Σάββατο, 18 Δεκεμβρίου 2010

Συνεντεύξεις του Θανάση Γκαϊφύλλια στην Αυγή


Συνέντευξη στο Θάνο Μαντζανά και στην "Κυριακάτικη Αυγή" που κυκλοφόρησε εκτάκτως την Παρασκευή 17 Δεκεμβρίου 2010 λόγω απεργίας των δημοσιογράφων:

Ο «αναχωρητής της Κομοτηνής», ο «ερημίτης της Θράκης», «αυτός ο περίεργος τύπος από την επαρχία» και άλλες παρόμοιες... αηδίες μετά συγχωρήσεως! Απλώς ο Θανάσης Γκαϊφύλλιας είχε το θάρρος -αλλά ακόμα και την τιμιότητα, αν θέλετε...- να κάνει αυτό που αρκετοί άλλοι ίσως δεν μπορούν και πολλοί περισσότεροι δεν τολμούν να κάνουν, με άλλα λόγια μόνον αυτό που αισθανόταν και του έλεγε η ψυχή του. «Τα βρόντηξε όλα κάτω» και έφυγε αφήνοντας πίσω του όχι μόνο την Αθήνα αλλά και μια πορεία που, αν και βραχύχρονη, είχε ήδη δείξει ότι ήταν μια από τις πλέον ενδιαφέρουσες και υποσχόμενες της ελληνικής μουσικής των τελευταίων πενήντα χρόνων. Επέλεξε να ζήσει και όχι να αποσυρθεί στην Κομοτηνή και αυτό κάνει μια μεγάλη διαφορά και να ακολουθήσει εκεί μια όχι τόσο μοναχική όσο μακριά από το «πολύβουο πλήθος» διαδρομή, τόσο ως άνθρωπος όσο και ως δημιουργός. Αληθινός δημιουργός, καθώς ανάμεσα στις συνειδητές του επιλογές ήταν και το να σταματήσει να βιοπορίζεται από τη μουσική. Η επαγγελματική του ενασχόληση στην Κομοτηνή ήταν ένα δισκοπωλείο και βιβλιοπωλείο, ένα «κέντρο, μια όαση πολιτισμού για όλη την περιοχή», όπως θυμάται με ευχαρίστηση και ικανοποίηση ο ίδιος, μέχρι και λίγα χρόνια πριν, όταν συνταξιοδοτήθηκε και το έκλεισε.
Στο μεταξύ, πίσω στην Αθήνα, μα και αλλού, ο μύθος σχεδόν που είχε αρχίσει να δημιουργείται γύρω από το όνομα του όχι μόνο δεν θάμπωνε αλλά αποκτούσε όλο και μεγαλύτερη λάμψη, την αληθινή λάμψη της αξίας, με το πέρασμα του χρόνου. Πέντε όλοι και όλοι δίσκοι (οι δύο τελευταίοι σε δική του, ολότελα ανεξάρτητη παραγωγή και έχοντας κυκλοφορήσει από το μικρό δισκογραφικό label που είχε ιδρύσει με έδρα το μαγαζί του) από το ’71 μέχρι το '99 ήταν αρκετοί για να φιλοτεχνήσουν το πορτρέτο ενός τραγουδοποιού που, πριν απ’ όλα, ήταν συνεπής με τον εαυτό του και όχι μόνο με την ποιότητα αλλά και με την ουσία και το περιεχόμενο της δουλειάς του. Τον περυσινό χειμώνα επέστρεψε για μερικές ζωντανές εμφανίσεις στον...«τόπο του εγκλήματος», δηλαδή στο ιστορικό «Κύτταρο», την κοιτίδα του συνόλου σχεδόν της ελληνικής ροκ σκηνής των δεκαετιών του ’60 και του ’70, όπου είχε εκκινήσει και ο ίδιος για την τροχιά του στον χώρο της μουσικής. Οι εμφανίσεις αυτές είχαν αληθινά απρόσμενα μεγάλη απήχηση και κατά τη διάρκειά τους ηχογραφήθηκε το διπλό CD - ντοκουμέντο «Αυτά Που Ρωτάς (Ζωντανά Στο Κύτταρο)» που κυκλοφόρησε πριν λίγο καιρό. Τραγούδια κυρίως -γιατί υπάρχουν και μερικές εξαιρέσεις- του Θ. Γ. με στίχους δικούς του αλλά και των Καρυωτάκη, Ρίτσου, Μ. Κατσαρού, Γ. Σουρή, Μ. Ελευθερίου και μια απροσδόκητη, όχι απλώς διασκευή αλλά και μεταφορά στα ελληνικά του κλασικού «Blowin’ In The Wind» του Bob Dylan (το τραγούδι που έδωσε τον τίτλο στο album) σε αληθινά ζωντανές, γεμάτες κέφι, αλλά και…μεστές νοήματος εκτελέσεις . Και η συνολική, τελική εντύπωση δεν μπορεί παρά να είναι ότι, είτε το παραδέχεται ή μη, είτε ακόμα και αν το συνειδητοποιεί ο ίδιος ή όχι, η «Ατέλειωτη Εκδρομή» που είχε ξεκινήσει κάποτε αυτός ο αληθινά ξεχωριστός άνθρωπος και δημιουργός όχι μόνο δεν τελείωσε ακόμα αλλά και θα συνεχίζεται για όσο έχει πνοή...


