Τρίτη, 22 Μαΐου 2018

Ο νέος μουσικοσυνθέτης Γιάννης Γεωργιλάς στις Νότες Λογοτεχνίας



Ο Γιάννης Γεωργιλάς γεννήθηκε το 1979 στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε Νομική στο «Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης» και από το 2006 ασκεί μάχιμη δικηγορία στην πόλη του. Η μουσική πάντα όμως είχε ξεχωριστή θέση στη ζωή του. Έχει σπουδάσει κλασική κιθάρα με δάσκαλο τον Σταύρο Κρομμύδα, κι έπειτα με τον αδικοχαμένο Γιώργο Κωνσταντινίδη στον αυτοσχεδιασμό, το blues, τη jazz, τη σύνθεση και την ενορχήστρωση. 
Στις αρχές του 2017 ξεκίνησε να ηχογραφεί μουσικές και τραγούδια, ένα υλικό που πρόσφατα κυκλοφόρησε σε ψηφιακό δίσκο, με γενικό τίτλο «Σιωπή ν’ ακούσουμε», σε δική του μουσική-σύνθεση-ενορχήστρωση και παραγωγή. Εμπεριέχονται έντεκα τραγούδια και δύο οργανικά, με τη συμμετοχή δέκα εξαίρετων ερμηνευτών (Βελεσιώτου, Βεληβασάκη, Γκαϊφύλλιας, Δερμιτάσογλου, Θεοχαρίδης, Θωμαΐδης, Καζούλης, Παπανικολάου, Πρατσινάκης, Στεφανόπουλος - ένα τραγούδι ερμηνεύει και ο ίδιος ο δημιουργός) και οκτώ νέων κυρίως στιχουργών. 
Οι μουσικές αυτές του Γιάννη Γεωργιλά, ο οποίος παίζει στο δίσκο όλες τις κιθάρες και μαντολίνο, γράφτηκαν σε διάστημα έντεκα χρόνων (2003-2014). 
Όλα αυτά είναι μια καλή αφορμή για την πρώτη εφ’ όλης της ύλης συνέντευξη του νέου δημιουργού, στο πολιτιστικό ιστολόγιο «Νότες Λογοτεχνίας».


Αγαπητέ Γιάννη Γεωργιλά, καλώς ήρθες στις Νότες Λογοτεχνίας.
Καλώς σας βρήκα Θεοδόση, εσένα και το πολύ όμορφο ιστολόγιό σου. Σ’ ευχαριστώ καταρχάς για την πρόσκληση και το ενδιαφέρον σου γι’ αυτό το πρώτο μου δισκογραφικό πόνημα.

Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Πώς και πότε ξεκινά η σχέση σου με τη μουσική; Ποια είναι τα πρώτα μουσικά ερεθίσματα;
Ασυνείδητα η σχέση όλων μας με τη μουσική ξεκινάει από τη στιγμή που ξεκινάει να λειτουργεί το ακουστικό μας νεύρο, το αυτί, οι επιστήμονες λένε πως το έμβρυο ήδη από την κοιλιά της μητέρας ακούει, επηρεάζεται και αντιδρά ανάλογα και γι’ αυτό το λόγο οι γονείς οφείλουν να είναι ιδιαιτέρως προσεκτικοί με τη μουσική ανατροφή των τέκνων τους...
Στο οικογενειακό μου περιβάλλον δεν υπήρχαν μουσικοί. Υπήρχε όμως πάντα καλή μουσική. Ο πατέρας μου πάντα την έψαχνε. Αγόραζε βινύλια, έγραφε κασέτες με επιλεγμένη μουσική, ενώ τη μητέρα μου διέκρινε η αγάπη της για το τραγούδισμα.  
Η δική μου σχέση με τη μουσική, γίνεται συνειδητή πλέον από τη στιγμή που ακούγεται η κλασική κιθάρα της δασκάλας μουσικής στο σπίτι μας, όταν ο αδερφός μου κατόπιν δικής του μεγάλης επιθυμίας, ξεκινά ιδιαίτερα μαθήματα.
Στο δεύτερο μάθημα, ζητάω από τους γονείς μου να παρακολουθήσω μαζί του κι εγώ το μάθημα κιθάρας, την οποία έκτοτε, κουβαλώ σφιχτά παντού και πάντοτε μαζί μου, ενώ εκείνος, σταματά αρκετά σύντομα.

