Κυριακή, 10 Μαρτίου 2019

Καταφυγή στη λογοτεχνία: μονόδρομος ή αυτοσκοπός;



Η λογοτεχνική αξία του «Στόουνερ» (1965) που συνέγραψε ο Τζον Γουίλιαμς (1922-1994), άργησε κάμποσα χρόνια να εκτιμηθεί. Ποια είναι άραγε εκείνα τα στοιχεία χάρη στα οποία έλαβε την αρχική, αρνητική υποδοχή; Και ποια είναι αυτά που συνετέλεσαν στην πανηγυρική μεταστροφή του ενδιαφέροντος μετά από δεκαετίες; Η απάντηση στο πρώτο ερώτημα θα μπορούσε να οριοθετηθεί γύρω από τη φαινομενικά απλή υπόθεση, τη γραμμική αφήγηση, αλλά και τη μονότονη υποχωρητικότητα και τον αντιηρωισμό του κεντρικού προσώπου, που πολύ πιθανό να συγκροτούσαν τα νήματα του  απορριπτικού πλέγματος. Κι αυτά είναι που μπορούν ν’ αναδιπλωθούν κριτικά προκειμένου να δοθεί απάντηση στο δεύτερο. Δηλαδή τα στοιχεία που έτυχαν περιφρονητικής διάθεσης, είναι τα ίδια που, δυνητικά, συνιστούν την κορυφογραμμή της εξαιρετικής σύλληψης.

Πρόκειται για ένα χρονικό που διατρέχει ολόκληρο τον βίο του πανεπιστημιακού καθηγητή Λογοτεχνίας, Γουίλιαμ Στόουνερ, εκκινώντας από την παιδική του ηλικία στο αγρόκτημα των γονιών του, τη φοίτηση στη Γεωπονική και κατόπιν τη μεταπήδηση και την αφοσίωση στη Φιλολογία, τον αποτυχημένο γάμο του, την απομάκρυνση από την κόρη του, τη συνάντηση με τον αληθινό έρωτα, τους ψυχοφθόρους εργασιακούς ανταγωνισμούς, καταλήγοντας στη δραματική σκηνή του θανάτου του. Οι προσωπικές και επαγγελματικές του επιλογές, συνειδητές ή αφημένες στη συγκυρία, δικαιωμένες ή διαψευσμένες, βρίσκονται σε πρώτο και κύριο πλάνο, χωρίς το κέντρο βάρους να πέφτει μονάχα σ’ ένα σημείο. Η μετάβαση από τους πανεπιστημιακούς διαδρόμους προς τον ενδοοικογενειακό βίο που αποδεικνύεται ολέθριος, είναι αέναη, με έντονη την αίσθηση της τραγικότητας.

Είναι η λογοτεχνική αισθητοποίηση της τραγικής ανθρώπινης μοίρας, του αναπόφευκτου και του μοιραίου, που συνταράσσει και συνταράσσεται από την ίδια της την ισχύ. Ο συγγραφέας αποδίδει τις ψυχικές διακυμάνσεις και τις δραματικές εντάσεις, με τρόπο απλό, σιγανό και τελικά αριστοτεχνικό. Με πρόθεση διεισδυτική, καμωμένη από ισχυρή δόση ρεαλισμού, μετατρέπει την επιφανειακά απλή ιστορία, σε σύνθετη νοητική διεργασία και ευκαιρία αναγνωστικής μέθεξης. Συμπονούμε, κατανοούμε, επικρίνουμε και θαυμάζουμε τα πατήματα του Στόουνερ, εντοπίζοντας τις δικές μας συγκλίσεις και αποκλίσεις.

Υπό τον ίσκιο των δύο παγκόσμιων συρράξεων και της αμερικανικής επιστράτευσης, ο καθηγητής επιλέγει να βαδίσει στην οδό της διδασκαλίας. Ακόμη κι αν ποικίλες ασυμβατότητες και οδυνηρές συγκρούσεις εκδηλώνονται στον πανεπιστημιακό χώρο, εκείνος εμμένει στην αγάπη του για τη μελέτη και τη διδασκαλία της λογοτεχνίας. Ήταν ακόμη στο δεύτερο προπτυχιακό έτος όταν, επηρεασμένος από το άκουσμα ενός σαιξπηρικού σονέτου, εγκατέλειψε τις γεωπονικές σπουδές για να αφοσιωθεί στις φιλολογικές, και διαβλέποντας ο καθηγητής το ενδιαφέρον του για τη λογοτεχνία, είχε δηλώσει: «Είναι έρωτας, κύριε Στόουνερ. Είστε ερωτευμένος. Τόσο απλό είναι».

Είναι προφανής και σε άλλα σημεία η φιλολογική του κλίση και προτίμηση, ενώ δομικής σημασίας αποτελεί το γεγονός πως δε θυσίασε την επαγγελματική του ιδιότητα (και δεν προέβη στη λύση του γάμου του) για τον εξωσυζυγικό, δυνατό και ουσιαστικό δεσμό που ανέπτυξε. Παρόλ’  αυτά, δημιουργείται πολύ συχνά μια ρευστή αίσθηση, όχι τόσο για το αν ο Στόουνερ αγαπούσε τη λογοτεχνία (αυτό είναι δεδομένο), όσο για το ότι κάποιες φορές η υπερβολική αφοσίωσή του και τελικά η επιλογή αυτού του επαγγέλματος, υπαγορευόταν από μια προσπάθεια συγκάλυψης του βαθέως ρήγματος που είχε δημιουργηθεί στον εφηβικό και αργότερα στον συζυγικό του βίο.

Η δουλειά του λειτουργούσε ως διέξοδος από το δηλητηριασμένο οικογενειακό περιβάλλον, ως αντιστάθμισμα της οικονομικής ανέχειας, των ματαιώσεων, των φόβων και των αδιεξόδων, χωρίς καθόλου αυτό να σημαίνει πως οι αντιηρωικές παραιτήσεις σχηματοποίησαν μια μονότονη μυθιστορηματική φιγούρα. Το αντίθετο. Με φυσική και αβίαστη ροή εκφράζονται όλες οι αποχρώσεις των σκέψεων και των συναισθημάτων του Στόουνερ, ο οποίος ερχόταν κοντά με την κοινή ανθρώπινη μοίρα του αρχόμενου 20ού αιώνα, και συχνά όχι με οξύτερο τρόπο.

Ο ίδιος ο συγγραφέας ανέφερε, σε μια σπάνια συνέντευξή του, πως για εκείνον ο Στόουνερ ήταν «ήρωας με όλη τη σημασία της λέξης. Πολλοί από αυτούς που διάβασαν το βιβλίο σχημάτισαν την εντύπωση ότι ο Στόουνερ έζησε μια κακή και θλιβερή ζωή. Το βέβαιο είναι ότι έζησε καλύτερα από τον περισσότερο κόσμο. Έκανε αυτό που ήθελε να κάνει, αγαπούσε αυτό που έκανε, είχε την αίσθηση πόσο σπουδαία ήταν η δουλειά που έκανε. Οι αξίες τις οποίες κλήθηκε να υπηρετήσει είναι σημαντικές», ενώ το σημαντικότερο μυθιστορηματικό στοιχείο για τον Τζον Γουίλιαμς αποτελούσε «η συνείδηση του έργου, του επαγγέλματος που έχει ο Στόουνερ. Γι’ αυτόν η διδασκαλία είναι έργο, έργο με την καλή, την έντιμη έννοια της λέξης» καταλήγοντας πως «η αγάπη για κάτι είναι αυτό που μετράει».

Αθηνά Ντίνου

Το βιβλίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Gutenberg με την εξαιρετική μεταφραστική απόδοση της Αθηνάς Δημητριάδου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

"Νότες Λογοτεχνίας"

Πολιτιστικό ιστολόγιο (από το 2009) και ραδιοφωνική εκπομπή με τίτλο "Να μείνουν μόνο τα τραγούδια" (από το 1998), με συνεντεύξεις, απόψεις, ιδέες και θέσεις γύρω από τη Μουσική, το Ελληνικό Τραγούδι, το Θέατρο, το Βιβλίο, τον Κινηματογράφο, τα Εικαστικά, τη Φωτογραφία, το Ραδιόφωνο, τη Θράκη.

Επιτρέπεται η χρήση και η αναδημοσίευση των άρθρων και των φωτογραφιών, με σαφή αναφορά της πηγής σε ενεργό σύνδεσμο. Υπεύθυνος - Διαχειριστής: Θεοδόσιος Π. Βαφειάδης.

Βιβλιοκριτικές γράφει και η αριστούχος απόφοιτη Ελληνικής Φιλολογίας του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης, Αθηνά Ντίνου, όπως και άλλοι φιλόλογοι.