράση των στρατιωτών, εκείνος μεταλλάσσεται σε «έναν δαίμονα που καταβροχθίζει ψυχές» και φέρνει ως τρόπαια το ένα κομμένο χέρι μετά το άλλο.

Στο δεύτερο μισό μέρος και έχοντας απομονωθεί ο Αλφά στα μετόπισθεν, η ακτίνα δράσης μεταφέρεται στα πρότερα χρόνια της ζωής του στην Αφρική. Διαφωτιστικές αφηγήσεις για τον τρόπο που βίωσε τον αποχωρισμό από τη μητέρα του, για τον ισχυρό φιλικό δεσμό που είχε αναπτύξει με τον Μαντέμπα, για την αδιαπραγμάτευτη ανάγκη του να αγαπήσει και να αγαπηθεί, μαρτυρούν τη βαθιά ανθρώπινη πλευρά του. Εκείνος βρέθηκε «στη γη του κανενός» (εδώ εμφανίζεται φραστική ομοιότητα με το προαναφερθέν έργο του Σελίν), χωρίς στην πραγματικότητα να είναι ο άγριος Αφρικανός που συλλέγει κομμένα χέρια των εχθρών, αλλά τραγικό απότοκο της παράφρονος δίνης του πολέμου: «Τα επτά χέρια μου ήταν η μανία, ήταν η εκδίκηση, ήταν η τρέλα του πολέμου», ενός πολέμου διαβρωτικού και παράλογου, όπου η ανθρωπιά και αλληλεγγύη συμπλέκονται με την άκρατη βιαιότητα. Αλήθεια, υπάρχει λογική μέσα σε αυτόν;


Το βιβλίο τιμήθηκε με το βραβείο Γκονκούρ. Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πόλις, με την εύστοχη μετάφραση της Αλεξάνδρας Κωσταράκου και το κατατοπιστικό επίμετρο της Έφης Γαζή.

Τρίτη 24 Δεκεμβρίου 2019

Το έπος και το δράμα του εθνικοαπελευθερωτικού μετώπου


«Χιλιάδες και χιλιάδες Έλληνες ανεβήκανε τότε 
στην κορφή του εαυτού τους, με το χρέος και με την ελπίδα» 
Δημήτρης Χατζής

«Τόσοι άνθρωποι ναυάγια της καταιγίδας που σαρώνει τον κόσμο, 
κι αντίς η δυστυχία να τους σμίγει, τους χωρίζει» 
Στρατής Τσίρκας

Το πρώτο μεγάλο πεζογραφικό έργο που συνέγραψε ο Μήτσος Αλεξανδρόπουλος (1924-2008), αναπαριστά αριστοτεχνικά τα ζέοντα χρόνια της κατοχής και της αντίστασης. Πρόκειται για μια ευρεία λογοτεχνική αποτύπωση της κατοχικής Ελλάδας, που αποδίδει με ενάργεια τον τρόπο που επέδρασαν τα μεγαλύτερα εγκληματικά γεγονότα της σκληρής ιστορίας του τόπου στην ελληνική συνείδηση. Η δεύτερη παγκόσμια σύρραξη, η Κατοχή, οι πολιτικές εξαρτήσεις, η αγγλική επέμβαση και ο εμφύλιος, ένας ατέλειωτος βραχνάς που πνίγει την αναπνοή και που η μόνη φωτεινή στιγμή είναι εκείνη της αντίστασης και της εθνικοαπελευθερωτικής επιθυμίας, υπενθυμίζοντας το διαχρονικό όραμα του ανθρώπου για ελευθερία και δικαιοσύνη.

Η ζωή του κεντρικού λογοτεχνικού ήρωα, Κοσμά, σμίγει με τη θυελλώδη, κοινή ανθρώπινη υπόθεση. Με ζυγισμένο λόγο, χωρίς προσπάθειες εξωραϊστικές, ο συγγραφέας, παρά τον υποκειμενικό χαρακτήρα της πρόσληψης των ιστορικών γεγονότων, δεν παραμερίζει την πολυπρισματική προσέγγιση. Αποκτά ιδιαίτερη σημασία που η στάση που υιοθετεί το κεντρικό πρόσωπο απέναντι στα πράγματα, σταδιακά διαμορφώνεται από ανύποπτη σε συνειδητή. Πριν εναντιωθεί στο κακό, το βλέπει, το βιώνει σε όλη του την τρομακτική ισχύ, κι έπειτα ακολουθεί πορεία με βάση τον κριτικό αναστοχασμό. Μια άρτια αφηγηματική σύνθεση που οικοδομείται σε δύο κύριους άξονες, την απεικόνιση όσων εκτυλίσσονται τόσο στην κατεχόμενη Αθήνα όσο και στα ελληνικά βουνά που αντιστέκονται, καλύπτοντας όλο το φάσμα των ελπίδων και των διαψεύσεών τους.

Η Αθήνα ως εμπόλεμη μικρογραφία καταρρακώνεται από τη γερμανική βιαιότητα που εφαρμόζεται στο ακέραιο και που έχει στραγγίσει κάθε δυνατότητα αξιοπρεπούς διαβίωσης. Κατά την έλευση του Κοσμά στην πόλη, ξεδιπλώνεται μια σειρά εικόνων από ανθρώπους που έχουν καταδικαστεί σε θάνατο από ασιτία. Η αρρώστια έχει προσλάβει τέτοια συχνότητα, που ακόμη και οι αφημένοι νεκροί στους δρόμους δεν προξενούν έκπληξη: «Πεθαίνουμε και ζούμε όπως τα κτήνη, η πόλη έγινε ζούγκλα, βγαίνεις από το σπίτι σου και μπαίνεις σε άγριο δάσος. Το φαρμάκι μουσκεύει σιγανά το κορμί μας, το κακό αρχίζει με την απάθεια για τον πλησίον». Ταυτόχρονα, επισημαίνεται και η ανηλεής αντιμετώπιση των υποσιτισμένων από τον ειδεχθή στρατό: «Oι Γερμανοί όρθιοι στις καρότσες, αμίλητοι. Ένας που πέρασε με το τελευταίο αυτοκίνητο, ένας κοντόχοντρος στρατιώτης, γούρλωνε κωμικά τα μάτια του, άνοιγε το στόμα και με τα δάχτυλα γούβωνε τα μάγουλά του - κορόιδευε τους πεινασμένους».

Η πρωτεύουσα παρουσιάζεται να βάλλεται, ωστόσο, και από κάποιους κατοίκους της, από όσους επιδίδονται σε πολιτικές μηχανορραφίες, από τους μαυραγορίτες, τους προδότες, τους κατασκόπους και όλους όσοι κινούνται με μοναδικό άξονα το προσωπικό συμφέρον σε αυτό το πρωτοφανές καθεστώς τρόμου. Μεγαλύτερο, όμως, μέρος του πληθυσμού, με σθεναρό αντιστασιακό φρόνημα, βρίσκεται στις διαδηλώσεις. Το πέρασμα από την πλατεία Κάνιγγος, τη Θεμιστοκλέους, κι από εκεί στη Σίνα και στην Ακαδημίας, θα είναι διαφορετικό ύστερα από την ανάγνωση αυτού του βιβλίου. Οι δρόμοι των ηρωικών συγκεντρώσεων, η αιματηρή κατάπνιξή τους, τα άσπρα φουστάνια κάτω από το τανκ, τα άοπλα αμούστακα παιδιά που εκτελέστηκαν, οι γιαγιάδες που χτυπούν με το τακούνι τους τον οδηγό του άρματος, μαρτυρούν πως η υποδούλωση και η ανέχεια δεν γονάτισαν την αντοχή, αλλά αποτέλεσαν το εκρηκτικό μείγμα.