Ποια είναι τα μουσικά σου πρότυπα;
Μουσικά πρότυπα... Δεν είχα μάλλον ποτέ μουσικά πρότυπα. Δηλαδή μουσικούς,  που προσπάθησα να μιμηθώ και που πάσχισα να παίξω σαν κι αυτούς. Αυτό ίσως να μου έκανε και κακό, από την άποψη, ότι πρώτο ασφαλές στάδιο της γνώσης αποτελεί η μίμηση...
Αντίθετα μπορώ να σου κατονομάσω πολλούς μουσικούς, συνθέτες, οργανοπαίχτες, που θαύμαζα και θαυμάζω, οι οποίοι όμως δεν αποτέλεσαν πρότυπα με την έννοια που περιέγραψα παραπάνω, για δύο μάλλον λόγους. Ο πρώτος γιατί ποτέ δεν θεώρησα ότι έχω το ταλέντο, να φτάσω σε τόσο υψηλό επίπεδο και ο δεύτερος -που ίσως αποτελεί και άλλοθι για να μην μελετώ πιο σκληρά- γιατί ήθελα ν’ αναζητήσω τον δικό μου τρόπο παιξίματος, ίσως λιγότερο άρτιο τεχνικά, αλλά σίγουρα πιο προσωπικό. Μπορεί αυτό ν’ ακούγεται κάπως εγωιστικό, αλλά ακόμη και σήμερα πιστεύω ότι υπάρχουν καταπληκτικοί μουσικοί, ασύλληπτοι οργανοπαίκτες όσον αφορά την τεχνική, στις περισσότερες περιπτώσεις όμως, υπολείπονται προσωπικότητας και προσωπικού ήχου, με αποτέλεσμα να «ακούγονται» όπως πολλοί άλλοι και εν τέλει να μην ξεχωρίζουν.


Ποιους καλλιτέχνες του ελληνικού –και όχι μόνο- τραγουδιού ξεχωρίζεις και για ποιο λόγο;
Είμαι από τους ανθρώπους που έχουν γοητευτεί ιδιαίτερα από τους σύγχρονους τραγουδοποιούς. Κοιτώντας προς τα πίσω μάλλον προκύπτει λογικά. Η πρώτη συναυλία που παρακολούθησα για παράδειγμα, ήταν σε μικρή ηλικία στη Θεσσαλονίκη, στη μουσική σκηνή «Λιόγερμα», όπου με είχαν πάρει μαζί τους οι γονείς μου. Τα καθίσματά μας, βρισκόταν σε απόσταση μισού μέτρου από τον Βαγγέλη Γερμανό, όπου μόνος του για 2-3 ώρες με μια κιθάρα, περιδιάβαινε σε όλο το ελληνικό και ξένο τραγούδι. Από τον Χιώτη και τον Dylan μέχρι τα δικά του «Μπαράκια». Επίσης ενδιαφέρον ήταν για μένα, πως οι στίχοι των περισσοτέρων τραγουδοποιών, τα λόγια των τραγουδιών τους, ήταν δικά τους λόγια, προσωπικά και άμεσα. Αυτό, αφενός σε ωθούσε να ταυτιστείς ευκολότερα μαζί τους και αφετέρου, εμφανιζόταν αναπόφευκτα η προσωπικότητά τους μπροστά στα μάτια σου, με τα λάθη, στραβά και πάθη τους (όπως λέει κι ο Μάλαμας), ως εξομολογήσεις των αδυναμιών τους. Ταυτόχρονα ο τρόπος που λειτουργούσαν στα μουσικά πράγματα και το δημόσιο βίο, σε κάποιες περιπτώσεις ενίσχυε το δέσιμό μου με αυτούς –σ’ εκείνες που αποδείχτηκαν ειλικρινείς-, ενώ σε άλλες το αποδυνάμωσε, διαχωρίζοντας την αγάπη από τον δημιουργό -και τη συγκεκριμένη συνδεδεμένη προσωπικότητά του- από το έργο του. Πάντα μου άρεσαν λίγο παραπάνω, εκείνοι οι οποίοι διατήρησαν μία ιδεολογία χωρίς εκπτώσεις, σε όλη τη διάρκεια της πορείας τους, χωρίς να παρεκκλίνουν από αυτή.

