Τετάρτη, 11 Ιουλίου 2018

Συνέντευξη με τη μεταφράστρια και ποιήτρια Εύη Μαυρομμάτη


Αφορμή για τη συνέντευξη με τη μεταφράστρια Εύη Μαυρομμάτη, στάθηκε η πρόσφατη έκδοση της πρώτης ποιητικής συλλογής της, με τίτλο «Όχι τα λόγια», από τις «Εκδόσεις Ροές». 
Η κυρία Μαυρομμάτη γεννήθηκε το 1978 στην Αθήνα. Είναι απόφοιτη του γερμανικού τμήματος του ΕΚΕΜΕΛ. Εργάζεται στο χώρο του βιβλίου ως μεταφράστρια και επιμελήτρια. Το 2014 ήταν υποψήφια για το Βραβείο Μετάφρασης Γερμανόφωνης Λογοτεχνίας Goethe Institut Athen. Έχει παρακολουθήσει το σεμινάριο «Δημιουργική γραφή και ανάγνωση της σύγχρονης ποίησης» του Χάρη Βλαβιανού (ΕΚΕΜΕΛ) και το σεμινάριο «Βίωμα και δημιουργική γραφή» του Ανδρέα Μήτσου (ΕΚΠΑ). 
Μεταφράσεις, κείμενα και ποιήματά της έχουν δημοσιευτεί στα περιοδικά Ποίηση και Ποιητική, καθώς και σε διάφορα ηλεκτρονικά περιοδικά και ιστότοπους (Logotexnia 21, Varelaki, e-poema κ.ά.). Έχει μεταφράσει ποιήματα της Else Lasker-Schüler, του Richard Εxner, του Georg Trakl και του Rainer Maria Rilke, διηγήματα των Gottfried Keller και E.T.A. Hoffmann, καθώς και δοκίμια των Siegmund Freud, Aby Warburg, Friedrich Nietzsche. Έχει επιμεληθεί κείμενα των Stefan Zweig και Friedrich Dürrenmatt
Οι απαντήσεις που ακολουθούν παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον.

Είναι γνωστό πως ένας μεταφραστής αφιερώνει απίστευτη ενέργεια, χρόνο και κόπο. Είναι, αναντίρρητα, μια δύσκολη και απαιτητική δουλειά. Τι έχετε κερδίσει από αυτή τη διαδικασία;
Κατ’ αρχάς, ένα πεδίο διαρκούς πνευματικής πρόκλησης. Κάθε πρόταση την προσεγγίζω ως κάτι το καινούργιο. Ακόμα κι αν την έχω ξανασυναντήσει σε κάποιο άλλο κείμενο, αυτή τη φορά είναι τοποθετημένη σε διαφορετικό πλαίσιο. Επιπλέον, τη δυνατότητα απόδρασης από την καθημερινότητα. Μια μετάφραση δεν μπορεί να διεκπεραιωθεί με μηχανικό τρόπο. Πρέπει να εμπλακείς προσωπικά και ενεργά, να βουτήξεις στην πραγματικότητα του βιβλίου. Συχνά, δε, χρειάζεται να γίνεις ως και ηθοποιός, ιδίως όταν έχεις να κάνεις με λογοτεχνικούς χαρακτήρες. Θυμάμαι πόσο πολύ είχα διασκεδάσει όταν μετέφραζα τη Μνηστή του Βασιλιά, του Ε.Τ.Α. Χόφμαν. Ένας από τους πρωταγωνιστές του παραμυθιού αυτού ήταν ο Ντάπζουλ φον Τσάμπελτάου, τα λόγια του οποίου τα διάβαζα με φωνή Κώστα Πρέκα. Εκεί, κέρδισα στιγμές άπειρου γέλιου.