Αλήθεια, όλα αυτά τα χρόνια έχεις μετανιώσει ποτέ που άφησες την Αθήνα, έστω και ομολογώντας το μόνο στον εαυτό σου; Και αντίστοιχα έχεις μπει ποτέ στον πειρασμό να ξαναγυρίσεις, εισπράττοντας, για παράδειγμα, τόση αγάπη από τον κόσμο όταν έδωσες αυτές τις συναυλίες;

Στην Κομοτηνή κατέκτησα αυτό που ενδόμυχα ονειρεύεται κάθε άνθρωπος, την ελευθερία της σκέψης, του λόγου και των πράξεων. Είμαι αυτάρκης και χωρίς να έχω στερηθεί τίποτα στη ζωή μου. Την Αθήνα την είδα, τη γνώρισα και την εγκατέλειψα εγκαίρως. Τώρα την απολαμβάνω όποτε και όσο θέλω εγώ. Ακούγεται εγωϊστικό, αλλά έτσι είναι. Όσο για τους ανθρώπους που με αγαπούν, ξέρουν πολύ καλά πού μένω και τι κάνω. Είναι κάτι που δεν τους διαφεύγει και μου χαρίζουν απλόχερα την εκτίμηση και την αγάπη τους.

Πώς είναι σήμερα η ζωή στην Κομοτηνή, έχει αλλάξει δραματικά στην πορεία του χρόνου; Θα ήθελα επίσης να μου πεις πώς βίωσες προσωπικά εκεί, σε μια μικρή επαρχιακή πόλη που βρίσκεται πολύ μακριά από το κέντρο, την πορεία της χώρας την τελευταία δεκαετία, η οποία ξεκίνησε με χρηματιστηριακά πάρτι και το «εθνικό όραμα» της Ολυμπιάδας και τελειώνει με τρόικες και Μνημόνια.