Υπάρχουν τέτοιες περιπτώσεις; Πες μου μερικά παραδείγματα!
Ευτυχώς υπάρχουν. Συνεχώς βέβαια από τη συγκεκριμένη «λίστα» εξέρχονται αρκετoί και μεταπηδούν σ’ εκείνην που περιέχει όλους όσους προτάσσουν το οικονομικό όφελος, την παραμονή -με κάθε τρόπο- στο φώς της δημοσιότητας, θυσιάζοντας όλη τους την πορεία και τη στάση ζωής που διατήρησαν για πολλά ή λιγότερα χρόνια και «ξεπουληθήκανε στο γιουσουρούμ για ένα κουστούμ» (όπως είπε και ο Νικόλας Άσιμος). Παραδείγματα πολλά και από τη μια και από την άλλη πλευρά. Όμως για να στηρίξω λίγο και το σπίτι μου, το δίσκο, με αφορμή τον οποίο πραγματοποιείται η συνέντευξη, θα σου πω, πως όλοι οι ερμηνευτές αλλά και οι μουσικοί που συμμετείχαν σε αυτόν, είναι στην καλή όχθη του ποταμού, υπηρέτησαν την τέχνη με σεβασμό μέχρι σήμερα, δίχως εκπτώσεις και παρεκκλίσεις. 

Νομική και Μουσική! Πώς καταφέρνεις να ισορροπείς ανάμεσα στη μάχιμη δικηγορία και τη μουσική; Πόσο δύσκολο (ή μήπως «εύκολο» και λυτρωτικό;) είναι το πρωί να δίνεις μάχες στα δικαστήρια και το βράδυ να παίζεις σε μουσικές σκηνές;
Πολύ δύσκολο ως ακατόρθωτο, λυτρωτικό και αναγκαίο ταυτόχρονα. Αυτό που λέω συνήθως είναι ότι δικογραφία και δισκογραφία, διαφοροποιούνται μόνο κατά ένα σίγμα. Απ’ τη μία, μια επιστήμη που για πολλούς νομικούς δασκάλους θεωρείται τέχνη και από την άλλη η τέχνη που έχει επιστημονικοποιηθεί πλήρως, για να μπορεί να διδάσκεται σε όλους με τα καλύτερα αποτελέσματα. Και ο άνθρωπος, το κοινό σημείο αναφοράς ανάμεσα στις δύο. Ως προς το πώς καταφέρνω να ισορροπήσω προσωπικά, θα σου πω πως καθημερινά ακροβατώ. Αμφότερες διεκδικούν συνεχή αφιέρωση, προσήλωση, χρόνο και μελέτη. Ωστόσο, η δικηγορία έχει να προσφέρει εμπειρίες μέσα από την προσωπική επαφή με ανθρώπους και τις «περιπέτειές» τους. Αν θέλεις να επιτελέσεις πραγματικό έργο ως δικηγόρος και λειτουργός της δικαιοσύνης, οφείλεις να πλησιάσεις σ΄ αυτές, να γίνεις κοινωνός τους, να τις κουβαλήσεις μαζί σου αποχωρώντας από το γραφείο σου ή τα δικαστήρια, να τις σκεφτείς, να σε απασχολήσουν νύχτες και να σε κρατήσουν άγρυπνο και αγχωμένο. Θα σου ανταποδώσουν όμως πλούσιες εμπειρίες και συναισθήματα, τα οποία κάπως θα πρέπει να εκτονώσεις και τότε η μουσική, θα σου ανοίξει μια αγκαλιά θαλπωρής, η οποία, θα είναι τότε ακόμη πιο έντονη, σφιχτή, ζεστή, και λυτρωτική. 