Μπορεί να διδαχθεί η τέχνη της λογοτεχνικής μετάφρασης;
Σε σύγκριση με άλλα είδη, η διδασκαλία της λογοτεχνικής μετάφρασης είναι αρκετά πιο δύσκολη επειδή στην περίπτωσή της χρειάζεται να επιστρατευτεί σε μεγάλο βαθμό η υποκειμενική κρίση του μεταφραστή, η οποία θα πρέπει να είναι διαρκώς παρούσα και οξυμένη κατά τη συνομιλία του με το κείμενο. Ωστόσο, ακόμα κι αν ο μεταφραστής διαθέτει έμφυτο ταλέντο, η κρίση αυτή καλό είναι να καλλιεργηθεί. Η άριστη γνώση της γλώσσας-πηγής και στόχου δεν αρκεί. Χρειάζεται να έχει προηγηθεί η θεωρητική βάση αλλά και η επαφή του μαθητευόμενου μεταφραστή με καταξιωμένους επαγγελματίες μεταφραστές, οι οποίοι θα του μεταγγίσουν την εμπειρία τους. Οι γνώσεις αυτές θα τον βοηθήσουν να διαμορφώσει έναν τρόπο σκέψης, έναν τρόπο προσέγγισης, ο οποίος φυσικά στη συνέχεια θα εμπλουτίζεται διαρκώς και από τα στοιχεία της προσωπικής του εμπειρίας.  

Πώς γίνεται κάποιος καλός μεταφραστής;
Άλλο τρόπο από την πολλή, προσεκτική και υπομονετική δουλειά δε γνωρίζω. Δουλειά με κεραίες τεντωμένες και μανίκια σηκωμένα. Βέβαια, η δουλειά αυτή δεν ξεκινά με το να ανοίξεις μπροστά σου το βιβλίο και να αρχίσεις να μεταφράζεις. Για να αποκτήσεις όσο το δυνατόν μεγαλύτερη πρόσβαση στο σύμπαν του βιβλίου και στα πολλαπλά επίπεδα ανάγνωσής του, χρειάζεται να προηγηθεί (τουλάχιστον) μία προσεκτική ανάγνωση του προς μετάφραση έργου, προκειμένου αφενός να το εντάξεις στο «περιβάλλον» του (ιστορικό, κοινωνικό, πολιτικό πλαίσιο, βιογραφικά στοιχεία συγγραφέα κτλ.) και να κατανοήσεις τη σχέση του προς το περιβάλλον αυτό και, αφετέρου, να σχηματίσεις μια εικόνα σχετικά με το ύφος, τη γλώσσα, το ρυθμό του κειμένου, με τα στοιχεία εκείνα δηλαδή που συνθέτουν την ατμόσφαιρα και το αισθητικό περιεχόμενο του έργου.

Ωφέλιμη, ιδίως σε περιπτώσεις έκτακτης ανάγκης ή αδιεξόδου, μπορεί να αποδειχθεί και η επαφή με τις υπάρχουσες μεταφράσεις του κειμένου (ελληνικές και ξενόγλωσσες), υπό την προϋπόθεση όμως ότι ο μεταφραστής τις αντιμετωπίζει ως «συνομιλητές» που έρχονται να εμπλουτίσουν με την άποψή τους τον διάλογο του ιδίου με το κείμενο και όχι ως τον τόπο στον οποίο θα βρει μια έτοιμη λύση. Κατά τη διάρκεια της μεταφραστικής διαδικασίας –και ιδιαίτερα όταν έχουμε να κάνουμε με κείμενα παλαιότερων εποχών– επιβάλλεται το διαρκές άνοιγμα του λεξικού, ακόμα κι αν είμαστε σίγουροι για το τι σημαίνει η λέξη. Τέλος, μέγιστης σημασίας είναι η ικανότητα του μεταφραστή να αποφασίζει ποιο θα είναι κάθε φορά εκείνο που θα επιλέξει να απωλέσει.