Τις προηγούμενες δεκαετίες η περιφέρεια είχε στραμμένο το βλέμμα της στο κέντρο περιμένοντας να ακούσει το καλό νέο γύρω από την τέχνη, την οικονομία, τα μεγάλα έργα και γενικά ό,τι θα βελτίωνε τη ζωή σ’ αυτό τον τόπο. Τα θαλασσοδάνεια και οι επιδοτήσεις έπεφταν βροχή και πάντα κάτι περίσσευε για όλους. Στον κάμπο φύτρωναν, μαζί με τα βαμβάκια, λυόμενα μπορντέλα που διαφήμιζαν το εμπόρευμα με επιγραφές του τύπου…«προσεχώς Βουλγάρες»! Οι διορισμοί στο Δημόσιο, που, όπως ομολόγησε πριν λίγο καιρό ο κύριος Ντόλιος, γίνονταν βάσει του εθιμικού δικαίου (sic), πήγαιναν σύννεφο κι ο ψιλοβολεμένος Νεοέλληνας επαναστατούσε πια μόνον για την μπάλα.
Η εμπιστοσύνη προς το κέντρο άρχισε να κλονίζεται όταν οι παπατζήδες με το κόλπο του Χρηματιστηρίου τίναξαν την μπάνκα στον αέρα. Πάνω που άρχισε να ξηλώνεται η κάλτσα, μας παραμύθιασαν με τις Ολυμπιάδες (πληθυντικός, διότι η δική μας κόστισε όσο τρεις από τις συνηθισμένες!) και όταν τα άπληστα βρωμόχερα δεν έβρισκαν τίποτα στο συρτάρι, έκλεψαν τις οικονομίες του παππού και της γιαγιάς. Αστοί και χωριάτες τα βλέπαμε, τα ξέραμε και, αντί να διαμαρτυρηθούμε, συνεχίζουμε να ψηφίζουμε αυτούς που ισχυρίζονται πως…«όλοι μαζί τα φάγαμε». Όταν οι ιστορικοί του μέλλοντος θα αναφέρονται στην εποχή μας, θα μιλούν για το χρονικό μιας προδιαγεγραμμένης χρεωκοπίας.

Σε ενδιαφέρει η πολιτική σήμερα; Αισθάνεσαι ότι υπάρχει κάποιος πολιτικός χώρος που σε καλύπτει ή είσαι και εσύ μέρος της «φράξιας» του Μιχάλη Κατσαρού; Αναφέρομαι στον τρόπο που παρουσίαζες σε αυτές τις εμφανίσεις στο μελοποίηση σου του πλέον γνωστού αποσπάσματος του έργου του ποιητή «Η Διαθήκη», το διαχρονικό «Αντισταθείτε»...

Ναι, ανήκω σ’ αυτή τη «φράξια», του Μιχάλη Κατσαρού και του Άκη Πάνου. Εξ ανάγκης... Διότι όσο η αριστερά συνεχίζει να διυλίζει τον κώνωπα και, με πρόσχημα…ιδεολογικές διαφορές πολυτελείας, να εγκλωβίζει σε μικρομάγαζα τη δυναμική του καλύτερου κομματιού της κοινωνίας, αυτού που θα μπορούσε να συμβάλει ουσιαστικά στην αλλαγή της, εγώ θα είμαι «άστεγος».

Συνεχίζεις να γράφεις τραγούδια με ένα σταθερό ρυθμό ή πολύ σπάνια πια;

Τώρα που με ρωτάς, διαπιστώνω πως έχω καιρό να γράψω. Τελικά είναι θέμα διάθεσης....


Οι δισκογραφικές σου παρουσίες είναι τόσο αραιές επειδή δεν το επιδιώκεις να είναι συχνότερες ή επειδή δεν ενδιαφέρονται αρκετά για εσένα αυτοί που θα έπρεπε να το κάνουν;

Αμφότερα. Πόσοι απέμειναν όμως από αυτούς που θα έπρεπε να ενδιαφερθούν; Κι αν σκεφτείς πως η συνέντευξη αυτή έχει ως αφορμή την κυκλοφορία του νέου μου δίσκου από τη “Λύρα”, τότε... καλά πάμε!

Αισθάνεσαι, αν όχι μια πίκρα, έστω κάποιο παράπονο ως μουσικός, ως δημιουργός, για το ότι δεν έκανες όσα πράγματα θα μπορούσες; Πιστεύεις ότι σου δόθηκαν όσες ευκαιρίες σου άξιζαν;

Ποτέ και κανείς δημιουργός, με όποιο αντικείμενο κι αν ασχολείται, δεν μπορεί να είναι ικανοποιημένος, αφού όλα στην Ελλάδα γίνονται με άγχος. Ο χρόνος, οι μικροί προϋπολογισμοί, οι ακατάλληλοι χώροι και οι συνήθως άσχετοι άνθρωποι που μπλέκουν στα πόδια μας κάνουν τη ζωή μας δύσκολη. Αυτό που μου έλειψε πραγματικά ήταν ένα δικό μου στούντιο. Να κάνω ό,τι θέλω χωρίς να κοιτάζω το αμείλικτο ρολόι...