Στο δεύτερο μέρος του βιβλίου, η αντιστασιακή μυθιστορηματική δράση μεταφέρεται στα βουνά, όπου είχε γεννηθεί ένα ισχυρό αντάρτικο κίνημα που γιγαντώθηκε σε μαζικό μέτωπο. Ένας ανυπότακτος πυρήνας που συντηρείται από ζεστές ελπίδες για λευτεριά και αποδέσμευση από τους κατακτητές, παίρνει τον πόλεμο στα χέρια του. Ο Κοσμάς, ο Κεραυνός, ο Λέων, ο Νέστορας, ο Προμηθέας, η Λαοκρατία, η Ελευθερία, εκπροσωπούν την ηρωική αντίσταση στα κακοτράχαλα βουνά. Παρά το γεγονός ότι μεγάλο μέρος των ανταρτών δεν ήταν πολιτικοποιημένο, ή δεν ανήκε στον κομμουνιστικό χώρο, υποστασιοποιήθηκε κίνημα αντιεαμισμού, η ισχυροποίηση του οποίου δίνεται με σπαρακτικές και τραγικές σκηνές. Όπως, επίσης, και οι μετέπειτα εξελίξεις που δεν αποσόβησαν τον εμφύλιο σπαραγμό.

Με δραματικό τόνο περιγράφονται τα Δεκεμβριανά, όταν και σφραγίστηκε η αντίληψη πως η αλληλοσφαγή δεν θα είχε γρήγορο τέλος. Εκείνοι που έκαναν το χρέος τους σπιλώθηκαν με μια γενικευμένη συκοφαντία που δύσκολα αντιπαλεύει κανείς, και βρέθηκαν να βαραίνουν πάνω τους κατηγορίες προδοσίας και εξομοίωσης με δολοφόνους. Ο Αλεξανδρόπουλος σημειώνει στο προλογικό σημείωμα του βιβλίου για τις παραχαράξεις των νικητών: «Είναι πολύ συγκεκριμένη αυτή η ιστορία, κολλήσανε όμως πάνω της του κόσμου οι υπερβολές και οι μύθοι και δεν είναι λίγη η επιρροή που άσκησαν, ώστε μια τόσο τίμια και γενναία υπόθεση να καταλήξει στο πολιτικό φιάσκο και στην τραγωδία».

«Ερχόταν μια αυγή θαμπή, κακογεννημένη, έτοιμη να πεθάνει στη φασκιά της», όπου είναι ασήκωτο το βάρος της απώλειας και της διάψευσης. Τα ανθρώπινα πάθη, τα ηθικά διλήμματα και οι πνευματικές ταλαντεύσεις ενός ολόκληρου λαού, συγκροτούν μια γενιά δοκιμασμένη, αφημένη στις πολιτικές σκοπιμότητες και ακέρια νικημένη. Οι Νύχτες και αυγές είναι ένα μεστό, συνταρακτικό, αναγνωστικό οδοιπορικό στην πρόσφατη και ματωμένη ιστορία του τόπου, όπου η ιστορική ακρίβεια υπερβαίνει πολλές φορές τη μυθοπλασία.

Η χειμαρρώδης ιστορική ύλη που μεταχειρίστηκε ο Μήτσος Αλεξανδρόπουλος μάς τροφοδοτεί με βαθύ προβληματισμό, αναδεικνύοντας τα πολύ ρευστά όρια του παραλογισμού και του ανθρωπισμού, καλώντας μας να δώσουμε φωνή σε όσους θυσιάστηκαν: «Οι άνθρωποι πέφτουν, αυτή ΄ναι η μοίρα τους, η ζωή όμως δε σταματάει, συνεχίζει τον ατελείωτο δρόμο. Οι σοφοί λένε πως τίποτα στον κόσμο δε χάνεται, άρα δε χάνεται και το αίμα των συντρόφων μας, επιστρέφει με άλλες μορφές, με τους καρπούς που δίνει η θυσία τους… - Ναι. Μόνο έτσι άλλωστε παρηγοριέται κανείς, αλλιώτικα πας να τρελαθείς».                                                      

Αθηνά Ντίνου

Πρώτη δημοσίευση στις Αναγνώσεις της Κυριακάτικης Αυγής (22/12/2019) και στην ιστοσελίδα της εφημερίδας Αυγή.


Το βιβλίο επανεκδόθηκε σε ενιαίο τόμο τον Ιανουάριο του 2019 από τις εκδόσεις Γκοβόστη. Το κυρίως κείμενο πλαισιώνεται από το εισαγωγικό σημείωμα της Σόνιας Ιλίνκαγια - Αλεξανδροπούλου και από τον πρόλογο του ίδιου του συγγραφέα.

Πέμπτη 14 Νοεμβρίου 2019

Αντίσταση δίχως αύριο


«το δικό μας πνεύμα κουρνιάζει πια σωπασμένο
μες στο λυκόφως των καιρών»
                                                                                               Δημήτρης Χατζής

Σε ένα απομακρυσμένο χωριό της Ηπείρου οι κάτοικοι βρίσκονται αντιμέτωποι με μια αναπότρεπτη οικολογική καταστροφή: το νερό είναι μολυσμένο, τα ζώα και τα φυτά έχουν δηλητηριαστεί. Η ακλόνητη άρνηση λιγοστών ανθρώπων και κυρίως ενός πατέρα και του παράλυτου γιου του να εγκαταλείψουν τον τόπο τους, ακόμη κι αν τους παρέχονται οι ευκολίες της διαφυγής, κατέχει σημαίνουσα θέση στην αφήγηση. Ο Μιχάλης Μακρόπουλος στήνει στο νέο του βιβλίο «Μαύρο νερό» (εκδόσεις Κίχλη, 2019), με υποδόρια οξύτατο τρόπο και εφιαλτική διαύγεια, ένα δυστοπικό σκηνικό, όπου οι εχθρικές υλικές συνθήκες αντιμάχονται τα πιο γνήσια ανθρώπινα αισθήματα.

Οι δύο αυτοί αντιθετικοί άξονες συνθέτουν με την ίδια ένταση τις κύριες νοηματικές γραμμές που ακολουθεί το δραματικό κείμενο. Μπροστά στη συντελεσμένη καταστροφή, η επείγουσα έκκληση για εκκένωση συναντά την ανυποχώρητη στάση των εναπομείναντων κατοίκων, την οποία τροφοδοτεί η άμετρη αγάπη για τον τόπο και τους ανθρώπους που πέρασαν από αυτόν: «Ως και στα πιο ερειπωμένα σπίτια του χωριού ζούσαν ακόμα φαντάσματα, κοιμόνταν στα μουχλιασμένα στρώματα, ψηλαφούσαν με άυλα δάχτυλα τις παλιές φωτογραφίες πίσω απ’ το σκονισμένο τζάμι· τα σαπισμένα σανίδια έτριζαν άηχα κάτω από τα βήματά τους». 

Η προσοχή έλκεται σε πολύ μεγάλο βαθμό από αυτή τη συνειδητή επιλογή των κατοίκων, που στην πλειοψηφία τους είναι άρρωστοι ή τυφλοί και ριζώνονται πεισματικά στον ερημωμένο και μολυσμένο τόπο με το «μαύρο νερό», καθώς  η εγκατάλειψη της εστίας ισοδυναμεί με τον ψυχικό θάνατο. Εκτός από τη συντροφιά των αγίων στις εικόνες και τις σκιές των αγαπημένων προσώπων, η ανάγνωση βιβλίων προσφέρεται ως στήριγμα και ως μέθοδος ίασης ή διαφυγής για το νεαρό Χριστόφορο που είναι ανάπηρος εκ γενετής: «ο πατέρας είχε βάλει στη βρύση ένα φίλτρο και το άλλαζε κάθε χρόνο – αυτό, τα τρόφιμα και τα βιβλία του Φόρη ήταν τα μόνα τους έξοδα».

Τη συγκινητικά αφοσιωμένη στάση του πατέρα προς τον γιο και την αλληλεγγύη μεταξύ των κατοίκων με σκοπό να επιβιώσουν, αντιπαλεύουν κάποτε στιγμές ηθικής εξαχρείωσης και αποκτήνωσης. Η βαρύνουσα επίδραση, εξάλλου, των ολέθριων ανθρώπινων πρακτικών και των επεμβάσεων στην περιβάλλουσα ορεινή φύση, καθιστά διάχυτη την αίσθηση του βουβού πόνου για τη ζωή που δύσκολα μπορεί να συντηρηθεί. Ο συγγραφέας, εγείροντας ένα εύφορο έδαφος προβληματισμού και προκαλώντας ανείπωτη συγκινησιακή φόρτιση στον αναγνώστη, αρθρώνει, με τρόπο ποιητικό, ακριβή και απέριττο, ένα μεστό αφηγηματικά νόημα που εδραιώνεται πάνω στο αντιθετικό δίπολο του καταστροφικού ευδαιμονικού τρόπου διαβίωσης και της άκαμπτης αντίστασης απέναντι στη συναισθηματική «ανυδρία». 

Η σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία βρίσκεται στο απόγειό της.

Αθηνά Ντίνου

Δευτέρα 28 Οκτωβρίου 2019

«Ο καθένας έχει και μια ιστορία να πει ή να κρύψει»


Το αντιστασιακό σθένος που επέδειξαν χιλιάδες Έλληνες μέσα στην παραφροσύνη της ναζιστικής κατοχής εναλλάσσεται και συνυπάρχει με τις συνθλιπτικές επιπτώσεις του θανατηφόρου λιμού του χειμώνα του 1941-1942. Σε πολλές, ωστόσο, περιπτώσεις, όχι μόνο αμβλύνεται κάθε διάθεση για αντίσταση, αλλά διαρρηγνύεται σημαντικά και η ηθική ακεραιότητα. Η επίταση των απάνθρωπων πολεμικών συνθηκών, αντί να φέρνει κοντά όσους δοκιμάζονται, συνεπιφέρει έναν «έτερο εχθρό»: την καθυπόταξη του ανθρώπου και την ευθραυστότητά του μπροστά στον φόβο: «ο λιμός επέφερε την φυσικήν φθοράν, την εκμηδένισιν του σώματος, ο έτερος όμως εχθρός επέφερε την ψυχικήν αποκαρδίωσιν, την ηθικήν εκμηδένισην». Αυτή την ανθρωπολογία της καθημερινής επιβίωσης με τα εκφυλιστικά της απότοκα πραγματεύονται οι δέκα αξιοπρόσεκτες ιστορίες της Ελισάβετ Χρονοπούλου.

Η συγγραφέας πλέκει έναν πολυδύναμο θεματικό ιστό αλληλεξαρτήσεων, ανελκύοντας στην επιφάνεια την αντιηρωική (μα βαθιά ανθρώπινη) διάσταση αυτής της πρωτοφανούς δοκιμασίας. Διεισδύοντας στις σκιές των ιστορικών αναφορών και των προσωπικών εξομολογήσεων, η πολύτροπος επίδειξη λιποψυχίας που οδηγεί σε ατιμωτικές ενέργειες, συνιστά το κοινό νήμα που διατρέχει τα διηγήματα. Η πόλη της Αθήνας, με όλες τις κατοχικές της πληγές, φαίνεται πως παραδίδεται στα χέρια ενός ανεξέλεγκτου φόβου και μιας αναπόφευκτης οπισθοδρόμησης σε επίπεδο ηθικό, χωρίς να καταφέρνει να αποσοβήσει την εξοικείωση με το αποτρόπαιο. Η Χρονοπούλου πλάθει, με λογική συνέπεια και ακρίβεια, έναν κόσμο φοβισμένο και τραυματισμένο που συνταράσσεται από πάθη, εξευτελισμούς και αδυναμίες, καθώς το ένστικτο της ατομικής επιβίωσης αναδύεται συχνά δυνατότερο: «Μας έφτανε που, όταν θα ξημέρωνε η μέρα και θα πηγαίναμε στον μπακάλη με το δελτίο, θα παίρναμε τρεις μερίδες ψωμί κι όχι δύο κι όσο κανείς δεν μάθαινε ότι η γιαγιά είχε πεθάνει, κανείς δε θα διόρθωνε πάνω στο δελτίο τα άτομα από τρία σε δύο».

Η διαβρωτική επενέργεια του κινδύνου και του πανικού δημιουργεί παθολογικές καταστάσεις υπέρμετρου βαθμού: Η  άνθηση της μαύρης αγοράς, η καταφυγή στην πορνεία, η κατάδοση ενός φίλου στους Γερμανούς, η απόκρυψη ενός θανάτου για να μη χαθεί μια επιπλέον μερίδα ψωμιού στο καθημερινό συσσίτιο, η αναλγησία μιας μητέρας λόγω της υπερβολικής αγάπης για το παιδί της, η άδοξη λύση ενός γάμου εξαιτίας ντροπιαστικών αισθημάτων, αποτελούν σπαράγματα ενός δράματος στο οποίο το ψυχικό ελλειμματικό υπόβαθρο είναι διαρκώς παρόν. Στην ολότητά τους, οι πολύπλευρες αναφορές στον τρόπο που επέδρασε η δυσχερής ιστορική πραγματικότητα και ο οδυνηρός της απόηχος στις συνειδήσεις, ελκύουν ασίγαστα το ενδιαφέρον και προκαλούν έντονες συγκινησιακές φορτίσεις.

Με σκεπτικιστική στόχευση και με μια διαυγή και συγκροτημένη πραγμάτευση του ακριβού αφηγηματικού υλικού, η Χρονοπούλου προσεγγίζει διερευνητικά την ανθρώπινη φύση και το εύρος των ψυχικών ταλαντεύσεων υπό το κράτος της ασιτίας, του τρόμου και της εμπόλεμης καθημερινότητας, που στο σύνολό τους ασκούν ανασχετική επίδραση στη διαφύλαξη των ατομικών ιδιαιτεροτήτων. Αποδίδεται λιτά και ρεαλιστικά, με γραφή ρέουσα και χωρίς περιττολογίες, εκείνη η λεπτή γραμμή που ακαριαία καθιστά τρωτές τις ηθικές αντιστάσεις και οδηγεί στην αποκτήνωση. Η συγγραφέας κινείται με άνεση στην υιοθέτηση πολυφωνικών πρωτοπρόσωπων αφηγήσεων, στην προσπάθειά της να αναψηλαφήσει τις ανεπούλωτες κρυφές πληγές («Ο καθένας έχει και μια ιστορία να πει ή να κρύψει») και να καταγράψει τα προσωπικά δράματα, στα οποία και παραστέκεται τρυφερά.

Αθηνά Ντίνου

Αναδημοσίευση από: Περί Ου

Τετάρτη 23 Οκτωβρίου 2019

Ποίηση χωρίς τέλος



Το νέο συγγραφικό βήμα του Νίκου Βεργέτη «Ιπποκράτους και Ασκληπιού γωνία» (Κέλευθος, 2019) αναφλογίζει πολλές από τις κύριες νοηματικές γραμμές του λογοτεχνικού του ντεμπούτου «Χόλι μάουντεν» (2017), όπου ένας ετοιμοθάνατος ανακαλεί μνήμες και πρόσωπα, μέσα από αναστοχαστικές εξομολογήσεις. Η νέα κατάθεση συνομιλεί και εκκολάπτεται πάνω σε αυτό το κλίμα, ενώ η πρόσδεση διαφοροποιείται κυρίως στη διάρθρωση του κειμένου. Αφήνοντας τον μακροπερίοδο λόγο, ο συγγραφέας τιθασεύει τις σκέψεις του σε 23 (αυτόνομα που σταδιακά αποδεικνύονται συναφή) διηγήματα που, περνώντας διαδοχικά από πολλά στάδια του βίου, αναζητούν ένα ισχυρό αντίδοτο ενάντια στον υπαρξιακό τρόμο.

