Κυριακή, 12 Μαΐου 2019

Οδεύοντας προς τον αφανισμό


  «Eίμαι πεπεισμένος πως οι άνθρωποι πρέπει να 
εγκαταλείψουν τη Γη. Αν παραμείνουμε εδώ, 
κινδυνεύουμε να αφανιστούμε»
Stephen Hawking

Το νέο βιβλίο του Σαντιάγο Αμιγκορένα (1962), δεν λειτουργεί απλώς ως προσήμανση για τους κινδύνους που ελλοχεύει για το περιβάλλον ο σύγχρονος τρόπος διαβίωσης και η γενικευμένη στάση αδιαφορίας, αλλά διαγράφει με τρόπο εφιαλτικό τη συντέλεια που καταφτάνει, χωρίς να υπάρχει κανένας διάδρομος διαφυγής. Απεικονίζεται η ζοφερή πραγματικότητα του πολύ κοντινού 2086, όταν οι πολλαπλές και πολύπλευρες απειλές για τη Γη αποδειχθούν ολέθριες. Το προηγμένο επίπεδο στο οποίο νομίζουμε πως έχουμε φτάσει, θρυμματίζεται, σκορπίζοντας εικόνες ερήμωσης της Γης, λειψυδρίας, πείνας και λοιμού, αποδεκατισμού πολλών ειδών ζώων, υπό τη σκέπη ενός πνιγηρού αέρα και δολοφονικών ηλιακών αχτίδων.

Τα τελευταία λόγια που αρθρώνει ο μοναδικός εναπομείναντας στη Γη, απαριθμούν τα ερείπια της ανθρωπότητας, σφυγμομετρούν τη συντέλεια και επιρρίπτουν ευθύνες στις δύο καταστροφικότερες αιτίες: την ανθρώπινη αδιαφορία και την απομάκρυνση από τη φύση, διαψεύδοντας όσους πίστευαν ότι το τέλος του κόσμου θα οφειλόταν σε εχθρικές δυνάμεις. H Αποκάλυψη προαναγγέλεται στον βράχο της Ακρόπολης και με πλοκή με σαφή νοηματική κύμανση, επιχειρείται να ταρακουνηθεί συνθέμελα η αχόρταγη φύση μας. Κι αυτός είναι ο κύριος σκοπός της μυθιστορηματικής ύλης, η αναφορά στη συλλογική νοοτροπία και την πολιτική που ακολουθείται που, εκτός του ότι θρέφει την καταστροφή, ανοίγεται ένα νέο φάσμα εκδοχών προς την κατάσταση αποκτήνωσης ή και βαρβαρότητας στην οποία έχουμε περιέλθει. Ακόμη κι όταν παρουσιάζεται να πλησιάζει ο πλήρης αφανισμός, ο άνθρωπος στρέφεται ανηλεώς εναντίον του ανθρώπου, καθιστώντας ακόμη πιο βαθύ το ηθικό ρήγμα. 

Μέσα από τις πρότερες μνήμες του υπεραιωνόβιου, προτελευταίου ανθρώπου πάνω στη γη, εντοπίζεται σαφής πρόθεση εναπόθεσης ευθυνών, ενώ διαγράφεται σε μεγάλο βαθμό η υλικο-ευδαιμονική μας κατάσταση χωρίς να θέλουμε να κοστολογούμε τις επιπτώσεις, γεγονός που συντελείται εδώ και δεκαετίες: «Με τον ίδιο τρόπο που οι πρεσβύτεροί μας είχαν συνεχίσει να ζουν τις δολοφονικές ζωές τους, σκοτώνοντας τα πάντα, μέρα με τη μέρα, μεθοδικά, με τα σκουπίδια τους, τα οχήματά τους, τα αεροπορικά τους ταξίδια, με την ξέφρενη κατανάλωσή τους, έτσι κι εμείς συνεχίσαμε, ματαιόδοξοι και αλαζόνες, να ατενίζουμε την αυτοχειρία της ανθρωπότητας».