Πώς αισθάνθηκες ανεβαίνοντας στη σκηνή του «Κυττάρου» μετά από τόσα χρόνια και, με την ευκαιρία, τι θα είχες να πεις κοιτάζοντας πίσω για όλη αυτή τη γενιά σου των τραγουδοποιών και μουσικών; Εκπληρώσατε τα αιτήματα που η εποχή, μα και ο εαυτός σας, έθεταν όταν ξεκινούσατε;

Το «Κύτταρο» πέρασε από σαράντα κύματα και είναι θαύμα το ότι ξαναβρήκε κάτι από το χαμένο του παρελθόν. Φυσικά τίποτα δεν είναι πια ίδιο, αλλά, έστω και έτσι, νιώθεις πως εκεί μέσα κάποτε έγιναν συγκλονιστικά πράγματα. Ήμουν εξόχως τυχερός που τον Σεπτέμβριο του 1971 υπέγραψα ένα από τα πρώτα τρία συμβόλαια, τα άλλα δύο ήταν του Δ. Πουλικάκου με τους Εξαδάκτυλος και των Socrates. «Καθημερινάς δύο προγράμματα. Κυριακάς και εορτάς τρία»!!!! Ρεπό δεν υπήρχε, αλλά ποιος νοιαζόταν γι’ αυτό; Ακόμα και αν (υποθετικά) έκλεινε μία ημέρα, εμείς πάλι εκεί θα ήμασταν. Δεν ξέρω τι δώσαμε και τι πήραμε, ξέρω όμως ότι το χαρήκαμε. Το «Κύτταρο» τότε ήταν υπόθεση απίστευτα πολλών ανθρώπων. Ήταν μια «ελεύθερη ζώνη» στην καρδιά μιας ζοφερής εποχής. Ανέβηκα λοιπόν μετά από τριάντα οκτώ χρόνια στη νέα σκηνή του «Κυττάρου» και φυσικά τα συναισθήματα ήταν ανάμικτα. Ένιωσα τις βιολογικές απουσίες, νοστάλγησα την εποχή της αθωότητας και βλέποντας παλαιές αφίσες έρχονταν στο μυαλό μου τα λόγια του Βάρναλη…Αχ που 'σαι νιότη πού 'λεγες πως θα γινόμουν άλλος.

Πιστεύεις ότι η μουσική, το τραγούδι, ο λόγος έχουν και σήμερα την επίδραση που είχαν τότε στην κοινωνία και μπορούν να αλλάξουν κάποια πράγματα;

Υπάρχει τεράστια διαφορά ανάμεσα στο τότε και το τώρα. Τότε χούντα, τώρα ΔΝΤ, τότε τανκς, τώρα κάλπες. Τότε «αποφασίζομεν και διατάσσομεν» και τώρα τους ψηφίζουμε!!! Ό,τι θα γραφτεί από εδώ και πέρα θα ξεχειλίζει από αδιέξοδη οργή και πίκρα. Τί καινούργιο να πεις σ’ αυτόν που θα χάσει τη δουλειά του, τη σύνταξή του και ίσως και το σπίτι του; Εξυπνάδες του τύπου…εγώ σου τα 'λεγα και εσύ με έγραφες κανονικά; Δεν προσφέρεται η εποχή. Είναι αντιηρωική.

Πες μου κάποιες περιπτώσεις που ξεχωρίζεις από τη σύγχρονη, ακόμα και τη σημερινή ελληνική μουσική σκηνή. Και μπαίνω στον πειρασμό να σε ρωτήσω αν σου αρέσουν δύο επίσης ιδιοσυγκρασιακοί δημιουργοί με τους οποίους έχεις το κοινό στοιχείο τού ότι και οι τρεις «επιμένετε περιφερειακά», ο επίσης Θρακιώτης Αργύρης Μπακιρτζής αλλά και ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου που αρνείται πεισματικά να αφήσει τα αγαπημένα του ορεινά της Λάρισας.