Εμφανή ίχνη ποιητικότητας διαποτίζουν τις λέξεις, οι οποίες δομούνται πάνω σε μια σειρά αντιθετικά ζεύγη: Η συνύπαρξη της μνήμης με τη λήθη, του έρωτα με την απώλεια, της αλήθειας και του ψέματος, ακολουθεί συχνά απροσδόκητη κατεύθυνση και στεγάζεται μέσα σε ένα αμφίσημο πλαίσιο, πότε ρεαλιστικό, πότε φαντασιακό. Στην «Ιπποκράτους και Ασκληπιού γωνία» πίνει τον καφέ του ο Μπόρχες, βρίσκεται χάμω ένα πτώμα, αναπνέει ακόμα η ελπίδα: «Περιφέροντας αδιάκοπα το σαρκίο μας στους δρόμους της πόλης, γοητευμένοι και μπουχτισμένοι απ’ τον αμείλικτο ρεαλισμό της, γυρεύουμε τον μη τόπο. Τη γωνιά όπου θα υφάνουμε τον ιστό της ουτοπίας μας». Η εμπειρία της ζωής στην πόλη προσφέρει το λογοτεχνικό φόντο όπου για ακόμη μια φορά ο Βεργέτης θα προσεγγίσει θέματα υπαρξιακής σημασίας και θα αναμετρηθεί με την ιδέα, την αντιμετώπιση και τα είδη του θανάτου, εκφράζοντας το δικό του μερίδιο στον φόβο: «γιατί τώρα που συναντήθηκα με την ομορφιά τρέμω στην ιδέα να την αποχωριστώ».

Από τις πρώτες γραμμές του βιβλίου, ο αφηγητής αναλογίζεται το αμετάκλητο της απώλειας του χρόνου: «Η πρώτη φορά που ένιωσα να μεγαλώνω ήταν η στιγμή που κατάλαβα ότι ο χρόνος δεν μοίραζε μόνο υποσχέσεις για νέες περιπέτειες, αλλά ξεκλείδωνε και την πύλη της μνήμης, υποχρεώνοντάς με να νοσταλγώ στιγμές που ανήκαν οριστικά στο παρελθόν», παίρνοντας από το χέρι τον αναγνώστη που βρίσκει τον εαυτό του μέσα σε αυτή την παραδοχή, συνοδοιπορώντας προς ένα ταξίδι όπου η πραγμάτωση μιας ουτοπίας τελεί πάντα υπό ανεύρεση. Η προσοχή έλκεται από αρκετές στοχαστικές φράσεις που διατρέχουν τα κείμενα και αποτελούν αφετηρία συλλογισμών, με ιδιαίτερο ενδιαφέρον για εκείνες που αναφέρονται στην τέχνη της γραφής και στις οποίες μπορεί να ανατρέχει κανείς: «Η λογοτεχνία υπάρχει για να μπορώ να βλέπω σταγόνες από αίμα αντί για κόκκινα φανάρια και όχι για να θυμάμαι ονόματα και τίτλους».

Η άκρα ποιητικότητα εναλλάσσεται με την ωμότητα στην έκφραση, ενώ το ιδιαίτερο προσωπικό ύφος του συγγραφέα διατηρείται σε μεγάλο μέρος των ευφυών ιστοριών. Στο σύνολό τους, συνιστούν μια συγκροτημένη, σαφή και ταυτόχρονα υποδηλωτική προσπάθεια, την οποία μπορεί σε κάποιες περιπτώσεις να την υπονομεύει η άμεση αποστροφή στον αναγνώστη, σπάζοντας τον ενιαίο δημιουργικό λόγο, παρά διαδραματίζοντας ρυθμιστικό ρόλο. Ωστόσο, στο διαφωτιστικό και απολαυστικό υστερόγραφο, ο Βεργέτης φανερώνει τις βαθύτερες συγγραφικές του στοχεύσεις, όσο και αντιστάσεις, ενώ δεν δείχνει να τον απασχολούν ολισθήματα τεχνοτροπίας: «θέλω το γράψιμο να φτιάχνει βραδιές που να νικούν τον θάνατο, να βγάζει τη γλώσσα στους διαγωνισμούς, να πουλιέται στα φαρμακεία αντί ψυχοφαρμάκων, να υφαίνει ουτοπίες, να γίνει σύννεφο με παντελόνια, να συντροφεύει τον έρωτα, να μιλά με τον χρόνο, να γίνει αγέρας και να μπερδεύει τα μαλλιά μας».

Μέσα από μια θέαση πάντα ποιητική που προκαλεί ψυχικές διεργασίες και συναισθηματικές ταλαντεύσεις, οι υπαρξιακές ανησυχίες όχι μόνο μετατίθενται, αλλά με κάποιο τρόπο επιδιώκεται να επιλυθούν, αφού, όπως και στο «Χόλι Μάουντεν», αντιπροτείνεται η πίστη σε αληθινές αξίες και χαρές της ζωής για να καμφθεί σε μεγάλο βαθμό η ιδέα του επερχόμενου τέλους. Ο Νίκος Βεργέτης διατρανώνει εκ νέου να βαδίσουμε πάνω στην ασπρόμαυρη σκακιέρα και να εξαντλήσουμε όχι τόσο τις δυνατότητες του παιχνιδιού, όσο την αέναη διάθεση της προσμονής μιας ιδεατής κίνησης.

Αθηνά Ντίνου

Αναδημοσίευση από: Περί ου

Παρασκευή 26 Ιουλίου 2019

«Άσε με να φύγω, μητέρα»


Στην πεζογραφική συγκομιδή, όλο και πληθαίνουν οι μαρτυρίες για όσους πίστεψαν στη ναζιστική, ιδεολογική προπαγάνδα και συνετέλεσαν στην εβραϊκή εξόντωση. Τις περισσότερες φορές, το γενικευμένο ρεύμα υποταγής στις χιτλερικές επιταγές εξασθένησε μετά το τέλος του πολέμου και παρόλο που μεγάλο μέρος αυτού σιώπησε για αρκετό διάστημα με εμφανή αναθεωρητικά σημάδια, υπήρχαν, ωστόσο, κάποιοι που όχι μόνο δεν μετανόησαν για τις εγκληματικές τους ενέργειες, αλλά παρέμειναν μέχρι τέλους άκαμπτοι, κυνικοί και πιστοί στις φασιστικές ιδέες τους, χωρίς την παραμικρή σκιά μεταμέλειας.

Η αυτοβιογραφική μαρτυρία «Άσε με να φύγω, μητέρα» της Helga Schneider έρχεται να πιστοποιήσει με δραματικό τρόπο την τελευταία παραδοχή. Η αφηγήτρια εγκαταλείφθηκε σε ηλικία 4 ετών από τη μητέρα της, όταν εκείνη αποφάσισε να υπηρετήσει, με πρωτοφανή ζήλο, ως δεσμοφύλακας σε στρατόπεδο εξόντωσης των Ναζί. Πενήντα χρόνια αργότερα, σε ένα γηροκομείο, καλείται να δώσει απάντηση στις δύο κυρίαρχες διερωτήσεις της κόρης: στον τρόπο που η μητρική ιδιότητα δρούσε μέσα της («Όσο κρατούσε ο πόλεμος δεν αναρωτήθηκες ποτέ τι είχαν απογίνει τα παιδιά σου;») και αν ποτέ μετανόησε για τις επαίσχυντες πράξεις της ως αλύγιστη δεσμοφύλακας σε στρατόπεδο συγκέντρωσης.

Εν μέσω πολλών διαλογικών επεισοδίων, η αφήγηση γίνεται συχνά αναδρομική και κινείται προς δύο κατευθύνσεις, συμπλέκοντας το προσωπικό-οικογενειακό δράμα με το ιστορικό και συλλογικό πρόσημο. Συνεχείς μεταβάσεις από το 1941, την εκούσια εγκατάλειψη των παιδιών και τη μετέπειτα περιπέτειά τους, μέχρι και την πρώτη δραματική συνάντηση μητέρας και κόρης, αρκετά χρόνια αργότερα, όταν και η μητέρα εξομολογήθηκε τη δράση της ως συνεργός των Ναζί, χωρίς ίχνος ντροπής και χωρίς καμία προσπάθεια να αναπληρώσει τον χαμένο χρόνο με τα παιδιά της. Η διάθλαση των προσδοκιών της κόρης, και στην επόμενη συνάντησή τους το 1998, καθίσταται προφανής. Δεν κάμπτεται η αναισθητοποίηση, ο φανατισμός και οι υποκριτικές συγκινησιακές φορτίσεις της μητέρας, η οποία δηλώνει χωρίς καμία συστολή: «Δεν έπαψα ποτέ να νιώθω περήφανη που υπήρξα μέλος της Γερμανίας του μεγάλου μας Φύρερ».

Σε παραλληλία με τις προσωπικές στιγμές, το κείμενο βρίθει τραγικών ιστορικών πληροφοριών, κυρίως για τους τρόπους εξόντωσης και τις θανατηφόρες πειραματικές μεθόδους που εφάρμοζαν στους κρατούμενους οι Ναζί. «Μήπως για το καλό της ανθρωπότητας δεν ενεργεί πάντα η επιστήμη;» αναρωτιέται η μητέρα, επιδεικνύοντας ανέλπιστη υπακοή και αφοσίωση, σε απόλυτο βαθμό ανατριχιαστική και αποτροπιαστική όταν εκφέρει την άποψη της για τα μωρά στο στρατόπεδο: «Και γιατί να τα λυπηθώ, δηλαδή; Ένα Εβραιόπουλο μεγαλώνοντας θα γινόταν ένας Εβραίος ενήλικας, και η Γερμανία έπρεπε να λυτρωθεί από αυτή τη μισητή φυλή», όπως και για τις γυναίκες κρατούμενες: «αν θέλεις να μάθεις την αλήθεια, εγώ εκείνες τις Εβραίες τις απεχθανόμουν. Ένιωθα σχεδόν φυσική αποστροφή, μου γύριζε το στομάχι βλέποντας όλες αυτές τις φάτσες κατώτερης φυλής».

Στην περίπτωσή της, ο τρόπος που άφησε τις χιτλερικές επιταγές να εξουσιάζουν τα συναισθήματά της, δεν καθίσταται δυσεξήγητος, καθώς η ίδια ήταν καμωμένη από αρκετή δόση ωραιοπάθειας, αίσθηση παράδοξης ανωτερότητας και πάνω από όλα από την απάνθρωπη δίψα για εξουσία. Η αποσβολωμένη κόρη, μπροστά στην αμετανόητη ναζίστρια, μονολογεί, χωρίς, ωστόσο, να μπορεί ολοκληρωτικά να την απαρνηθεί: «Σε κοιτάζω, μητέρα, και δύο συναισθήματα μάχονται μέσα μου αμείλικτα, σπαραχτικά: η ενστικτώδης έλξη  προς το ίδιο μου το αίμα, και η ανυποχώρητη αποστροφή προς ό,τι υπήρξες - προς ό,τι εξακολουθείς να είσαι». Ολόκληρο το κείμενο αρθρώνει το μήνυμά του μέσα από αυτό το αντιθετικό δίπολο και προσφέρει μια καθηλωτική εξιστόρηση, ελκύοντας σε σταθερά μεγάλο βαθμό την αναγνωστική προσοχή και μαζί απορία για την άφθαρτη αυτή προσκόλληση στο ναζιστικό ιδεώδες, πιο δυνατής ακόμη και από το δέσιμο μητέρας και παιδιών.

Το "Άσε με να φύγω, μητέρα" της Χέλγκα Σνάιντερ, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κέλευθος, σε μετάφραση Άννας Παπασταύρου.

Πέμπτη 18 Ιουλίου 2019

«Γεννήθηκα Ιούλιο, λυκόφως, αστερισμός καρκίνος...»



Η πολύπλοκη και αμφιθυμική σχέση της Μαργαρίτας Καραπάνου (1946-2008) με τη μητέρα της, Μαργαρίτα Λυμπεράκη (1919-2001), εγγράφεται ως ιδιαίτερης σημασίας. Δεν επιδρά καθοριστικά μόνο στην ψυχοσύνθεση και την αυτονόμηση της κόρης, αλλά διατρέχει και το πεζογραφικό της σύμπαν. Στο παρόν άρθρο γίνεται προσπάθεια ανίχνευσης των λογοτεχνικών αποτυπώσεων αυτής της επώδυνης σχέσης, ενώ θεωρείται κομβική και η ανασχετική επίδραση της πατρικής απόρριψης και απουσίας, που εκδηλώνεται τόσο στον ψυχισμό των μυθιστορηματικών ηρώων, όσο και στη δόμηση της ίδιας της συγγραφικής πράξης. Όλα σχεδόν τα έργα της Καραπάνου παρουσιάζονται με ασταθή δομή, σε άμεση συνάρτηση με την αποσταθεροποίηση της ατομικής υπόστασης και την αποδιοργάνωση της προσωπικότητάς της. Στα λογοτεχνικά θραύσματα της συγγραφέως, αυτό που έχει απόλυτο βάρος, είναι η λυτρωτική δύναμη της γραφής, η οποία καλείται, αν όχι να θεραπεύσει, να αντισταθμίσει το ψυχικό ρήγμα που έχει δημιουργηθεί. «Να γράψω, να γράψω, να λυτρωθώ» εξομολογείται στο ημερολόγιό της.

«Γεννήθηκα Ιούλιο, λυκόφως, αστερισμός καρκίνος.
Όταν με φέρανε για να με δει, γύρισε προς τον τοίχο»

Ο τρόπος που εκκινεί η Μαργαρίτα Καραπάνου το πρωτόλειό της: «Η Κασσάνδρα και ο Λύκος» (1974), αφήνει αμέσως να διαφανεί η προβληματική σχέση με τη μητέρα της. Το έργο σχηματοποιεί μια παράλογη, νοσηρή και διαστρεβλωμένη εικόνα του ψυχισμού της νηπιακής ηλικίας, που πηγάζει από τις διαταραγμένες οικογενειακές σχέσεις. Η «αρχαϊκή μητρική απόρριψη»,1 που θα ενισχυθεί καταλυτικά από τη μετέπειτα απουσία της μητέρας στο εξωτερικό, αφήνει ένα ανεπανόρθωτο τραυματικό αποτύπωμα στην ψυχή της μικρής Κασσάνδρας. Εκείνη εμφανίζει μια σειρά από ψυχοσωματικά συμπτώματα ως απόρροια αυτής της απουσίας: επιλεκτική αφωνία, τραυλισμό, απόρριψη της μητρικής γλώσσας και του οικογενειακού της περιβάλλοντος: «Τώρα και λίγες μέρες μουγκάθηκα τελείως. Οι λέξεις γδέρνουν το λαιμό μου σαν παπούτσια, ματώνω, αλλά δε βγαίνει τίποτα» (σ.117). «Μόνο στη MissBenbridge κάτι λέξεις μού ξεφεύγουν κατά λάθος. Στα εγγλέζικα οι λέξεις είναι πιο γλυκές…γδέρνουν λιγότερο. Κι έπειτα η MissBenbridge δεν είναι της οικογένειας» (σ.118). Μέσα από μια φαντασιακή παλινδρόμηση, η μορφή του Πέτρου, του οικονόμου στο σπίτι της γιαγιάς, εμφανίζεται ως υποκατάστατο της μητέρας: «και του ΄χω ορκιστεί πως αυτός θα ΄ναι πάντα η μαμά μου» (σ.167), ενώ και η ισχυρή παρουσία της γιαγιάς ενισχύει την απομάκρυνση από τη μητέρα της: «Εγώ δεν ξέρω από ποια κοιλιά έχω βγει. Ίσως να με γέννησε η γιαγιά» (σ.124).

Παρατηρείται έντονη αμφιθυμική στάση απέναντι στο αγαπημένο πρόσωπο από το οποίο προέρχεται η απόρριψη, καθώς λατρεία και μίσος συνυπάρχουν: «Αγαπημένη μου μαμά, πότε θα γυρίσεις; Θέλω να σε σκοτώσω»(σ.75), όπως και όταν ακρωτηριάζει την κούκλα που ήταν δώρο της μαμάς, υποδηλώνοντας, ίσως, την ψυχική εξουδετέρωση της ίδιας της ηρωίδας. Στο «Μαμά» (2004) εκφράζεται ρητά αυτή η επιθυμία θανάτου: «Μητέρα, σας αγαπώ πιο πολύ νεκρή παρά ζωντανή. Κι όμως, ζωντανή σας λάτρεψα»(σ.120), κι όταν η μητέρα της βρίσκεται στο νοσοκομείο: «Εύχομαι να πεθάνεις απόψε», «μαμά, φύγε πια»(σ. 12), «Νεκρή, είσαι δικιά μου. Νεκρή, σ΄ αγαπώ περισσότερο. Νεκρή, δε μπορώ πια να σε σκοτώσω» (σ.30). Η αμφιθυμία αυτή, αποτυπώνεται και στη διπλή εκδοχή απέναντι στη μητρότητα: Στην πρώτη ιστορία του «Rien ne va plus» (1991), το μίσος της ηρωίδας προς τον σύντροφό της (αλλά και προς όλους τους άνδρες), την οδηγεί στην έκτρωση με σκοπό να του στερήσει τη χαρά του παιδιού, αλλά και να τον αποκαρδιώσει με τρόπο δραματικό: «Ήθελα έτσι να τον ωθήσω στην απόλυτη δυστυχία, ίσως και στην αυτοκτονία» (σ.154). Στη δεύτερη, ωστόσο, εκδοχή της ερωτικής ιστορίας, το παιδί γεννιέται, αλλά μένει στο κτήμα της θείας, λόγω της απουσίας της μητέρας.

Στο «Μαμά» εκφράζεται όλη εκείνη η κραυγή προς τη μητέρα, που μέχρι πρότινος καταπνιγόταν, ενώ καθίσταται αισθητή, περισσότερο από ποτέ, η μητρική απουσία. Η κόρη, μέσα από τις αποσπασματικά παρατιθέμενες αναμνήσεις, σκέψεις κι επιθυμίες, επιδιώκει να συνομιλήσει με τη μητέρα της, αποζητώντας την αποδοχή και το ενδιαφέρον της, εν μέσω συνεχών απογοητεύσεων. Η κόρη διαβιούσε σ’ ένα περιοριστικό περιβάλλον όπου η μητέρα της αξίωνε ως δικά της τα πάντα: «Η μητέρα μου κι εγώ γνωριζόμαστε από παλιά. Όταν ήμουν παιδί, μου έδειχνε τα άστρα. Είναι δικά μου, μου έλεγε. Όταν ήμουν δώδεκα χρόνων, περπατούσαμε μ΄ έναν άνδρα στον δρόμο. Είναι δικός μου, μου έλεγε» (σ. 9). Η μητέρα ανάγεται σε απόλυτο αντικείμενο επιθυμίας και με την εμφάνιση του εραστή της, σχηματίζεται ένα ιδιόμορφο ερωτικό τρίγωνο, όπου αντικείμενο του πόθου δεν αποτελεί ο άνδρας, αλλά η μητέρα. Αντικείμενο του πόθου, αλλά και υποκινητής δυσαρέσκειας, αγανάκτησης και μίσους εσαεί: «Μαμά, γνώρισα ένα παιδάκι. Το σκότωσες…» (σ.64),«Μαμά, κρέμομαι από μια κλωστή. Την άφησες…» (σ.65).

Στο «Η ζωή είναι αγρίως απίθανη» δηλώνει εμφαντικά: «Θά ΄θελα νά ΄χω μια άλλη μητέρα. Ήθελα να έχω οικογένεια» (σ.311). Αποτυπώνονται οι σκέψεις και οι εμπειρίες μιας εικοσαετίας (1959-1979), με συνεχείς τις ενδείξεις μιας ιδιάζουσας σχέσης, κυρίως μεταξύ μητέρας και κόρης, ενώ διαφαίνονται ήδη η ρευστότητα στον ερωτικό τομέα και η αγωνία της Καραπάνου για τη γραφή και τα πρώτα σημάδια μανιοκατάθλιψης: «Έχω την αίσθηση ότι μέρα τη μέρα με δημιουργώ, και την ίδια στιγμή με καταστρέφω» (σ.230). Στο «Δε μ΄αγαπάς. Μ΄αγαπάς» (2008), όπου παρατίθενται τα γράμματα της Λυμπεράκη στην κόρη της, στα οποία βαραίνει η απουσία των προηγούμενων αποχωρισμών, η Καραπάνου προλογίζει: «Μαμά σου γράφω ένα γράμμα. Εφτά χρόνια μετά τον θάνατό σου. Ο θάνατός σου με λύπησε αφάνταστα. Με άφησε ορφανή, αλλά και με απελευθέρωσε. Δε σου κρατάω κακία, αλλά μια απέραντη αγάπη και τα γράμματα φανερώνουν μιαν απέραντη αγάπη. Έφυγε με τον θάνατό σου όλο το διφορούμενο που είχαμε στη σχέση μας. Έμεινε μόνο η αγάπη. Τώρα νιώθω ότι ήρθε η ώρα να δημοσιοποιηθούν τα γράμματά σου». 

Η ισχύς της μητέρας ήταν σε τέτοιο βαθμό επεμβατική, που προκαλούσε προσκόμματα στο να αυτονομηθεί η κόρη. Στo πρώτο της μυθιστόρημα, ως απούσα εγγράφεται και η απουσία του πατέρα, ο οποίος δεν είναι μονάχα απών, αλλά καθίσταται και ανύπαρκτος όταν η δασκάλα την πρώτη μέρα του σχολείου ζητά να επικοινωνήσει με τους γονείς του κοριτσιού: «Θα τηλεφωνήσω στη μαμά σου». Θα κάνω συλλαβές για να μην τραυλίσω. «Είναι στο Παρίσι». «Στον μπαμπά σου». «Δεν υ-πάρ-χει». (σ. 185) Στο «Rien ne va plus» αισθητοποιείται η οδυνηρή συνειδητοποίηση της αδιάφορης στάσης του πατέρα: «Παιδί περίμενα τον πατέρα μου τις Κυριακές να ΄ρθει να με πάρει εκδρομή. Ντυνόμουν από την προηγούμενη το βράδυ, κοιμόμουν με τα ωραία μου ρούχα, ο μπαμπάς δεν ήρθε ποτέ, καμιά Κυριακή!» (σ. 134-5), ενώ εκδηλώνεται και το μίσος προς όλους τους άνδρες, όταν η Λουίζα καταφεύγει στον ψυχίατρο: «Γιατί μισείτε τον άνδρα σας; Γιατί είναι άνδρας» (σ.156). Πλήρη υπονόμευση του συμβολικού πατέρα, συναντάμε στον «Υπνοβάτη» (1985), καθώς το έργο πρόκειται για μια παρωδία της μορφής του Θεού και σύμφωνα με τον Freud, ο Θεός δεν είναι παρά η εξυψωμένη μορφή του πατέρα.

Παρά την εξωτερική ασυνέχεια των έργων της ως απόρροια των ψυχικών ανισορροπιών, η Καραπάνου προσπαθεί να δρέψει όλες τις θεραπευτικές ιδιότητες της γραφής. Στον «Υπνοβάτη» η ιστορία που αναγιγνώσκουμε, είναι η ιστορία που συγγράφει μέσα στο βιβλίο η Λούκα. Στο «Rien ne va plus», παρατηρείται κι εδώ το ίδιο τέχνασμα αυτοαναφορικότητας, όταν η Λουίζα αποκαλύπτει στον Άλκη ότι έχει γράψει ένα μυθιστόρημα με τον ίδιο τίτλο, στο οποίο έχει αντιστρέψει τους μεταξύ τους ρόλους. Η γραφή λειτουργεί εδώ ως απόπειρα αυτοθεραπείας και αρνείται τη μονόπλευρη ερμηνεία, δημιουργώντας διαφορετικές εκδοχές. Στο «Μαμά» αισθητοποιείται η σημασία της γραφής, αλλά και της ανάγνωσης: «Το διάβασμα μου έσωσε τη ζωή. Ακόμη και τώρα, είναι ο πυρήνας της ύπαρξής μου. Δεν ξέρω τι άλλο να πω…» (σ.127), «Δεν ξέρω πώς έγινα συγγραφέας. Ίσως η βαθιά δυστυχία να με ώθησε. Μια μέρα, άρχιζα το πρώτο μου μυθιστόρημα. Έκλαιγα από χαρά, τα δάκρυα μουντζουρώνανε τις σελίδες. Μητέρα, κι εσύ έκλαψες από χαρά. Τα γραμμένα χαρτιά μας χώριζαν. Εκείνη τη νύχτα δεν είχα εφιάλτες, με κατέκλυσε μια γλυκιά γαλήνη. Είχα γεννηθεί…» (σ.128).

Η γραφή προσφέρει στην αφηγήτρια τη δυνατότητα να αποσπαστεί από τη μητέρα της, να αποκτήσει τη δική της ταυτότητα και, τελικώς, να αισθανθεί λύτρωση: «Μαμά, έχεις πεθάνει εδώ και 3 χρόνια. Γράφω ασταμάτητα. Με διορθώνεις. Το σπίτι είναι πάντα δικό σου, δεν έχω αλλάξει τίποτα. Κι όμως κάτι αισθάνομαι. Μια λύτρωση» (σ.132), ενώ, αντίθετα, με τη φράση: «Η μαμά πιτσιλίζει το χαρτί. Γράφω για τη μαμά… Το χέρι της μαμάς με οδηγεί» (σ.55), αφήνει να εννοηθεί η αέναη συναισθηματική της εξάρτηση από τη μητέρα, ακόμη και τις στιγμές που φτάνει κοντά στην αυτονόμησή της. Στα Ημερολόγια, αποτυπώνεται αυτή η αγωνία της για γραφή σε όλη τη διάρκεια του ενήλικου βίου της: «Διότι τι είναι το γράψιμο; Μια συνεχής προσπάθεια να κάνεις λίγο φως εκεί κάτω που ζουν τα φαντάσματα και σε βασανίζουν» (σ.324), ενώ στο «Ναι» (1999) η γραφή μπορεί να αντισταθμίσει το ψυχολογικό κενό και να αποβεί λυτρωτική. Η αφηγήτρια καταφεύγει ακόμη και στη διακοπή των φαρμάκων προκειμένου να έχει την απαιτούμενη διαύγεια για να μπορεί να συγγράψει.


Στο σύνολό τους, οι λογοτεχνικές αποτυπώσεις της Μαργαρίτας Καραπάνου συνταράσσονται από την ατέρμονη αναδίπλωση των ψυχικών ελλειμμάτων, τα οποία και δημιουργούν ρευστές ερωτικές σχέσεις και σημεία αμφιταλάντευσης, έτσι όπως σχηματοποιούνται από την «είσπραξη» διφορούμενης αγάπης από τη μητέρα και αδιαφορίας από την πατρική μεριά. Η ισχύς της απελπισίας, ωστόσο, παραμερίζεται μπροστά στη ζωογόνο και γενεσιουργό δύναμη της γραφής, μέσω της οποίας επέρχεται η λύτρωση, ακόμη κι αν συχνά είναι παροδική.

Αθηνά Ντίνου

1. Θεοδοσάτου Βιβή, Ασελήνοις νυξί, εκδ. Επέκεινα, 2013, σ. 48

Τρίτη 16 Ιουλίου 2019

Οι βιβλιοπροτάσεις των φιλολόγων του Δ.Π.Θ.


Εκτός από απολαυστικό, είναι και πολύ δύσκολο και ίσως άβολο το να καταρτίσει κανείς μια οριστική λίστα με τα πέντε αγαπημένα του αναγνώσματα. Η συγκρότησή της (όπως η αριθμητική σειρά των βιβλίων) δεν μπορεί παρά να είναι απολύτως ενδεικτική ή, καλύτερα, να αντικατοπτρίζει τις αγαπημένες αναγνώσεις των τελευταίων μηνών και ημερών, χωρίς να είναι καθόλου απίθανο να αποτυπώνει και μια αναγνωστική επιλογή της στιγμής. Ξεκινώντας από την παραδοχή αυτή, ευχαριστούμε θερμά τους 16 αποφοίτους και μεταπτυχιακούς φοιτητές του Τμήματος Ελληνικής Φιλολογίας του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης, που πρόθυμα ανταποκρίθηκαν σε αυτή την πρό(σ)κληση και μας πρότειναν τα αγαπημένα τους βιβλία.

Ποικίλες και ετερόκλητες προτιμήσεις, με κοινό γνώμονα το προσωπικό γούστο και αισθητικό κριτήριο που συχνά είναι και αρκετά υψηλό, συνθέτουν το τελικό αποτέλεσμα. Από τις επιλογές δεν θα μπορούσε να λείπουν κλασικά αναγνώσματα, ελληνικής και ξένης πεζογραφίας, με έντονες επικαιρικές απηχήσεις, ενώ συμπεριλαμβάνονται και συγγραφείς της τρέχουσας εκδοτικής παραγωγής, όπως η πρωτοεμφανιζόμενη συγγραφέας Brit Bennet με το εντυπωσιακό λογοτεχνικό της ντεμπούτο «Οι μητέρες». Οι λίστες συμπληρώνονται από σημαντικούς Έλληνες ποιητές, από το θεατρικό έργο «Άμλετ» του Ουίλλιαμ Σαίξπηρ, το φιλοσοφικό έργο «Γκέμμα» του Δημήτρη Λιαντίνη, από πονήματα ιστορικά του Βασίλη Ι. Τζανακάρη, αστυνομικής λογοτεχνίας (Η ξηρασία, Άρθρο 353 του ποινικού κώδικα, Chanel No 5) και ένα βιβλίο επιστημονικής φαντασίας (Η μηχανή του χρόνου), ενώ αποτιμώντας συνολικά τις επιλογές, είναι ηχηρή η απουσία, μεταξύ πολλών άλλων, του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη και του Στράτη Μυριβήλη.

Υπάρχουν σαφώς και αρκετά σημεία σύγκλισης. Στις αναγνωστικές προτιμήσεις ο Εμμανουήλ Ροΐδης φτάνει πρώτος στο νήμα (Πάπισσα Ιωάννα, Το παράπονο του νεκροθάπτου, Ψυχολογία Συριανού συζύγου) και ακολουθεί ο Γιώργος Ιωάννου (Κοιτάσματα, Η μόνη κληρονομιά). Στην ξένη πεζογραφία ξεχώρισε ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες (100 χρόνια μοναξιά, Ο έρωτας στα χρόνια της χολέρας, Περί έρωτος και άλλων δαιμονίων) και ο Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι (Έγκλημα και τιμωρία, Ο αιώνιος σύζυγος, Το όνειρο ενός γελοίου ανθρώπου). Ανάμεσα στα 72 διαφορετικά αναγνώσματα που προτάθηκαν, πρώτο σε σειρά προτίμησης αναδείχθηκε «Το Κιβώτιο» του Άρη Αλεξάνδρου και έπονται «Η Δίκη» του Φραντς Κάφκα, «Το όνομα του ρόδου» του Ουμπέρτο Έκο, «Η λέσχη των αθεράπευτα αισιόδοξων» του Jean Michel Guenassia και όλα τα ποιήματα του Καβάφη.

Παρακάτω παρατίθενται αναλυτικά οι βιβλιοπροτάσεις. Ένα μεγάλο ευχαριστώ, για άλλη μια φορά, στους φιλολόγους που συμμετείχαν. Χαρούμενο υπόλοιπο καλοκαιριού, πάντα με πολλές και καλές αναγνώσεις!

Αμπαρλή Μαρία:
Η λέσχη των αθεράπευτα αισιόδοξων - Guenassia (Πόλις)
Μονόγραμμα - Οδυσσέας Ελύτης (Ίκαρος)
Άμλετ - Ουίλλιαμ Σαίξπηρ (Gutenberg)
Ποιήματα - Κώστας Γ. Καρυωτάκης (Μαλλιάρης)
Chanel No 5 - Jilliane Hoffman (Λιβάνη)

Βαγγέα Ελένη:
Το όνειρο ενός γελοίου ανθρώπου - Ντοστογιέφσκι (Ροές)
Η Ελλάδα φλέγεται - Τζανακάρης (Μεταίχμιο)
Δακρυσμένη Μικρασία - Τζανακάρης (Μεταίχμιο)
Κάποιοι έπρεπε να είναι εκεί - Χρήστος Σαμαράς
Ο καιρός της καισαρικής - Χρήστος Σαμαράς

Γάτου Μαρίνα: Το κιβώτιο - Αλεξάνδρου (Κέδρος)
Η Γυναίκα της Ζάκυνθος - Σολωμός (Ίκαρος)
Η ζωή και ο θάνατος του Καραβέλα - Κ. Θεοτόκης (Μαλλιάρης)
Η μενεξεδένια πολιτεία - Άγγελος Τερζάκης (Εστία)
Μέρες Ε΄ - Γιώργος Σεφέρης (Ίκαρος)

Ιωαννίδου Ζωή: Τζέιν Έιρ - Σαρλότ Μπροντέ 
Η Παναγιά της θάλασσας- Φαλκόνες (Πατάκη)
Άνθρωποι και ποντίκια - Τζον Στάινμπεκ (Παπαδόπουλος)
Η ξηρασία - Jane Harper (Μεταίχμιο) 
Το τρίτο στεφάνι - Κώστας Ταχτσής (Γαβριηλίδης)

 Καϊμάκη Χαρά: 
 Οι μητέρες - Brit Bennet (Πόλις)
 Άρθρο 353 του ποινικού κώδικα - Viel (Πόλις)
 Σκυλίσια ψυχή - Αύγουστος Κορτώ (Πατάκη)
 Σαλώμη - Oscar Wilde (Κάπα Εκδοτική)
 Εξαιρέσεις - Χάρης Μελιτάς (Μανδραγόρας)

Λαυράνου Ελένη: 
Το κοράκι - Edgar Allan Poe (Περίπλους)
Το όνομα του ρόδου - Ουμπέρτο Έκο (Ψυχογιός)
Κοιτάσματα - Γιώργος Ιωάννου (Κέδρος)
Άπαντα τα ποιήματα - Καβάφης Κωνσταντίνος (Νάρκισσος)
Νεοελληνικά διηγήματα - Γ. Βιζυηνός (Εστία)

Καλαμπάκα Κατερίνα:
Η μεγάλη χίμαιρα - Καραγάτσης (Εστία)
Η Δίκη - Φραντς Κάφκα (Κέδρος)
Ψυχολογία Συριανού συζύγου - Ροΐδης (Σοκόλη)
Τα Άνθη του Κακού - Baudelaire (Gutenberg)
Τα Ποιήματα - Κ.Π.Καβάφης (Gutenberg)

Ματράκης Άγγελος: 
Το κιβώτιο - Άρης Αλεξάνδρου (Κέδρος)
Ιστορίες και παραμύθια - Χ.Κ.Άντερσεν (Ωκεανίδα)
Ο γέρος και η θάλασσα - Χέμινγουεϊ (Καστανιώτης)
Η μηχανή του χρόνου - X. Τζ. Γουελς (Μεταίχμιο)
Η μόνη κληρονομιά - Γιώργος Ιωάννου (Κέδρος)                             

Μπεκάκου Πέννυ:
Eroica - Κοσμάς Πολίτης (Εστία)
Το παλτό - Γκόγκολ (Πατάκη)
Ο έρωτας στα χρόνια της χολέρας - Μάρκες 
Το κάτω κάτω της γραφής - Κιοσσές (Μελάνι)
Χίμαιρα - Ν. Μαχφούζ (Καστανιώτης)    

Ντίνου Αθηνά: 
Ο Στόουνερ - Τζον Γουίλιαμς (Gutenberg) 
Στρατιώτες της Σαλαμίνας - Χ. Θέρκας (Πατάκη)
Καθώς ψυχορραγώ - Γουίλιαμ Φώκνερ (Κέδρος)
Το κιβώτιο - Άρης Αλεξάνδρου (Κέδρος)
Το παράπονο του νεκροθάπτου - Ροΐδης 

Παληκίδου Άννα: 
Η Δίκη - Φραντς Κάφκα (Κέδρος)
Η λέσχη των αθεράπευτα αισιόδοξων - Guenassia 
Οι ανώνυμοι δράκοι - Πασκάλ Μπρυκνέρ (Αστάρτη)
Ο αιώνιος σύζυγος - Ντοστογιέφσκι (Γκοβόστη)
Όταν έκλαψε ο Νίτσε - Ίρβιν Γιάλομ (Άγρα)

Παναγιωτόπουλος Νίκος: 
Γκέμμα - Δημήτρης Λιαντίνης (Βιβλιογονία)
Πόλεμος και ειρήνη - Λέων Τολστόι(Μαλλιάρης)
Πάπισσα Ιωάννα - Ροΐδης (Νεφέλη)
Το κιβώτιο - Άρης Αλεξάνδρου (Κέδρος)
Ερωτικά - Γιάννης Ρίτσος (Κέδρος)

Παπαδοπούλου Στεφανία:
Ο τελευταίος πειρασμός - Καζαντζάκης
100 χρόνια μοναξιά - Μάρκες (Λιβάνη)
Πάπισσα Ιωάννα - Εμμανουήλ Ροΐδης (Νεφέλη)
Το όνομα του ρόδου - Ουμπέρτο Έκο (Ψυχογιός) 
Ο ηλίθιος - Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι (Γκοβόστη)

Σαρδανίδου Ηλιάνα:
Τα παιδιά του Σπάρτακου - Διδώ Σωτηρίου (Κέδρος)
Το ημερολόγιο της Άννας Φρανκ (Πατάκη)
Έγκλημα και τιμωρία - Ντοστογιέφσκι (Γκοβόστη)
Να ζεις, να αγαπάς και να μαθαίνεις - Μπουσκάλια
Αλχημιστής - Paulo Coelho (Λιβάνη)

Σταμλάκου Γεωργία:
100 χρόνια μοναξιά - Μάρκες (Λιβάνη)
Η αρραβωνιαστικιά του Αχιλλέα- Άλκη Ζέη (Μεταίχμιο)
Ο νέοπλουτος χωριάτης- Marivaux Pierre 
Περί έρωτος κι άλλων δαιμονίων- Μάρκες (Λιβάνη)
Μητριά πατρίδα- Μιχάλης Γκανάς (Μελάνι)

Σπυροπούλου Αλεξάνδρα:
Τυχεροί και άτυχοι - Γρηγόριος Ξενόπουλος 
Πλούσιοι και φτωχοί - Γρηγόριος Ξενόπουλος 
Τίμιοι και άτιμοι - Γρηγόριος Ξενόπουλος 
Η Δίκη - Φραντς Κάφκα (Κέδρος)
Να έχεις ή να είσαι; - Erich Fromm (Διόπτρα)

"Νότες Λογοτεχνίας"

Πολιτιστικό ιστολόγιο (από το 2009 έως το 2026) και ραδιοφωνική εκπομπή (από το 1999 έως το 2022 στη Θράκη) με άρθρα, συνεντεύξεις, αφιερώματα, ρεπορτάζ, απόψεις, ιδέες και θέσεις γύρω από το Βιβλίο, τη Μουσική και το Ελληνικό Τραγούδι, το Θέατρο και τον Κινηματογράφο, τα Εικαστικά και τη Φωτογραφία. Για αποστολές βιβλίων, περιοδικών, μουσικών έργων (LP-CD), καθώς επίσης και για προτάσεις, ιδέες, παρατηρήσεις, επικοινωνήστε μαζί μας: theodosisv@gmail.com ///// Επιτρέπεται η χρήση και η αναδημοσίευση των άρθρων και των φωτογραφιών, με σαφή αναφορά της πηγής σε ενεργό σύνδεσμο. Υπεύθυνος - Διαχειριστής: Θεοδόσης Βαφειάδης.