Τί εννοούμε όταν λέμε «καλή μετάφραση»; Πότε είναι επιτυχημένη η μετάφραση ενός λογοτεχνικού έργου;
Η μετάφραση ξεκινά μέσα σε μια συνθήκη πένθους. Είναι αδύνατον να μεταφερθεί αυτούσιος ο κόσμος ενός κειμένου σε μιαν άλλη γλώσσα και κουλτούρα. Ο μεταφραστής γνωρίζει εξαρχής πως για να κερδίσει κάτι, θα πρέπει να θυσιάσει και κάτι. Βάσει των αποφάσεών του αυτών, είτε θα φέρει τον αναγνώστη όσο πιο κοντά γίνεται στο σύμπαν του συγγραφέα –οπότε θα έχουμε μια επιτυχημένη μετάφραση– ή θα τον πετάξει έξω από αυτό.
Ένα από τα γνωστά μεταφραστικά δίπολα είναι η κατά λέξη μετάφραση έναντι της ελεύθερης μετάφρασης. Κατά τη γνώμη μου, η μόνη χρησιμότητα του δίπολου αυτού είναι το ότι σου δίνει τη δυνατότητα να πατήσεις με το ένα σου πόδι στο ένα του άκρο και με το άλλο σου στο άλλο, για να μπορέσεις να βρεις το σημείο ισορροπίας σου. Το να ακολουθήσεις μόνο το ένα άκρο έχει συχνά ως αποτέλεσμα ανεπανόρθωτες απώλειες. Το να ακολουθήσεις μόνο το άλλο άκρο σημαίνει ότι μπορεί και να δημιουργήσεις ένα υπέροχο κείμενο, το οποίο όμως δε θα είναι μετάφραση.

Τάσσομαι υπέρ της πιστής μετάφρασης, η οποία για μένα σημαίνει να προσπαθείς να χτίσεις ένα λεκτικό οικοδόμημα, το οποίο θα φιλοξενήσει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο –δηλαδή με τις λιγότερες δυνατές απώλειες– τόσο το σημασιολογικό όσο και το αισθητικό περιεχόμενο του πρωτοτύπου. Σημαίνει να υπακούς στις λεκτικές επιλογές του συγγραφέα (το «είμαι κουρασμένος» δε θα γίνει «είμαι ξεθεωμένος» επειδή έτσι μας βγαίνει), σημαίνει να διατηρείς τη στρυφνότητα του πρωτοτύπου όποτε τη συναντάς (κάποιο λόγο θα έχει για να υπάρχει!), σημαίνει να παίρνεις και μια οριοθετημένη από το ίδιο το κείμενο ελευθερία εκεί όπου απαιτείται, κυρίως σε περιπτώσεις λογοπαιγνίων, παροιμιών ή ιδιωματικών εκφράσεων (παραδείγματος χάριν, αν στο πρωτότυπο υπάρχει η έκφραση «Er hat ihm die Leviten gelesen», ο Έλληνας αναγνώστης θα διαβάσει το κατανοητό «του έψαλε τον εξάψαλμο» και όχι το «του διάβασε τους Λευίτες») ή σε περιπτώσεις λέξεων που πρέπει αναγκαστικά να αποδοθούν περιφραστικά. 

Χαρακτηριστικό παράδειγμα της τελευταίας περίπτωσης ήταν η λέξη Turmknopf, ένας αρχιτεκτονικός όρος τον οποίο συνάντησα στο έργο του Γκότφρηντ Κέλλερ Τα ρούχα κάνουν τον άνθρωπο. Αντίστοιχος όρος στα ελληνικά δεν υπάρχει. Μία κατά λέξη μετάφραση θα διέλυε όλη την εικόνα που είχε φτιάξει ο συγγραφέας και θα άφηνε μετέωρο τον Έλληνα αναγνώστη. Επομένως, αποδόθηκε ως «οι χρυσές σφαίρες στα ιστία των πύργων».

Πρόσφατα κυκλοφόρησε η πρώτη σας ποιητική συλλογή. Τί σημαίνει ποίηση για εσάς;
Στο δικό μου μυαλό η ποίηση είναι κι αυτή μια διαδικασία μετάφρασης. Αποπειράσαι να μεταφέρεις την εμπειρία σου, το απόσταγμα της εμπειρίας σου, στην επικράτεια των λέξεων, με στόχο να φτάσεις στην κατανόηση κάποιων πραγμάτων ή στην παραδοχή ότι η πολυπόθητη αυτή κατανόηση δεν είναι εφικτή. Βασική προϋπόθεση σε αυτό είναι να βρεις τη δική σου φωνή, να βασιστείς στην αίσθηση που εσύ έχεις για τον εαυτό σου και την πραγματικότητα που σε περιβάλλει.

Σε ποιους απευθύνεστε;
Όσο γράφεις, ο μόνος στον οποίο απευθύνεσαι είναι ο εαυτός σου. Κινείσαι μέσα στο δικό σου σύμπαν ολομόναχος. Τα υπόλοιπα πρόσωπα που «κατοικούν» μέσα σ’ αυτό αποτελούν πλέον κομμάτια της εμπειρίας σου. Γράφεις για να φέρεις στην επιφάνεια μια αλήθεια, μια δική σου αλήθεια, όσο δύσκολη, όσο ρευστή κι αν είναι. Εκείνη τη στιγμή δεν σκέφτεσαι τι θα πει η μαμά σου, ο σύζυγος ή ο εργοδότης σου ούτε και ασχολείσαι με τον εν δυνάμει αναγνώστη σου. Ο αναγνώστης θα πάρει στα χέρια του το αποτέλεσμα της καταβύθισής σου, όταν εσύ θα έχεις βγει στην ακτή και το έργο θα έχει αποκοπεί πια από εσένα. Σε αυτό ακριβώς το στάδιο, εύχεσαι τα όποια «ευρήματά» σου να σημαίνουν κάτι και για κάποιον άλλον άνθρωπο. Όχι όμως νωρίτερα.

Ποιους ποιητές αγαπάτε και ποιοι πιστεύετε πως σας έχουν επηρεάσει, τόσο στον τρόπο γραφής, όσο και στον κόσμο των ιδεών;
Όλοι μας έχουμε πίσω μας ένα αναγνωστικό παρελθόν, επομένως όλοι μας έχουμε δεχθεί επιρροές, και όχι απαραιτήτως μόνο από τον χώρο της ποίησης. Ωστόσο, έχω την αίσθηση πως με το πέρασμα του χρόνου οι επιρροές αυτές παντρεύονται με τα δικά μας στοιχεία, γίνονται κτήμα μας, και είναι κάπως δύσκολο να διακρίνεις σε ποιον οφείλεις τι. Ιδίως όταν εκδίδεις για πρώτη φορά στην ηλικία των σαράντα.
Για να έχει αυτή η λίστα ένα τέλος, θα περιοριστώ μονάχα σε νεκρούς –με εξαίρεση έναν– ποιητές, τους οποίους αγαπώ τόσο για το περιεχόμενο όσο και για τα «δομικά υλικά» που χρησιμοποίησαν για να χτίσουν αρκετά από τα ποιήματά τους. Ξεχωρίζω, λοιπόν, τον Καβάφη, τον Τάσο Λειβαδίτη και τον Τίτο Πατρίκιο. Με τον τελευταίο μάλιστα, χάρη στους στίχους του οποίου κατάφερα να δω το σώμα μ’ άλλα μάτια, συνομιλώ μέσω του ποιήματος «Η αυτοτέλεια του σώματος».

Από τους ξένους;
 Ο Έλιοτ, ο Ρίλκε με τα Γράμματα σε ένα νέο ποιητή και ο Πάουντ με την Αλφαβήτα της Ανάγνωσης, είναι από τους πρώτους που «μου είπαν» τι πρέπει να κάνω ή να μην κάνω. Ο Χέρμπερτ άνοιξε τους ορίζοντές μου σε ό,τι αφορά την επιδίωξη της λεκτικής ακρίβειας. Τέλος, αισθάνομαι έντονα συνδεδεμένη με τις αρσενικές και θηλυκές «μάσκες» της Έλζε Λάσκερ-Σούλερ, με τη διεισδυτικότητα της Τσβετάγιεβα, την ενσυναίσθηση της Καμιένσκα, την εικονοποιία της Πλαθ, την απεγνωσμένη προσπάθεια της Σέξτον να βρει τη ζωή.

Διαβάζουν ποίηση σήμερα οι Έλληνες; Βρίσκει η νέα γενιά αναγνωστών ένα αποκούμπι στην ποίηση και γενικότερα στη λογοτεχνία, όπως οι προηγούμενες γενιές; Ποια είναι η δική σας αίσθηση;
Βάσει μιας πρόσφατης μελέτης, μόνο ένα 7,8% των Ελλήνων διαβάζει πάνω από 10 βιβλία το χρόνο, τη στιγμή που σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες το ποσοστό αυτό είναι διψήφιο. Οι αναγνώστες της ποίησης καλύπτουν ελάχιστο μέρος του ποσοστού αυτού. Οι περισσότεροι άνθρωποι είναι προκατειλημμένοι απέναντι στην ποίηση. Θα σου πουν είτε πως τη βρίσκουν νερόβραστη (φαντάζονται πουλάκια που κελαηδάνε στα κλαδάκια στο φως του δειλινού) είτε πως είναι πολύ δύσκολη για τα δικά τους κυβικά. Και οι δύο απαντήσεις, φυσικά, αποκαλύπτουν πως ουδέποτε έχουν ασχοληθεί σοβαρά μαζί της.

Λόγω του ότι εργάζομαι παράλληλα και ως καθηγήτρια Γερμανικών, έρχομαι συχνά σε επαφή με εφήβους. Ελάχιστοι από αυτούς διαβάζουν λογοτεχνία. Ποίηση κανείς. Καμιά φορά, όμως, όταν στο πλαίσιο του μαθήματος τους εμφανίσω στίχους κάποιου κλασικού ή σύγχρονου ποιητή, οι περισσότεροι από αυτούς ενθουσιάζονται κι αρχίζουν τις ερωτήσεις (ποιανού είναι, φέρτε μας κι άλλο…). Νομίζω πως το κλειδί είναι να μυηθούν οι νέοι στη λογοτεχνία με τρόπο όχι ψυχαναγκαστικό, αλλά με τρόπο που θα τους κεντρίσει το ενδιαφέρον, που θα τους πείσει ότι η λογοτεχνία τούς αφορά.

Από πού αντλείτε έμπνευση; Τί είναι αυτό που σας δίνει ερέθισμα για να γράψετε;
Το ερέθισμα μπορεί να έρθει από οπουδήποτε. Από ένα προσωπικό βίωμα, από ένα μουσικό κομμάτι, από ένα άλλο ποίημα, από έναν πίνακα ζωγραφικής, από έναν βράχο, από τις σταγόνες της βροχής, από ένα μικροαντικείμενο… Αυτό είναι απρόβλεπτο. Όποια εικόνα κι αν έρθει στην επιφάνεια, θα πρέπει να περάσει από το μικροσκόπιο της παρατήρησης. Αν η εικόνα αυτή καταφέρει να βρει τη θέση της στη διυλισμένη εμπειρία, αν κατορθώσει να με οδηγήσει στην εύρεση των λέξεων που περιγράφουν –και όχι εξηγούν– με ακρίβεια την εμπειρία αυτή, τότε δεν θα πρόκειται απλώς για μια εικόνα που έτυχε να κατρακυλήσει από το μέτωπό μου (όπως θα έλεγε ο Χέρμπερτ), αλλά θα είναι λειτουργική και θα αξίζει να δουλευτεί περαιτέρω για να γίνει ποίημα.

Από τα ποιήματά σας, ποιος στίχος σας εκφράζει περισσότερο και γιατί;
Στην παρούσα φάση, ό,τι υπάρχει μέσα στο βιβλίο με εκφράζει. Είναι πολύ πρόσφατο ως γεγονός. Ωστόσο, και για να απαντήσω στην ερώτησή σας, θα ξεχωρίσω ένα δίστιχο που μπορεί να διαβαστεί και ως στάση ζωής, και ως τρόπος κατανόησης του εσωτερικού και εξωτερικού κόσμου, ακόμα και ως ποίημα ποιητικής: «Ανεβοκατεβαίνει εντός της σκάλες […] και ενώνει κομμάτια».

Έχετε κάνει απόπειρες ν’ ασχοληθείτε και με άλλα λογοτεχνικά είδη, πέραν της ποίησης και της μετάφρασης;
Σοβαρές απόπειρες όχι, δεν έχω κάνει. Μόνο πειραματισμούς.

Ποιο είναι το μεγάλο σας όνειρο;
Να μην ξαναχάσω την ικανότητά μου να κάνω όνειρα.


Δελτίο τύπου ποιητικής συλλογής "Όχι τα λόγια" 
(Εκδόσεις Ροές - Σελ. 80, τιμή χωρίς ΦΠΑ: 10 € ISBN: 978-960-283-476-3)

Τα 34 ποιήματα της συλλογής λειτουργούν σαν τα κομμάτια ενός παζλ. Τα γεγονότα σπάνε και συναρμολογούνται ξανά από χέρι ενήλικο ή παιδικό. Ή κι απ’ τα δυο μαζί συγχρόνως. Μέσα από μια διαρκή διαδικασία αναμόχλευσης ανακαλύπτονται τα υλικά  κατασκευής μια νέας προσωπικής πραγματικότητας που «έχει για κέντρο / εκείνο που φαντάστηκαν / ότι μπορεί να υπάρξει». 

Οι στίχοι της Μαυρομμάτη είναι στοχαστικοί, διακρίνονται για τον κοφτερό σαρκασμό τους και χαρακτηρίζονται από ελλειπτική και σβέλτη σκηνοθεσία που παραμένει προσηλωμένη στις κρίσιμες λεπτομέρειες. Το μολύβι εισχωρεί τόσο βαθιά στη ρίζα του βιώματος, που συναντά αναπόφευκτα εκείνη του αναγνώστη. Τα έργα που κοσμούν τις σελίδες και το εξώφυλλο του βιβλίου φιλοτεχνήθηκαν ειδικά για την εν λόγω έκδοση από την εικαστικό Ειρήνη Βλαβιανού.

Οπισθόφυλλο:

Η διάλυση είναι το πρώτο στάδιο της δημιουργίας. 

Ο αέρας έχει ήδη αραιώσει. Οι κόκκινες κλωστές έχουν κοπεί. Το κεφάλι ενός κοριτσιού κατρακυλάει στην άσφαλτο.

Γονατισμένη στον δρόμο
προσπαθώ με μανία να τη συναρμολογήσω.
Να κουμπώσει το κεφάλι σωστά,
να τη σηκώσω όρθια,
να ανοίξουν τα μάτια της.

Τα κομμάτια βρίσκουν τη θέση τους. Το σώμα αποκτά τη δική του νοημοσύνη. Η ένωσή του με το άλλο προϋποθέτει πλέον τη γέννηση μιας νέας γλώσσας. Τη γέννηση ενός νέου τρόπου σκέψης.

Ο δρόμος που ανοίγεται είναι σπειροειδής·
έχει για κέντρο εκείνο που φαντάστηκαν
ότι μπορεί να υπάρξει.




Περισσότερα βιβλία των «Εκδόσεων Printa – Ροές» εδώ, εδώ & εδώ!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

"Νότες Λογοτεχνίας"

Πολιτιστικό ιστολόγιο (από το 2009) και ραδιοφωνική εκπομπή με τίτλο "Να μείνουν μόνο τα τραγούδια" (από το 1998), με συνεντεύξεις, απόψεις, ιδέες και θέσεις γύρω από τη Μουσική, το Ελληνικό Τραγούδι, το Θέατρο, το Βιβλίο, τον Κινηματογράφο, τα Εικαστικά, τη Φωτογραφία, το Ραδιόφωνο, τη Θράκη. Μπορείτε να στέλνετε υλικό για παρουσιάσεις (LP, CD, βιβλία -παλιά & καινούργια-, περιοδικά, προσκλήσεις εκδηλώσεων) και να στηρίξετε ποικιλοτρόπως την προσπάθειά μας, επικοινωνώντας μαζί μας: theodosisv@gmail.com

Επιτρέπεται η χρήση και η αναδημοσίευση των άρθρων και των φωτογραφιών, με σαφή αναφορά της πηγής σε ενεργό σύνδεσμο. Υπεύθυνος - Διαχειριστής: Θεοδόσιος Π. Βαφειάδης. Στις βιβλιοκριτικές συνεργάζεται η αριστούχος απόφοιτη Ελληνικής Φιλολογίας του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης, Αθηνά Ντίνου.