Θα σταθώ σε ένα όνομα, του Γιώργου Ανδρέου. Ολοκληρωμένος μουσικός, που συνδυάζει τη γνώση με την έμπνευση και την ευαισθησία, και... Σερραίος παρακαλώ! Το τονίζω γιατί επιμένω περιφερειακά. Με συγκινούν τα ιδιαίτερα «μουσικά αρώματα» κάθε τόπου όπως η Εστουδιαντίνα του Βόλου, οι Μικρές Περιπλανήσεις των Δωδεκανήσων, η Κρητική «σχολή» (Λουδοβίκος Των Ανωγείων, Χαϊνηδες, Γιάννης Χαρούλης), οι Πατρινοί Raining Pleasure, ο Γιώργος Φραντζολάς και οι αδελφές Ελένη και Σουζάνα Βουγιουκλή από την Ξάνθη, ο Γιώργος Καζαντζής από την Θεσσαλονίκη και, όπως εύστοχα παρατήρησες, ο Θανάσης απ’ τη Λάρισα και ο Αργύρης απ’ την Καβάλα. Όλοι αυτοί αγαπούν, τιμούν και ομορφαίνουν τον τόπο τους.

Και, τέλος, θα υπάρξει συνέχεια μετά από αυτό τον live δίσκο ή θα σε χάσουμε πάλι, κυριολεκτικά χάσουμε όμως, για άλλα τόσα χρόνια;

Ποιος μπορεί να ξέρει
Ο χρόνος τι θα μας φέρει;
Ας αποχαιρετιστούμε με μια ευχή. Να βρεθούμε ξανά...

Θα τη μοιραστούμε αυτή την ευχή, φίλε Θανάση...

-->



Συνέντευξη του Θανάση Γκαϊφύλλια στη Βιβή Ζωγράφου που δημοσιεύτηκε στην Κυριακάτικη Αυγή στις 6/3/2005 με αφορμή την αυτοβιογραφία του Μπομπ Ντύλαν με τίτλο "Η Ζωή μου" που κυκλοφόρησε το 2005 στην Ελλάδα:

-->
Β. Ζ.: -Ο Bob Dylan θεωρήθηκε ο εκφραστής της "οργισμένης" γενιάς του ΄60 στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Θ. Γ.: -Από τη μια το αγαπημένο παιδί του αμερικανικού συστήματος, ο Έλβις, να στρατεύεται με τυμπανοκρουσίες κι από τη Γερμανία (καταραμένη ξενιτιά) να γράφει τραγούδια για τη μαμά, κι από την άλλη, χιλιάδες νέοι, αρνητές στράτευσης, να καίνε δημόσια τις κυβερνητικές προσκλήσεις. Από τη μια χιλιάδες νέοι να δραπετεύουν από τον παράδεισο για να μην πάνε στην κόλαση του Βιετνάμ κι από την άλλη η εθνοφρουρά να μπαίνει στα πανεπιστήμια, π.χ. Κολούμπια, και να κάνει ασκήσεις επί ζωντανών στόχων. Τότε κι ο Dylan έγραφε τραγούδια για τη μαμά του, μόνο που έλεγε..."Όλα εντάξει, μάνα...μόνο που αιμορραγώ".

Β. Ζ.: -Την ίδια στιγμή η νεολαία της Ελλάδας πώς εισπράττει τον Dylan; Συνδέθηκε με πολιτικά αιτήματα της εποχής εκείνης στη χώρα μας;