Βασίλης Πρατσινάκης και Γιάννης Γεωργιλάς στo studio

 «Σιωπή ν’ ακούσουμε», τιτλοφορείται ο πρώτος προσωπικός σου δίσκος. Πώς νιώθεις που αυτό το υλικό κυκλοφορεί και είναι διαθέσιμο προς ακρόαση;
Είμαι ευτυχής και χαμογελαστός που έφερα σε πέρας και με αποτέλεσμα, που με ικανοποιεί πλήρως,  όλη αυτή την προσπάθεια.

Ποιοι είναι οι μουσικοί σου συνοδοιπόροι σ’ αυτό το ταξίδι;
Είναι κάποιοι από τους σπουδαιότερους μουσικούς της πόλης μου, της Θεσσαλονίκης, και όχι μόνο. Οι τρεις πρώτοι, που χωρίς την προτροπή και σύμπραξή τους, δεν θα προέβαινα στην εκκίνηση του όλου εγχειρήματος και οι οποίοι το στήριξαν και με στήριξαν από την αρχή του, είναι: Ο μπασίστας Δημήτρης Γουμπερίτσης, βασικό μέλος του θρυλικού πλέον jazz γκρουπ “A priori”, με συμμετοχή σε εκατοντάδες δισκογραφικές παραγωγές, συμπαίκτης και φίλος του δασκάλου μου Γιώργου Κωνσταντινίδη, στον οποίο είναι αφιερωμένος ολόκληρος ο δίσκος. Ο πιανίστας Γρηγόρης Σημαδόπουλος, σολίστ, δάσκαλος, ενορχηστρωτής, μουσικός για τον οποίο δεν πιστεύω πως χωρούν συστάσεις από εμένα. Ο ντράμερ και γενικότερα κρουστός Γιάννης Ριμάρεφ, ένας μετρονόμος, που παίζει όμως μουσική. Από κει και μετά είναι ο γνωστός και μη εξαιρετέος Φώτης Σιώτας που έπαιξε βιολιά και βιόλες, οι δύο φλαουτίστες, ο Νίκος Παπαπαρασκευάς και ο Ευθύμης Τσακίρης, ο νεότερος της παρέας, ο κλαρινετίστας Σωκράτης Βότσκος, ο Ηλίας Κρομμύδας που έπαιξε ακορντεόν, ο Γιώργος Καλλιφατίδης μπάντζο και ο Φίλιππος Κωσταβέλης Hammond και Rhodes.

Στο δίσκο συνεργάζεσαι με διάφορους στιχουργούς, ενώ έχεις μελοποιήσει και ένα ποίημα. Πώς γνωριστήκατε και κάτω από ποιες συνθήκες γεννήθηκαν τα τραγούδια; Θα ήθελα να μας δώσεις το στίγμα του καθενός.

- Παράσχος Καραγκιαβουρίδης: Δικηγόρος. Συνεργάτης για χρόνια. Πολυγραφότατο και έμπειρο στιχουργό δεν τον αποκαλείς. Τον «προκάλεσα» να γράψει στίχο και ανταποκρίθηκε. Μου έδωσε τέσσερα στιχάκια από τα οποία τα δύο η «Κραυγή» και το «Στο ποτάμι» συμπεριλήφθηκαν στο δίσκο και από τότε προσπαθώ να τον παρακινήσω να συνεχίσει να γράφει.
- Ειρήνη Αμπατζίδου: Φιλόλογος. Το πρώτο τραγούδι μου, η «Κίρκη», που φτιάχτηκε αν θυμάμαι καλά το 2003 και ηχογραφήθηκε ως demo με ανδρική φωνή, της ανήκει, όπως και το «Αν ήξερες».  
- Κωνσταντίνος Χρυσανθάκης: Ο πολυγραφότατος της παρέας. Γνωριμία μέσω μουσικού φόρουμ κάπου στο 2006-07 όπου αναζητούσα καινούριους στίχους. Διάβασα το «Της λύπης ταχυδρόμος» και μαζί με τον Γιώργο Ευσταθίου το ντύσαμε μουσικά με απίστευτη ταχύτητα και του το έστειλα. Συνεχίσαμε φτιάχνοντας κι άλλα τραγούδια επικοινωνώντας διαδικτυακά ενώ στη συνέχεια γνωριστήκαμε και από κοντά και μου έδωσε τη «Μάσκα που ο χρόνος μας φορά». Πρόσφατα μετακόμισε στη Θεσσαλονίκη και όλη αυτή η εξ αποστάσεως σχέση έχει εξελιχθεί σε μια πολύ όμορφη φιλία, που ελπίζω να κρατήσει περισσότερο κι από τα τραγούδια μας.
- Έλλη Καραμόσχου: Κάτοικος Αθηνών, που έζησε για κάποια χρόνια στη Θεσσαλονίκη ως φοιτήτρια, όπου και γνωριστήκαμε μετά από συστάσεις της συγκατοίκου της, τραγουδίστριας του σχήματος που εκείνον τον καιρό, περί το 2006 είχα δημιουργήσει. Μου έδωσε δύο στιχάκια, εκ των οποίων το ένα ήταν «Οι τρελοί του κόσμου».
- Θανάσης Τσίρος: Φιλόλογος, καθηγητής στη μέση εκπαίδευση με την πρώτη του ποιητική συλλογή "Στο φως και στο σκοτάδι" να εκδίδεται το 1981, ενώ, αν και μας ζητάει «Συγνώμη για τη διακοπή...κι ήρθε η ώρα για να φύγω», γράφει ανελιπώς μέχρι σήμερα και παράλληλα ασχολείται με την πεζογραφία και το τραγούδι και μάλιστα το 1988 κερδίζει το γ΄ βραβείο στο Φεστιβάλ τραγουδιού της Θεσσαλονίκης.
- Μαρία Χατζηαυξέντη: Γνωριμία μέσω διαδικτύου αρχικά και στη συνέχεια εκ του σύνεγγυς, για 20 περίπου λεπτά στο αεροδρόμιο της Λάρνακας στην Κύπρο, απ’ όπου κατάγεται και ζει. Εκεί μου έφερε τους «Πειρατές» της, μαζί με άλλα δώρα,  ως καλωσόρισμα, έστω και κατά το φευγιό μου, μετά από ολιγοήμερη «μουσική επίσκεψη» στην Κύπρο.   
- Όλγα Σκούφη: Όταν ενδεδυμένος τη φόρμα της πρωινής εργασίας προσέρχεσαι στη συμβολαιογράφο για την υπογραφή σύμβασης και καταλήγεις να μιλάς με τη γραμματέα της για ποίηση και στίχους και στη συνέχεια σου εκμυστηρεύεται πως «ψιλογράφει» στιχάκια όπως το «Μες στης ψυχής μου το σκοτάδι», είναι μια καλή μέρα στη δουλειά.
- Θανάσης Πέτσας: Γνωριμία στη γνωστή μπουάτ της Κομοτηνής «Διέξοδος». Εγώ νεοφερμένος φοιτητής στην πόλη ενώ εκείνος εργαζόμενος για χρόνια εκεί. Χαθήκαμε γρήγορα λόγω της φυγής του από την πόλη. Την επόμενη χρονιά με τους φίλους και συμφοιτητές, εξ Αθηνών Παναγιώτη Σταθόπουλο και Γιάννη Ροδόπουλο, εργαστήκαμε κι εμείς, ως μουσικοί στο «Διέξοδος». Αρκετά χρόνια μετά, ο  Θανάσης σε συνάντηση του με τον Παναγιώτη στην Αθήνα του έδωσε το στιχάκι και αυτός το μετέφερε σε μένα. 
- Σταυριανός Αγοραστός: Φιλόλογος και καθηγητής μου στο Λύκειο. Με 12 ποιητικές συλλογές από το 1973 μέχρι σήμερα στο ενεργητικό του και συνεχίζει με το ίδιο πάθος και την ένταση για την τέχνη, την ποίηση, το τραγούδι και την ιστορία αλλά και τη συμμετοχή στα κοινά. Έγραψα μουσική για να συνοδεύσω με την κλασική μου κιθάρα την παρουσίαση του βιβλίου του «Εικοσιτετράωρο» το 2004 και κάποια από εκείνα τα μουσικά θέματα ενοποιούνται αρκετά χρόνια μετά στις «Ώρες».


Πως κατάφερες και συγκέντρωσες τόσους καλούς και γνωστούς ερμηνευτές και τραγουδοποιούς; Αυτούς είχες στο μυαλό σου όταν τα ετοιμάζατε;
Στην αρχή ήταν ένα παιχνίδι φαντασίας για μένα. Απ’ τη μια μεριά κάποια τραγούδια που δεν τα ήξεραν παρά 5-10 κοντινοί μου άνθρωποι και από την άλλη, φωνές που αγάπησα και θαύμασα όλα αυτά τα χρόνια που μελέτησα, εντρύφησα και συγκινήθηκα από το ελληνικό τραγούδι. Ξεκίνησα λοιπόν να φαντάζομαι, να ονειρεύομαι, το ποιές φωνές, ποιοί ερμηνευτές θα ήταν οι πιο ταιριαστοί για τα τραγούδια που είχα επιλέξει να συμπεριλάβω στο δίσκο, χωρίς να προσδοκώ στην πραγμάτωση του ονείρου καθώς φάνταζε ιδιαίτερα μακρινό. Ωστόσο, ξεκίνησα την προσπάθεια ανεύρεσης όλων αυτών των ανθρώπων που είχα μες στο μυαλό μου αναζητώντας τους έναν-έναν με κάθε τρόπο. Μέσω emails, μηνυμάτων στο facebook κλπ. Η ανταπόκριση που συνάντησα από τις πρώτες επαφές ήταν πραγματικά απρόσμενη, ανέλπιστη και καταλυτική και με ώθησε να ολοκληρώσω το σχέδιο που είχα κατά νου παρά τις όποιες καθυστερήσεις και προβλήματα ανέκυψαν κατά την πορεία.  

Σε μια δύσκολη δισκογραφικά -και όχι μόνο, βέβαια- εποχή, τι θα προσδοκούσες από αυτή τη δουλειά;
Νομίζω πως ο στόχος οποιουδήποτε καλλιτέχνη είναι καταρχάς να συγκινήσει. Βέβαια απαραίτητη προϋπόθεση για να συγκινήσει, είναι να έρθει το έργο του σε επαφή με το κοινό, δηλαδή τους ακροατές, αν μιλάμε για μουσικό. Οπότε, όπως καταλαβαίνεις, η αρχική προσδοκία είναι να φτάσει αυτή η δουλειά σε όσο το δυνατόν περισσότερα αυτιά και -ει δυνατόν- ευήκοα και εν συνεχεία να φανεί αν μπορεί να συγκινήσει.

