Πέμπτη, 18 Ιουλίου 2019

«Γεννήθηκα Ιούλιο, λυκόφως, αστερισμός καρκίνος...»



Η πολύπλοκη και αμφιθυμική σχέση της Μαργαρίτας Καραπάνου (1946-2008) με τη μητέρα της, Μαργαρίτα Λυμπεράκη (1919-2001), εγγράφεται ως ιδιαίτερης σημασίας. Δεν επιδρά καθοριστικά μόνο στην ψυχοσύνθεση και την αυτονόμηση της κόρης, αλλά διατρέχει και το πεζογραφικό της σύμπαν. Στο παρόν άρθρο γίνεται προσπάθεια ανίχνευσης των λογοτεχνικών αποτυπώσεων αυτής της επώδυνης σχέσης, ενώ θεωρείται κομβική και η ανασχετική επίδραση της πατρικής απόρριψης και απουσίας, που εκδηλώνεται τόσο στον ψυχισμό των μυθιστορηματικών ηρώων, όσο και στη δόμηση της ίδιας της συγγραφικής πράξης. Όλα σχεδόν τα έργα της Καραπάνου παρουσιάζονται με ασταθή δομή, σε άμεση συνάρτηση με την αποσταθεροποίηση της ατομικής υπόστασης και την αποδιοργάνωση της προσωπικότητάς της. Στα λογοτεχνικά θραύσματα της συγγραφέως, αυτό που έχει απόλυτο βάρος, είναι η λυτρωτική δύναμη της γραφής, η οποία καλείται, αν όχι να θεραπεύσει, να αντισταθμίσει το ψυχικό ρήγμα που έχει δημιουργηθεί. «Να γράψω, να γράψω, να λυτρωθώ» εξομολογείται στο ημερολόγιό της.

«Γεννήθηκα Ιούλιο, λυκόφως, αστερισμός καρκίνος.
Όταν με φέρανε για να με δει, γύρισε προς τον τοίχο»

Ο τρόπος που εκκινεί η Μαργαρίτα Καραπάνου το πρωτόλειό της: «Η Κασσάνδρα και ο Λύκος» (1974), αφήνει αμέσως να διαφανεί η προβληματική σχέση με τη μητέρα της. Το έργο σχηματοποιεί μια παράλογη, νοσηρή και διαστρεβλωμένη εικόνα του ψυχισμού της νηπιακής ηλικίας, που πηγάζει από τις διαταραγμένες οικογενειακές σχέσεις. Η «αρχαϊκή μητρική απόρριψη»,1 που θα ενισχυθεί καταλυτικά από τη μετέπειτα απουσία της μητέρας στο εξωτερικό, αφήνει ένα ανεπανόρθωτο τραυματικό αποτύπωμα στην ψυχή της μικρής Κασσάνδρας. Εκείνη εμφανίζει μια σειρά από ψυχοσωματικά συμπτώματα ως απόρροια αυτής της απουσίας: επιλεκτική αφωνία, τραυλισμό, απόρριψη της μητρικής γλώσσας και του οικογενειακού της περιβάλλοντος: «Τώρα και λίγες μέρες μουγκάθηκα τελείως. Οι λέξεις γδέρνουν το λαιμό μου σαν παπούτσια, ματώνω, αλλά δε βγαίνει τίποτα» (σ.117). «Μόνο στη MissBenbridge κάτι λέξεις μού ξεφεύγουν κατά λάθος. Στα εγγλέζικα οι λέξεις είναι πιο γλυκές…γδέρνουν λιγότερο. Κι έπειτα η MissBenbridge δεν είναι της οικογένειας» (σ.118). Μέσα από μια φαντασιακή παλινδρόμηση, η μορφή του Πέτρου, του οικονόμου στο σπίτι της γιαγιάς, εμφανίζεται ως υποκατάστατο της μητέρας: «και του ΄χω ορκιστεί πως αυτός θα ΄ναι πάντα η μαμά μου» (σ.167), ενώ και η ισχυρή παρουσία της γιαγιάς ενισχύει την απομάκρυνση από τη μητέρα της: «Εγώ δεν ξέρω από ποια κοιλιά έχω βγει. Ίσως να με γέννησε η γιαγιά» (σ.124).

Παρατηρείται έντονη αμφιθυμική στάση απέναντι στο αγαπημένο πρόσωπο από το οποίο προέρχεται η απόρριψη, καθώς λατρεία και μίσος συνυπάρχουν: «Αγαπημένη μου μαμά, πότε θα γυρίσεις; Θέλω να σε σκοτώσω»(σ.75), όπως και όταν ακρωτηριάζει την κούκλα που ήταν δώρο της μαμάς, υποδηλώνοντας, ίσως, την ψυχική εξουδετέρωση της ίδιας της ηρωίδας. Στο «Μαμά» (2004) εκφράζεται ρητά αυτή η επιθυμία θανάτου: «Μητέρα, σας αγαπώ πιο πολύ νεκρή παρά ζωντανή. Κι όμως, ζωντανή σας λάτρεψα»(σ.120), κι όταν η μητέρα της βρίσκεται στο νοσοκομείο: «Εύχομαι να πεθάνεις απόψε», «μαμά, φύγε πια»(σ. 12), «Νεκρή, είσαι δικιά μου. Νεκρή, σ΄ αγαπώ περισσότερο. Νεκρή, δε μπορώ πια να σε σκοτώσω» (σ.30). Η αμφιθυμία αυτή, αποτυπώνεται και στη διπλή εκδοχή απέναντι στη μητρότητα: Στην πρώτη ιστορία του «Rien ne va plus» (1991), το μίσος της ηρωίδας προς τον σύντροφό της (αλλά και προς όλους τους άνδρες), την οδηγεί στην έκτρωση με σκοπό να του στερήσει τη χαρά του παιδιού, αλλά και να τον αποκαρδιώσει με τρόπο δραματικό: «Ήθελα έτσι να τον ωθήσω στην απόλυτη δυστυχία, ίσως και στην αυτοκτονία» (σ.154). Στη δεύτερη, ωστόσο, εκδοχή της ερωτικής ιστορίας, το παιδί γεννιέται, αλλά μένει στο κτήμα της θείας, λόγω της απουσίας της μητέρας.

Στο «Μαμά» εκφράζεται όλη εκείνη η κραυγή προς τη μητέρα, που μέχρι πρότινος καταπνιγόταν, ενώ καθίσταται αισθητή, περισσότερο από ποτέ, η μητρική απουσία. Η κόρη, μέσα από τις αποσπασματικά παρατιθέμενες αναμνήσεις, σκέψεις κι επιθυμίες, επιδιώκει να συνομιλήσει με τη μητέρα της, αποζητώντας την αποδοχή και το ενδιαφέρον της, εν μέσω συνεχών απογοητεύσεων. Η κόρη διαβιούσε σ’ ένα περιοριστικό περιβάλλον όπου η μητέρα της αξίωνε ως δικά της τα πάντα: «Η μητέρα μου κι εγώ γνωριζόμαστε από παλιά. Όταν ήμουν παιδί, μου έδειχνε τα άστρα. Είναι δικά μου, μου έλεγε. Όταν ήμουν δώδεκα χρόνων, περπατούσαμε μ΄ έναν άνδρα στον δρόμο. Είναι δικός μου, μου έλεγε» (σ. 9). Η μητέρα ανάγεται σε απόλυτο αντικείμενο επιθυμίας και με την εμφάνιση του εραστή της, σχηματίζεται ένα ιδιόμορφο ερωτικό τρίγωνο, όπου αντικείμενο του πόθου δεν αποτελεί ο άνδρας, αλλά η μητέρα. Αντικείμενο του πόθου, αλλά και υποκινητής δυσαρέσκειας, αγανάκτησης και μίσους εσαεί: «Μαμά, γνώρισα ένα παιδάκι. Το σκότωσες…» (σ.64),«Μαμά, κρέμομαι από μια κλωστή. Την άφησες…» (σ.65).

Στο «Η ζωή είναι αγρίως απίθανη» δηλώνει εμφαντικά: «Θά ΄θελα νά ΄χω μια άλλη μητέρα. Ήθελα να έχω οικογένεια» (σ.311). Αποτυπώνονται οι σκέψεις και οι εμπειρίες μιας εικοσαετίας (1959-1979), με συνεχείς τις ενδείξεις μιας ιδιάζουσας σχέσης, κυρίως μεταξύ μητέρας και κόρης, ενώ διαφαίνονται ήδη η ρευστότητα στον ερωτικό τομέα και η αγωνία της Καραπάνου για τη γραφή και τα πρώτα σημάδια μανιοκατάθλιψης: «Έχω την αίσθηση ότι μέρα τη μέρα με δημιουργώ, και την ίδια στιγμή με καταστρέφω» (σ.230). Στο «Δε μ΄αγαπάς. Μ΄αγαπάς» (2008), όπου παρατίθενται τα γράμματα της Λυμπεράκη στην κόρη της, στα οποία βαραίνει η απουσία των προηγούμενων αποχωρισμών, η Καραπάνου προλογίζει: «Μαμά σου γράφω ένα γράμμα. Εφτά χρόνια μετά τον θάνατό σου. Ο θάνατός σου με λύπησε αφάνταστα. Με άφησε ορφανή, αλλά και με απελευθέρωσε. Δε σου κρατάω κακία, αλλά μια απέραντη αγάπη και τα γράμματα φανερώνουν μιαν απέραντη αγάπη. Έφυγε με τον θάνατό σου όλο το διφορούμενο που είχαμε στη σχέση μας. Έμεινε μόνο η αγάπη. Τώρα νιώθω ότι ήρθε η ώρα να δημοσιοποιηθούν τα γράμματά σου». 

Η ισχύς της μητέρας ήταν σε τέτοιο βαθμό επεμβατική, που προκαλούσε προσκόμματα στο να αυτονομηθεί η κόρη. Στo πρώτο της μυθιστόρημα, ως απούσα εγγράφεται και η απουσία του πατέρα, ο οποίος δεν είναι μονάχα απών, αλλά καθίσταται και ανύπαρκτος όταν η δασκάλα την πρώτη μέρα του σχολείου ζητά να επικοινωνήσει με τους γονείς του κοριτσιού: «Θα τηλεφωνήσω στη μαμά σου». Θα κάνω συλλαβές για να μην τραυλίσω. «Είναι στο Παρίσι». «Στον μπαμπά σου». «Δεν υ-πάρ-χει». (σ. 185) Στο «Rien ne va plus» αισθητοποιείται η οδυνηρή συνειδητοποίηση της αδιάφορης στάσης του πατέρα: «Παιδί περίμενα τον πατέρα μου τις Κυριακές να ΄ρθει να με πάρει εκδρομή. Ντυνόμουν από την προηγούμενη το βράδυ, κοιμόμουν με τα ωραία μου ρούχα, ο μπαμπάς δεν ήρθε ποτέ, καμιά Κυριακή!» (σ. 134-5), ενώ εκδηλώνεται και το μίσος προς όλους τους άνδρες, όταν η Λουίζα καταφεύγει στον ψυχίατρο: «Γιατί μισείτε τον άνδρα σας; Γιατί είναι άνδρας» (σ.156). Πλήρη υπονόμευση του συμβολικού πατέρα, συναντάμε στον «Υπνοβάτη» (1985), καθώς το έργο πρόκειται για μια παρωδία της μορφής του Θεού και σύμφωνα με τον Freud, ο Θεός δεν είναι παρά η εξυψωμένη μορφή του πατέρα.

Παρά την εξωτερική ασυνέχεια των έργων της ως απόρροια των ψυχικών ανισορροπιών, η Καραπάνου προσπαθεί να δρέψει όλες τις θεραπευτικές ιδιότητες της γραφής. Στον «Υπνοβάτη» η ιστορία που αναγιγνώσκουμε, είναι η ιστορία που συγγράφει μέσα στο βιβλίο η Λούκα. Στο «Rien ne va plus», παρατηρείται κι εδώ το ίδιο τέχνασμα αυτοαναφορικότητας, όταν η Λουίζα αποκαλύπτει στον Άλκη ότι έχει γράψει ένα μυθιστόρημα με τον ίδιο τίτλο, στο οποίο έχει αντιστρέψει τους μεταξύ τους ρόλους. Η γραφή λειτουργεί εδώ ως απόπειρα αυτοθεραπείας και αρνείται τη μονόπλευρη ερμηνεία, δημιουργώντας διαφορετικές εκδοχές. Στο «Μαμά» αισθητοποιείται η σημασία της γραφής, αλλά και της ανάγνωσης: «Το διάβασμα μου έσωσε τη ζωή. Ακόμη και τώρα, είναι ο πυρήνας της ύπαρξής μου. Δεν ξέρω τι άλλο να πω…» (σ.127), «Δεν ξέρω πώς έγινα συγγραφέας. Ίσως η βαθιά δυστυχία να με ώθησε. Μια μέρα, άρχιζα το πρώτο μου μυθιστόρημα. Έκλαιγα από χαρά, τα δάκρυα μουντζουρώνανε τις σελίδες. Μητέρα, κι εσύ έκλαψες από χαρά. Τα γραμμένα χαρτιά μας χώριζαν. Εκείνη τη νύχτα δεν είχα εφιάλτες, με κατέκλυσε μια γλυκιά γαλήνη. Είχα γεννηθεί…» (σ.128).

Η γραφή προσφέρει στην αφηγήτρια τη δυνατότητα να αποσπαστεί από τη μητέρα της, να αποκτήσει τη δική της ταυτότητα και, τελικώς, να αισθανθεί λύτρωση: «Μαμά, έχεις πεθάνει εδώ και 3 χρόνια. Γράφω ασταμάτητα. Με διορθώνεις. Το σπίτι είναι πάντα δικό σου, δεν έχω αλλάξει τίποτα. Κι όμως κάτι αισθάνομαι. Μια λύτρωση» (σ.132), ενώ, αντίθετα, με τη φράση: «Η μαμά πιτσιλίζει το χαρτί. Γράφω για τη μαμά… Το χέρι της μαμάς με οδηγεί» (σ.55), αφήνει να εννοηθεί η αέναη συναισθηματική της εξάρτηση από τη μητέρα, ακόμη και τις στιγμές που φτάνει κοντά στην αυτονόμησή της. Στα Ημερολόγια, αποτυπώνεται αυτή η αγωνία της για γραφή σε όλη τη διάρκεια του ενήλικου βίου της: «Διότι τι είναι το γράψιμο; Μια συνεχής προσπάθεια να κάνεις λίγο φως εκεί κάτω που ζουν τα φαντάσματα και σε βασανίζουν» (σ.324), ενώ στο «Ναι» (1999) η γραφή μπορεί να αντισταθμίσει το ψυχολογικό κενό και να αποβεί λυτρωτική. Η αφηγήτρια καταφεύγει ακόμη και στη διακοπή των φαρμάκων προκειμένου να έχει την απαιτούμενη διαύγεια για να μπορεί να συγγράψει.


Στο σύνολό τους, οι λογοτεχνικές αποτυπώσεις της Μαργαρίτας Καραπάνου συνταράσσονται από την ατέρμονη αναδίπλωση των ψυχικών ελλειμμάτων, τα οποία και δημιουργούν ρευστές ερωτικές σχέσεις και σημεία αμφιταλάντευσης, έτσι όπως σχηματοποιούνται από την «είσπραξη» διφορούμενης αγάπης από τη μητέρα και αδιαφορίας από την πατρική μεριά. Η ισχύς της απελπισίας, ωστόσο, παραμερίζεται μπροστά στη ζωογόνο και γενεσιουργό δύναμη της γραφής, μέσω της οποίας επέρχεται η λύτρωση, ακόμη κι αν συχνά είναι παροδική.

Αθηνά Ντίνου

1. Θεοδοσάτου Βιβή, Ασελήνοις νυξί, εκδ. Επέκεινα, 2013, σ. 48

Δεν υπάρχουν σχόλια:

"Νότες Λογοτεχνίας"

Πολιτιστικό ιστολόγιο (από το 2009) και ραδιοφωνική εκπομπή με τίτλο "Να μείνουν μόνο τα τραγούδια" (από το 1998), με συνεντεύξεις, απόψεις, ιδέες και θέσεις γύρω από τη Μουσική, το Ελληνικό Τραγούδι, το Θέατρο, το Βιβλίο, τον Κινηματογράφο, τα Εικαστικά, τη Φωτογραφία, το Ραδιόφωνο, τη Θράκη.

Επιτρέπεται η χρήση και η αναδημοσίευση των άρθρων και των φωτογραφιών, με σαφή αναφορά της πηγής σε ενεργό σύνδεσμο. Υπεύθυνος - Διαχειριστής: Θεοδόσιος Π. Βαφειάδης.

Βιβλιοκριτικές γράφει και η αριστούχος απόφοιτη Ελληνικής Φιλολογίας του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης, Αθηνά Ντίνου, όπως και άλλοι φιλόλογοι.