Θ. Γ.: -Για την Ελλάδα, η δεκαετία του ΄60 ξεκίνησε ελπιδοφόρα με την εκλογή του Κέννεντυ. Το χάρηκαν οι Έλληνες, και στους πάγκους των πανηγυριών, δίπλα στα ζαχαρωμένα μήλα και στις ψεύτικες καρφίτσες, πουλούσαν πολύ όμορφα καδράκια με τη φωτογραφία του Τζων και της Τζάκι, που οι απλοί άνθρωποι τοποθετούσαν στην πιο ακριβή θέση του σπιτιού: στο εικονοστάσι. Για τα καφενεία και τα λεωφορεία υπήρχαν μεγαλύτερα κάδρα. Οι Έλληνες πίστεψαν ότι κάτι θα άλλαζε προς το καλύτερο και, αν μη τι άλλο, πως από δω και πέρα κανείς πρέσβης των ΗΠΑ δεν θα έμπαινε με το σορτσάκι στο γραφείο του πρωθυπουργού μας. Φρούδες ελπίδες...
ΣΙΑ, παλάτι, ΙΔΕΑ, καρφίτσα, αποστάτες να βυσσοδομούν και να στήνουν προβοκάτσιες, τα τρίκυκλα να αλωνίζουν κι ο γέρο - Καραμανλής να απορεί..."Ποιός, επιτέλους, κυβερνάει αυτόν τον τόπο;". Ε, λοιπόν, η γενιά του 114 δε θα μπορούσε ν συνδέσει τους αγώνες και τα όνειρά της με το αμερικάνικο τραγούδι διαμαρτυρίας.
Τα τραγούδια του Dylan και της Baez μπορεί να ακούγονταν με συμπάθεια και συγκίνηση κάποια στιγμή, σαν διάλειμμα, αλλά ως εκεί.
Εμείς ως λαός είχαμε τα δικά μας προβλήματα, αλλά και τους δικούς μας τρόπους έκφρασης. Οι ποιητές, στρατευμένοι και μη, εμψύχωναν το λαό με το λόγο και οι μουσικές (κυρίως του Μίκη) μετατρέπονταν από απλά και όμορφα λαϊκά τραγούδια σε αγωνιστικούς παιάνες.
Αυτός ο λαός στον τομέα της δημιουργίας ήταν αυτάρκης.
Εξάλλου το ροκ ως προϊόν εισαγωγής είχε συνδεθεί στη συνείδηση της πλειοψηφίας με το μήκος της αντιαισθητικής κόμης των Beatles και των Stones και οι νέοι, που γοητευμένοι ακολουθούσαν το παγκόσμιο ρεύμα αποκαλούνταν, από τους κάθε λογής "ορθόδοξους", περιφρονητικά, μαλλιάδες και γεγέδες.


Β. Ζ.: -Πόσο η ελληνική εκδοχή του τραγουδοποιού επηρεάστηκε από τον Dylan;

Θ. Γ.: -Ο πρώτος από τους Έλληνες τραγουδοποιούς που εμβάθυνε στο φαινόμενο Dylan ήταν ο Σαββόπουλος. Οι επιρροές είναι ορατές σε πολλά τραγούδια του και δεν αναφέρομαι σε αυτά που διασκεύασε επισήμως.
Για όσους, λοιπόν, από εμάς έψαχναν να βρουν έναν νέο τρόπο έκφρασης και ήθελαν να ξεφύγουν από τη σιγουριά του...είμαστε δυο, είμαστε τρεις κι από την υπερβολική γλυκύτητα του Νέου Κύματος, ο λόγος και ο τρόπος του Σαββόπουλου ήταν καθοριστικός. Έγινε ο ενδιάμεσος και μπήκε ο Dylan στη ζωή μας. Απ' αυτά τα χρησιδάνεια, υπήρξαν άνθρωποι που ενοχλήθηκαν σφόδρα. Ας αναφέρω ένα μικρό περιστατικό. Αρχές του '71 συζητώ με έναν από τους κορυφαίους Έλληνες συνθέτες (δεν αναφέρω το όνομα, διότι η συζήτηση ήταν ιδιωτική):

-Και ποιος συνθέτης σου αρέσει περισσότερο; με ρωτά, (προφανώς περίμενε να τον αναφέρω πρώτο).

-Ο Σαββόπουλος, του απαντώ αυθόρμητα.

-Ο Σαββόπουλος; Δεν ξέρω κανέναν Σαββόπουλο. Εγώ ξέρω τον Bobby Dylan.