Πώς βλέπεις σήμερα τη Θεσσαλονίκη ως ζωτικό πολιτιστικό χώρο; Υπάρχει πρόσφορο έδαφος για καινούργιες και πρωτότυπες δημιουργίες στο χώρο της μουσικής ή έχουν βαλτώσει τα πράγματα, λόγω της επανάληψης και του μιμητισμού;
Αν και πραγματιστής, παραμένω αισιόδοξος. Νομίζω πως και στη Θεσσαλονίκη, όπως και σε κάθε γωνιά της πατρίδας μας υπάρχουν και θα υπάρχουν άνθρωποι με πνεύμα ανήσυχο, που επιθυμούν και θα επιθυμούν συναίσθημα και ανάγκη για επικοινωνία, επιζητώντας την ομορφότερη εκδοχή του εαυτού τους και των γύρω τους. Οι συνθήκες προφανώς δεν ενδείκνυνται για την προαγωγή της τέχνης, ωστόσο ενδείκνυνται για την παραγωγή τέχνης. Ζούμε εν μέσω του κυκλώνα μιας πρωτοφανούς οικονομικής κρίσης -μιλώντας τουλάχιστον για τη δική μου γενειά- που σε συνδυασμό με το ευτελές που θέλησε να επιβάλει προ κρίσης η πλειοψηφία των ιδιωτικών καναλιών και ραδιοφώνων (μέσων μαζικής εξημέρωσης κατά τον Τζίμη Πανούση), τείνουμε να πιστέψουμε, γεμάτοι ενοχές, πως δεν υπάρχει ελπίδα. Αντίθετα, πιστεύω ότι καθημερινά γεννιούνται σπουδαίες δημιουργίες και το επίπεδο όσον αφορά τη μουσική, για την οποία μπορώ να έχω επαρκέστερη άποψη είναι υψηλότατο. Σίγουρα είναι δύσκολο να αναδειχθούν και να ξεχωρίσουν, όμως υπάρχουν και αναμένουν καρτερικά να ανακαλυφθούν από τους καλούς ακροατές, τους καλούς ραδιοφωνικούς παραγωγούς κ.λπ.  

Το επόμενο βήμα στο χώρο του ελληνικού τραγουδιού, μετά την κυκλοφορία αυτού του δίσκου, ποιο θα ήθελες να είναι; Υπάρχει κι άλλο μουσικό υλικό στο συρτάρι, εκτός από δικογραφίες;
Είναι μάλλον πολύ νωρίς να μιλήσουμε για κάτι τέτοιο. Η κυκλοφορία του δίσκου είναι μόνο η απαρχή μιας νέας απρόβλεπτης περιπέτειας που ξεκίνησε μόλις τώρα και που δεν έχει ορατό σημείο τερματισμού. Θα σου πω ότι γράφω δύσκολα, αλλά παρ' όλα αυτά, υπάρχει μουσικό υλικό, ικανό να αποτελέσει συστατικό για έναν επόμενο δίσκο. Αυτό που με ενδιαφέρει αυτή τη στιγμή όμως, είναι να βοηθήσω τα τραγούδια αυτού του δίσκου να φτάσουν στον κόσμο, να είμαστε καλά να παίζουμε μουσικές ζωντανά, να γνωρίζουμε ωραίους ανθρώπους, μουσικούς, στιχουργούς, ερμηνευτές και θα δοθούν οι αφορμές και τα κίνητρα, για νέες δημιουργίες.  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

"Νότες Λογοτεχνίας"

Πολιτιστικό ιστολόγιο (από το 2009) και ραδιοφωνική εκπομπή με τίτλο "Να μείνουν μόνο τα τραγούδια" (από το 1998), με συνεντεύξεις, απόψεις, ιδέες και θέσεις γύρω από τη Μουσική, το Ελληνικό Τραγούδι, το Θέατρο, το Βιβλίο, τον Κινηματογράφο, τα Εικαστικά, τη Φωτογραφία, το Ραδιόφωνο, τη Θράκη. Μπορείτε να στέλνετε υλικό για παρουσιάσεις (LP, CD, βιβλία -παλιά & καινούργια-, περιοδικά, προσκλήσεις εκδηλώσεων) και να στηρίξετε ποικιλοτρόπως την προσπάθειά μας, επικοινωνώντας μαζί μας: theodosisv@gmail.com

Επιτρέπεται η χρήση και η αναδημοσίευση των άρθρων και των φωτογραφιών, με σαφή αναφορά της πηγής σε ενεργό σύνδεσμο. Υπεύθυνος - Διαχειριστής: Θεοδόσιος Π. Βαφειάδης. Στις βιβλιοκριτικές συνεργάζεται η αριστούχος απόφοιτη Ελληνικής Φιλολογίας του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης, Αθηνά Ντίνου.