Αν εξαντλούνται οι φυσικοί πόροι και ο άνθρωπος επιταχύνει το τέλος του, το κείμενο δεν εξαντλείται στη λεκτική και εικονική εσχατολογία (με σαφή σκηνοθετικά ερείσματα λόγω της διπλής ιδιότητας του συγγραφέα), αλλά εμπεριέχει και αρκετά ίχνη ελπίδας. Ενώ η ανθρωπότητα είναι καταδικασμένη να χαθεί, αναπτύσσονται ισχυρές σχέσεις φιλίας πριν τη μοναξιά του τέλους, ενώ προβάλλεται και η θεραπευτική αξία της ανάγνωσης και της γραφής, μέσω του προσφιλούς θεματικού μοτίβου στο έργο του συγγραφέα, εκείνο του «αιώνιου γραφομανή». Ο Αμιγκορένα επιλέγει να σφραγίσει την ιστορία με πολύ ελπιδοφόρο μήνυμα και με την εικόνα του τελευταίου εναπομείναντος να βρίσκεται αφημένος στην απέραντη ακρογιαλιά, αφημένος στο διάβασμα και το γράψιμο και να νιώθει πως απελπίζει ακόμη και τον θάνατο: «ναι, ο κόσμος είναι υπέροχος, το σύμπαν ολόκληρο είναι ένας ύμνος στη χαρά».

Ακόμη και η επιλογή της Αθήνας για Κάλεσμα των λίγων εναπομείναντων χιλιάδων εκεί, υπό τη σκέπη του Παρθενώνα, υποκρύπτει τη διάθεση βίωσης λίγων στιγμών απαλλαγμένων από επιτηδεύσεις και αντλώντας ευχαρίστηση από τις πιο απλές κινήσεις, ακριβώς γιατί το τέλος πλησιάζει. Οι άνθρωποι είχαν προ πολλού παραμερίσει τις μικροχαρές από τη ζωή τους, όπως το μακάριο βύθισμα στην όψη ενός λουλουδιού, στο άκουσμα μιας φωνής, στην όψη ενός προσώπου. «Τι μάθαμε όλοι μας στην Αθήνα; Ότι η Αθήνα θα μπορούσε να υπάρξει πάντα και παντού. Ότι θα μπορούσαμε να έχουμε ζήσει έτσι κάθε στιγμή της ζωής μας» ή ότι «η Αθήνα ό, τι και να γίνει, μπορεί πάντα να υπάρξει».

Για τη συγγραφή του κειμένου, ο Αμιγκορένα οφείλει πολλά στη σκηνοθετική και σεναριακή θητεία του όπως προλέχθηκε, αλλά «υπάρχει πάντα ένα κατευθυντήριο κείμενο, το οποίο δεν είναι δικό μου» δηλώνει ο ίδιος. Εν μέσω κομβικών διακειμενικών συνομιλιών για τη συγκρότηση του νοήματος, το κείμενο προβλέπει τα μελλούμενα με τρόπο συνταρακτικό, προσφέρει ένα εύφορο έδαφος προβληματισμού για την περιβαλλοντική κρίση, ενώ εφιστά την προσοχή για τον τρόπο που οι ανθρώπινες και τεχνολογικές δραστηριότητες αποδεικνύονται χρόνο με τον χρόνο μοιραίες. Για πόσο καιρό ακόμα μπορεί να συντηρηθεί η ανθρώπινη ζωή;

Το βιβλίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Gutenberg, σε μετάφραση Τιτίκας Δημητρούλια, η οποία και προλογίζει. Στο τέλος του βιβλίου παρατίθεται πλούσιο υλικό σχετικώς με τη διακειμενική σχέση που αναπτύσσεται με τον Υπερίωνα του Χέλντερλιν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

"Νότες Λογοτεχνίας"

Πολιτιστικό ιστολόγιο (από το 2009) και ραδιοφωνική εκπομπή με τίτλο "Να μείνουν μόνο τα τραγούδια" (από το 1998), με συνεντεύξεις, απόψεις, ιδέες και θέσεις γύρω από τη Μουσική, το Ελληνικό Τραγούδι, το Θέατρο, το Βιβλίο, τον Κινηματογράφο, τα Εικαστικά, τη Φωτογραφία, το Ραδιόφωνο, τη Θράκη.

Επιτρέπεται η χρήση και η αναδημοσίευση των άρθρων και των φωτογραφιών, με σαφή αναφορά της πηγής σε ενεργό σύνδεσμο. Υπεύθυνος - Διαχειριστής: Θεοδόσιος Π. Βαφειάδης.