Έμεινα άναυδος. Έχω πολλά να προσάψω στον κύριο Σαββόπουλο για την εν γένει πορεία του, αλλά σε καμία περίπτωση δεν θα τον κατηγορήσω γιατί μέσα από το έργο του μας σύστησε τον κύριο Dylan. Την ίδια εποχή βέβαια και άλλοι μπαλανταδόροι παρουσίαζαν κομμάτια του Dylan, όπως ο Σπύρος με τη Λήδα, οι Διόσκουροι (Βαγγέλης Γερμανός και Βασίλης Ζαρούλιας)και οι αγαπημένοι και αξέχαστοι φίλοι μου Παύλος Σιδηρόπουλος και Παντελής Δεληγιαννίδης. Αλλά την επίσημη αντιπροσωπεία της DylanCorp εν Ελλάδι την είχε ο Σαββόπουλος. Οι επιρροές του Dylan πέρασαν και στη νέα γενιά και τραγουδοποιοί όπως ο Μίλτος Πσχαλίδης κι ο Βασίλης Καζούλης μελέτησαν καλά το έργο του και πήραν πλούσια εφόδια για το δρόμο τους. Κάποια στιγμή, αυτά τα νέα παιδιά συναντήθηκαν επί σκηνής με τον Βαγγέλη Γερμανό και παρουσίασαν ένα υπέροχο πρόγραμμα στο ΜΕΤΡΟ. Κρίμα που το εγχείρημα δεν είχε συνέχεια. Θα τους πρότεινα στο μέλλον να συμπράξουν και πάλι, παρουσιάζοντας αποκλειστικά τραγούδια του Dylan. Είναι οι πλέον κατάλληλοι.


Β. Ζ.: -Εκτός από το μουσικό του έργο, εσείς οι νέοι της εποχής εκείνης εκτιμήσατε εξίσου και την προσωπική στάση του Dylan, ως δημόσιο πρόσωπο αλλά και στην ιδιωτική του ζωή. Αυτά τα δύο τα θεωρούσατε άρρηκτα και δεμένα.

Θ. Γ.: -Ο Dylan δικαίως χαρακτηρίστηκε ως ο καλύτερος συνεχιστής της μεγάλης του Woody Guthry σχολής. Αυτό όμως αφορούσε το μεγάλο ποιητικό και μουσικό ταλέντο του. Και μόνον. Ως άτομο, με την αμφιλεγόμενη στάση του σε σημαντικές στιγμές, δημιούργησε ερωτηματικά και στοίχειωσε τη ζωή πολλών ανθρώπων που τον ήθελαν έτσι όπως τον γνώρισαν: αρνητή και όχι προσκυνητή. Να φοράει μπλουτζήν και μπότες και να πατάει σταθερά πάνω στη σκηνή των αντιπολεμικών φεστιβάλ κι όχι ντυμένο με φανταιζί κοστούμι, σα μέλος πλανόδιου τσίρκου, να τρεκλίζει ανεβαίνοντας τα σκαλοπάτια για να φιλήσει το χέρι του Πάπα. Και δεν είναι ότι φταίνε αυτοί που δε μεγάλωσαν.
Φταίει που κάποια στιγμή πίστεψαν πώς μοιράστηκαν το ίδιο όνειρο.
Φταίει που, οι ίδιες αιτίες που τους έκαναν τότε να θυμώσουν και να ενώσουν τις φωνές τους, υπάρχουν και σήμερα. Και πολύ χειρότερες μάλιστα.
Φταίει που η ζωή μας γέμισε με απάτες κι αυταπάτες.
Και τέλος, άλλη μια εξαιρετική παλιά συνέντευξη του Θανάση Γκαϊφύλλια: 
http://www.servitoros.gr/education/view.php/24/450/
Η παραπάνω συνέντευξη δημοσιεύτηκε στο 9ο τεύχος του μαθητικού περιοδικού "Παρρησία" το 2003.
Φωτογραφίες από δημοσιεύματα του τύπου και το προσωπικό αρχείο του τραγουδοποιού.

Δεν υπάρχουν σχόλια: