Τρίτη, 29 Νοεμβρίου 2011

Συνέντευξη Ζηνοβίας Αρβανιτίδη στο Θεοδόση Βαφειάδη


Η Ζηνοβία Αρβανιτίδη γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Ξεκίνησε μαθήματα πιάνου στην ηλικία των οχτώ ετών και άρχισε να συνθέτει μουσική στην ηλικία των 15! 

Παρακολούθησε μαθήματα στο Ωδείο Φίλιππος Νάκας και πήρε πτυχίο Αρμονίας, Αντίστιξης, Φούγκας και Μουσικής Τεχνολογίας, ενώ παράλληλα σπούδασε και μαθήματα πιάνου σε ανώτερο επίπεδο. 
Παρακολούθησε επίσης μαθήματα κλασσικού τραγουδιού με την καθιερωμένη σοπράνο Μαρίνα Κρίλοβιτς για δυο χρόνια.
Αυτή τη στιγμή παρακολουθεί μαθήματα σύνθεσης - ενορχήστρωσης δίπλα στον καταξιωμένο πιανίστα και συνθέτη Γιώργο Ψυχογιό. 

Το 1991 έγινε γνωστή στο πανελλήνιο τραγουδώντας μαζί με τον πατέρα της Πασχάλη Αρβανιτίδη το περίφημο «Καταπληκτικοί», ενώ το 1996 κυκλοφόρησε το πρώτο σόλο άλμπουμ της ως συνθέτης, τραγουδίστρια και ενορχηστρωτής, με τίτλο «Λυκαυγές». 

Από τότε έχει συνεργαστεί ως τραγουδίστρια, συνθέτης, μουσικός και ηχολήπτρια, με διάσημους Έλληνες καλλιτέχνες όπως ο Λαυρέντης Μαχαιρίτσας, ο Πάνος Κατσιμίχας, ο Γιάννης Μαρκόπουλος, ο Μάνος Ξυδούς, οι Όναρ, κ.ά.

Το 2005 μαζί με το Δημήτρη Καρρά και το Βαγγέλη Καραπέτρο, δημιούργησαν το συγκρότημα «Βωξ», όπου έκαναν τρεις δίσκους σε διάστημα τριών χρόνων. 

Το 2008 άρχισε να συνθέτει για το θέατρο, έργα όπως «Best Friends Forever» της Ιόλης Ανδρεάδη, που παίχτηκε στο Old Red Lion Theatre του Λονδίνου, και «Φαντάσματα» του Στέλιου Κάτσαρη που παίχτηκε στο Σταυρό του Νότου Plus στην Αθήνα. 
Επίσης, έγραψε μουσική για την ταινία «37 Μνήμες» του Άγγελου Σπάρταλη το οποίο παρουσιάστηκε στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης το 2010. 

Αυτή την περίοδο γράφει μουσική για μια ταινία κινουμένων σχεδίων, του Άγγελου Σπάρταλη, με τίτλο «Από τη Γη στη Σελήνη» βασισμένη στο βιβλίο του Ιουλίου Βερν, που θα κυκλοφορήσει μέχρι το τέλος του 2012, ενώ παράλληλα δουλεύει το δικό της άλμπουμ ορχηστρικής μουσικής.


Αγαπητή Ζηνοβία να πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Λόγω του πατέρα σου, γεννήθηκες και μεγάλωσες μέσα στη μουσική. Πώς ξεκινά η σχέση σου με τη μουσική και το τραγούδι; Ποια είναι τα πρώτα σου ερεθίσματα;
Ζηνοβία Αρβανιτίδη
:
Ξεκίνησα πολύ μικρή ακούγοντας μουσικές από κινούμενα σχέδια που μου άρεσαν και τα έπαιζα με το αυτί στο πιάνο. Αγαπημένα μου ήταν το “Snowman” με τη μουσική του Howard Blake  και το “The Lion, the witch and the wardrobe” με τη μουσική του Michael J. Lewis. Οι γονείς μου αντιλήφθηκαν την καλλιτεχνική μου φύση από πολύ νωρίς και με ώθησαν στο να σπουδάσω μουσική. Πιστεύω πάντως ότι μεγαλύτερο ρόλο παίζει η καλλιτεχνική φλέβα (αυτό που κυλάει μέσα σου γονιδιακά) παρά το περιβάλλον που μεγαλώνεις. Το δεύτερο απλά βοηθάει να εξελίξεις το όποιο ταλέντο μπορεί να έχεις.

Τι ακούγατε στο σπίτι; Ποια ήταν τα μουσικά σου ακούσματα στα εφηβικά και νεανικά σου χρόνια; Από ποιους νιώθεις επηρεασμένη σήμερα; Σε ποιους «χρωστάς»;
Ζ.Α.: Στο σπίτι ακουγόταν οποιοδήποτε είδος εκτός από το λαϊκό, καθώς εγώ μεγάλωνα και ανακάλυπτα τις μουσικές που «μιλούν» στη δική μου ψυχή. Αγαπημένα συγκροτήματα οι Depeche Mode, New Order, Yazoo, Kraftwerk, The Cure, Dead Can Dance, Cocteau Twins, Massive Attack, Stereo Nova…
Σήμε
ρα οι μουσικές μου επιρροές έχουν επεκταθεί πολύ στην κλασσική και νέο-κλασσική μουσική και στα soundtrack με αγαπημένους συνθέτες όπως Danny Elfman, Hans Zimmer, Clint Mansell, Alexander Desplat, Yann Tiersen, Michael Nyman, Arvo Part, Max Richter, Dustin O’Halloran, Ryuichi Sakamoto και η λίστα είναι ατελείωτη… Νιώθω ότι «χρωστάω» σε όλους όσους με εμπνέουν να κάνω μουσική.

Έχεις κάνει σημαντικές σπουδές. Μίλησέ μου γι' αυτές, αλλά και για τους δασκάλους σου.
Ζ.Α.: Οι σπουδές μου ξεκίνησαν με μαθήματα πιάνου στο σπίτι κι αργότερα στο ωδείο. Αφού αποφάσισα ότι δεν θέλω να ασχοληθώ με άλλο επάγγελμα στη ζωή μου, αφιερώθηκα στις θεωρητικές μουσικές σπουδές παίρνοντας πτυχίο Αρμονίας, Αντίστιξης, Φούγκας, Μουσικής Τεχνολογίας με δασκάλους τον Ιωσήφ Παπαδάτο, τον  Παναγιώτη Αδάμ και τον Δημήτρη Αρναούτογλου και κάνοντας δύο χρόνια κλασσικό τραγούδι με τη Μαρίνα Κρίλοβιτς…
Αυτή τη στιγμή κάνω μαθήματα σύνθεσης και ενορχήστρωσης με τον συνθέτη - πιανίστα Γιώργο Ψυχογιό, έτσι ώστε να επεκτείνω κι άλλο τις γνώσεις μου και να διευρύνω τους μουσικούς μου ορίζοντες.

Θυμάσαι ποια και πώς ήταν η πρώτη φορά που ανέβηκες στη σκηνή, ως μουσικός και ως τραγουδίστρια; Πώς ένιωσες;
Ζ.Α.: Ναι, θυμάμαι ότι πρώτη φορά (13 χρονών) είχα τραγουδήσει το «Μέρα Μαγιού μου μίσεψες» του Μίκη Θεοδωράκη σε μια σχολική γιορτή στο γυμνάσιο και είχα κυριολεκτικά τρομοκρατηθεί…  Μετά από εκείνη τη φορά όμως άρχισα σιγά σιγά να συνηθίζω την «έκθεση» αυτή και να αποκτώ μεγαλύτερη άνεση στη σκηνή. Μπήκα σε συγκροτήματα (σχολικά τότε) και αργότερα στα 16 μου έγινε το ντουέτο με τον πατέρα μου, όπου και ανέβηκα στη σκηνή την «επαγγελματική» πλέον αλλά ως... «τουρίστρια» αφού δεν είχα σκοπό να γίνω ποτέ τραγουδίστρια.
Ήθελα να γράφω μουσική και να χρησιμοποιώ τη φωνή μου σαν μέσον - όργανο μιας ορχήστρας. Όταν τελείωσα τις μουσικές μου σπουδές, άρχισα πλέον να δουλεύω σαν επαγγελματίας μουσικός – τραγουδίστρια, αρχικά δίπλα στον πατέρα μου και αργότερα με άλλους καταξιωμένους καλλιτέχνες όπως ο Μάνος Ξυδούς, ο Πάνος Κατσιμίχας, ο Λαυρέντης Μαχαιρίτσας κ.ά.


Το 1991, στα 16 σου χρόνια, είχες τραγουδήσει μαζί με τον Πασχάλη, ένα γνωστό και χαριτωμένο τραγούδι της εποχής, το «Καταπληκτικοί». Τι νοσταλγείς από εκείνη την εποχή;  
Ζ.Α.: Την πρώτη μου επαφή με το στούντιο, ένας χώρος μαγικός για μένα, και τη δημιουργία ενός τραγουδιού… την δική μου ανεμελιά και τον αυθορμητισμό σε αυτή τη διαδικασία.


Το 1996 κάνεις τον πρώτο προσωπικό σου δίσκο, το «Λυκαυγές». Πώς βλέπεις τη μέχρι τώρα πορεία του και πως θα χαρακτήριζες τα τραγούδια σου αυτά; Νιώθεις πως αδικήθηκε αυτός ο δίσκος; 
Ζ.Α.: Αυτή η δουλειά ήταν η πρώτη μου απόπειρα να φτιάξω τραγούδια, ενώ έγραφα ήδη ορχηστρικής φύσης κομμάτια. Προσπάθησα σε συνεργασία με στιχουργούς να κάνω έναν τραγουδιστικό δίσκο, με την απειρία μου τη φωνητική και με τις μουσικές επιρροές που είχα τότε, μπαίνοντας στην «αγορά» της μουσικής βιομηχανίας που κάθε άλλο από επιεικής είναι. Το «Λυκαυγές» παρόλα αυτά πήρε πολύ καλές κριτικές από τους δημοσιογράφους και πούλησε σχετικά καλά δεδομένου ότι ήταν ένας αμιγώς ποπ δίσκος μέσα σε έναν συρφετό λαϊκο-ποπ ασμάτων. Δεν νιώθω ότι αδικήθηκε διότι ήταν εξ αρχής μια δουλειά που καλλιτεχνικά ήταν πολύ πρώιμη και δεν είχε βρει ακόμα τον δρόμο της.


Γιατί δεν έκανες άλλους προσωπικούς δίσκους όλα αυτά τα χρόνια; Δεν ήταν στις επιδιώξεις σου;
Ζ.Α.: Θεώρησα και θεωρώ ότι όταν κάποιος γράφει μόνο μουσική και δεν είναι τραγουδοποιός είναι πολύ δύσκολο να βρει τα λόγια που θα ντύσουν τη μουσική του. Εγώ τουλάχιστον έτσι είμαι… Ίσως και να το αποφεύγω γιατί δεν θέλω να με χαρακτηρίσει ένας τραγουδιστικός δίσκος, αν το αποτέλεσμα δεν με εκφράζει απόλυτα.


Οι «Βωξ» πώς προέκυψαν; Πώς αποτιμάς τη συνεργασία σου με τα υπόλοιπα μέλη του γκρουπ, αλλά και όλα αυτά που κάνατε μαζί;
Ζ.Α.: Οι Βωξ ήταν μια πολύ όμορφη και δημιουργική σύμπραξη με τον Δημήτρη Καρρά και τον Βαγγέλη Καραπέτρο κάτω από την διακριτική καθοδήγηση του Μάνου Ξυδούς. Εκείνη την περίοδο εργαζόμουν και ως ηχολήπτρια στο στούντιο Παζλ όπου περνούσαμε ατελείωτες ώρες ηχογραφώντας μουσικές δικές μας, αλλά και άλλων συγκροτημάτων. Η πιο αξιόλογη δουλειά μας, κατά τη γνώμη μου, ήταν οι διασκευές που κάναμε σε κομμάτια του Γιάννη Μαρκόπουλου («Οι Βωξ τραγουδούν Γιάννη Μαρκόπουλο») με τη δική του άδεια και συνεργασία φυσικά. 


Μπορεί η παρουσία σου στη δισκογραφία να μην είναι έντονη (με προσωπικούς δίσκους και δικά σου τραγούδια), αλλά έχεις γράψει μουσική για θεατρικές παραστάσεις, κινηματογραφικές ταινίες… Ποιες στιγμές, ποιες συνεργασίες ξεχωρίζεις από αυτές τις δουλειές σου; 
Ζ.Α.: Η παρουσία μου δισκογραφικά είναι περισσότερο φωνητική και σε επίπεδο μουσικής παραγωγής, παρά συνθετική. Η μουσική που έχω γράψει για θεατρικά και ταινίες είναι ακόμη στα σπάργανα θα έλεγα. Δεν μπορώ ακόμα να ξεχωρίσω κάποια δουλειά διότι θα έπρεπε να υπάρχει ένας εύλογος αριθμός έργων που να μου δίνει αυτή τη δυνατότητα. Το βιογραφικό μου είναι ακόμα μικρό, αλλά έχω σκοπό να επεκταθεί όσο το δυνατόν περισσότερο!

Τι είναι πιο δύσκολο; Να γράφεις μουσική και τραγούδια για τον κινηματογράφο και το θέατρο ή να κάνεις δίσκους και να γράφεις τραγούδια με διάφορους στιχουργούς και τραγουδιστές; Ποιο θα σ’ ενδιέφερε περισσότερο στο μέλλον και γιατί; 
Ζ.Α.: Τίποτα δεν είναι δύσκολο, αν υπάρχει έμπνευση και καλλιτεχνικό κίνητρο. Αυτό που με εκφράζει περισσότερο φυσικά είναι ο κινηματογράφος και το θέατρο χωρίς όμως να θέλω να υποβιβάζω τα τραγούδια. Προσωπικά μ’ ενδιαφέρει να αφήσω πίσω μου κάτι αξιόλογο και διαχρονικό, αν τα καταφέρω, ό,τι κι αν είναι αυτό.


Στη δισκογραφία και στις συναυλίες έχεις συνεργαστεί με πολλούς γνωστούς καλλιτέχνες και συγκροτήματα. Τι κέρδισες από όλες αυτές τις συνεργασίες; 
Ζ.Α.: Πολύτιμη εμπειρία, δημιουργική συνεργασία και αμοιβαία εκτίμηση.


Οι μουσικοί σήμερα στην Ελλάδα αμείβονται καλά; Τόσο στη δισκογραφία, όσο και στις ζωντανές εμφανίσεις... πως τα βλέπεις τα πράγματα με την οικονομική κρίση που επικρατεί; 
Ζ.Α.: Οι αμοιβές των μουσικών στην Ελλάδα πιστεύω ότι αφ' ενός είναι σχετικές με τις γνώσεις, την εμπειρία και την καταξίωση των μουσικών και αφ' ετέρου είναι απόλυτα εξαρτώμενες από το budget της εκάστοτε παραγωγής. Σίγουρα υπάρχουν δουλειές που αμείβουν καλά, άλλες που δίνουν ίσα ίσα ένα... χαρτζιλίκι και άλλες που δεν έχουν κανένα οικονομικό όφελος (ίσως όμως να έχουν καλλιτεχνικό). Η κρίση έχει παίξει μεγάλο ρόλο στη μείωση των αμοιβών και τώρα είναι πιο επίκαιρο από ποτέ το ανέκδοτο "ήταν δύο φίλοι... ο ένας ήταν μουσικός, αλλά κι ο άλλος δεν είχε λεφτά."


Τι είναι αυτό που θαυμάζεις σ' έναν σπουδαίο μουσικό; Το ταλέντο; Το χαρακτήρα; Το ήθος;
Ζ.Α.: Σ’ έναν σπουδαίο μουσικό θαυμάζω το ταλέντο, εκτιμώ το ήθος και αδιαφορώ για τον χαρακτήρα.


Πώς βλέπεις σήμερα το ελληνικό τραγούδι; Τι σου αρέσει και τι είναι αυτό που σ' ενοχλεί περισσότερο;
Ζ.Α.: Το ελληνικό τραγούδι σήμερα πιστεύω ότι πάσχει από ξεκάθαρη ταυτότητα και πρωτοτυπία. Παρόλα αυτά εκφράζει την εποχή του, είναι ως επί το πλείστον εφήμερο, ρηχό, σεξιστικό, υλιστικό, αστείο... Είναι φυσικά πολύ θετικό το ότι ξεπηδούν κάποιοι νέοι καλλιτέχνες που προσπαθούν να δώσουν ένα προσωπικό στίγμα στη δουλειά τους, αλλά είναι και λυπηρό που τα μέσα προβολής επιμένουν στη διαρκή ανακύκλωση των λεγόμενων σουξέ. Ευτυχώς που υπάρχει το διαδίκτυο για όσους «ψάχνονται» και θέλουν να ανακαλύψουν καινούργια πράγματα πέρα από αυτά που μας «ταΐζουν» πολλές φορές με το ζόρι.


Η εποχή που ζούμε είναι δύσκολη. Σε φοβίζει το αύριο σαν καλλιτέχνη και σαν άνθρωπο;
Ζ.Α.: Οι εποχές είναι πάντα δύσκολες αναλόγως την οπτική και πάντα πεθαίνουν παλιά και γεννιούνται νέα πράγματα. Η αλλαγή καθεαυτή είναι αυτό που μας φοβίζει σαν ανθρώπους αλλά είμαστε φτιαγμένοι να προσαρμοζόμαστε. Οι καλλιτέχνες ανήκουν και ανήκαν πάντα στην κατηγορία των «ευπροσάρμοστων» κυρίως γιατί είναι οι πιο αντικειμενικοί παρατηρητές και οι πιο υποκειμενικοί εκφραστές των αλλαγών αυτών. 


Τι τραγούδι θα αφιέρωνες στους ανθρώπους της πλατείας και των διαδηλώσεων; Και ποιο τραγούδι θα έστελνες σε όσους κυβέρνησαν και κυβερνούν αυτή τη χώρα; 
Ζ.Α.: Το «Αχ Ευρώπη» του Τζίμη Πανούση.


Τι ετοιμάζεις αυτή την εποχή;
Ζ.Α.: Αυτή την εποχή γράφω μουσική για μια ταινία του Άγγελου Σπάρταλη με τίτλο «Από τη γη στη σελήνη» βασισμένη στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Ιουλίου Βερν. Στην ταινία θα ακουστούν τραγούδια σε δική μου σύνθεση, με ερμηνευτές το Διονύση Σαββόπουλο και τον Ψαραντώνη.
Οι ζωντανές εμφανίσεις μου με το Λαυρέντη Μαχαιρίτσα εκτός Αθηνών θα συνεχιστούν για τον χειμώνα. Τώρα όσο για τα δισκογραφικά, θα κυκλοφορήσει από την kitchen label τον Φεβρουάριο μια δουλειά σε συνεργασία με τον Hior Chronik, που μαζί ως «Pill-oh»  θα κάνουμε και κάποιες εμφανίσεις εντός Αθηνών. Από εκεί και πέρα δημιουργώ το υλικό του ορχηστρικού μου δίσκου και ευελπιστώ να το κυκλοφορήσω πολύ σύντομα.  



Οι φωτογραφίες είναι από το προσωπικό αρχείο της Ζηνοβίας Αρβανιτίδη 

Δεν υπάρχουν σχόλια: