Δευτέρα, 30 Δεκεμβρίου 2019

Minima: Μια εξαιρετική σειρά δοκιμίων από το Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τράπεζας


Αυτή τη φορά παρουσιάζουμε μια εξαιρετική εκδοτική παραγωγή του Μορφωτικού Ιδρύματος Εθνικής Τράπεζας, με τίτλο «minima», η οποία αριθμεί, από το 2013 που ξεκίνησε μέχρι σήμερα,15 μικρά βιβλία. Η σειρά «minima» περιλαμβάνει σύντομα δοκίμια από το ευρύ θεματικό πεδίο των Επιστημών του Ανθρώπου. Φιλοδοξία της είναι να επαληθεύσει την ιδέα που ενέπνευσε τον σχεδιασμό της: το μικρό μέγεθος ενός κειμένου όχι μόνον δεν αποκλείει, αλλά μπορεί κάλλιστα να συμβαδίζει με την ξεχωριστή αξία του, το ιδιαίτερο ενδιαφέρον του, τη σημασία του για τους μελετητές και για το ευρύτερο αναγνωστικό κοινό.

Παρακάτω, ενδεικτικά, κάνουμε αναφορά σε πέντε βιβλία. Για περισσότερα εδώ!


Anthony Grafton. Το έντυπο σε κρίση. Το βιβλίο εξαϋλώνεται.
Μετάφραση: Παναγιώτης Σουλτάνης

Ο ηλεκτρονικός υπολογιστής και το Διαδίκτυο σηματοδοτούν ένα σημείο καμπής, καθώς μας εισάγουν σε μια νέα εποχή στην ιστορία της παραγωγής και της κατανάλωσης των κειμένων. Αυτά τα νέα τεχνολογικά εργαλεία αλλάζουν την ανάγνωση τόσο δραματικά όσο τίποτε άλλο από την εμφάνιση της τυπογραφίας. Ο Αμερικανός ιστορικός Άντονυ Γκράφτον προσπαθεί να συλλάβει και να κατανοήσει το νόημα και την κατεύθυνση των συντελούμενων αλλαγών. Δεινός βιβλιοφάγος ο ίδιος και εραστής των παλαιών βιβλιοθηκών, στις οποίες σύχναζε όταν ήταν φοιτητής στις δεκαετίες του 1960 και του 1970, δεν παραγνωρίζει ωστόσο τις πολλαπλές θετικές δυνατότητες που διανοίγει το ψηφιακό μας μέλλον. Και δεν συμμερίζεται τις χιλιαστικές προφητείες που αναγγέλλουν τον θάνατο των βιβλιοθηκών, του έντυπου βιβλίου, του περιοδικού και της εφημερίδας. Ταυτόχρονα όμως παίρνει κριτικές αποστάσεις και από το όραμα των ουτοπιστών της ψηφιοποίησης, οι οποίοι υπόσχονται ότι σύντομα θα γίνει προσιτή σε όλους η συνολική γραπτή παρακαταθήκη της ανθρώπινης γνώσης. Σύμφωνα με τον Γκράφτον, κήνσορες και θεράποντες υπερβάλλουν το ίδιο ως προς τον καινοτόμο χαρακτήρα των αλλαγών που έχει επιφέρει η νέα τεχνολογία. Στην πραγματικότητα, το Διαδίκτυο μεταμορφώνει τον χάρτη της γνώσης, καθώς διευκολύνει την πρόσβαση σε πολλαπλές πηγές και σε ένα πελώριο όγκο πληροφοριών, αλλά δεν θα μας χαρίσει την παγκόσμια βιβλιοθήκη ούτε βέβαια και ένα εγκυκλοπαιδικό αρχείο του συνόλου της ανθρώπινης εμπειρίας. Επιπλέον, η συναρπαστική προοπτική της γρήγορης πρόσβασης σε μια απειρία στοιχείων και τεκμηρίων έχει και κάποιες επίφοβες επιπτώσεις, καθώς απειλεί να βλάψει παραδοσιακούς και πιο έγκυρους τύπους γραφής και επιχειρηματολογίας. Εξάλλου, η απαίτηση για επιστημονική ακρίβεια υπαγορεύει την ανάγκη να συμβουλευόμαστε απευθείας τα πρωτότυπα έγγραφα και κείμενα. Τα βιβλία και τα πρωτότυπα έγγραφα μας ανταμείβουν για τον κόπο μας να τα αναζητήσουμε και να τα βρούμε, λέγοντάς μας πράγματα που καμία οθόνη και καμία εικόνα δεν μπορούν να μας πουν. Τώρα και στο εγγύς μέλλον, ο σοβαρός αναγνώστης θα πρέπει να μάθει πώς να ακολουθεί δύο πολύ διαφορετικούς δρόμους ταυτόχρονα. Κανείς δεν πρέπει να αποφεύγει τον ευρύ, ομαλό και ανοιχτό δρόμο που οδηγεί μέσω της οθόνης σε έναν ηλεκτρονικό παράδεισο κειμένων και εικόνων. Ωστόσο, οι ηλεκτρονικές ροές δεδομένων, όσο πλούσιες κι αν είναι, δεν μπορούν να αντικαταστήσουν την επαφή του αναγνώστη με βιβλία, έντυπα και χειρόγραφα, που θα συνεχιστεί για δεκαετίες ακόμα.

Ο ΑΝΤΟΝΥ ΓΚΡΑΦΤΟΝ (1950-) σπούδασε στο Πανεπιστήμιο του Σικάγου και στο University College στο Λονδίνο. Είναι καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Πρίνστον, όπου διδάσκει ιστορία της Αναγέννησης και της Μεταρρύθμισης και ιστοριογραφία. Ειδικεύεται επίσης στην ιστορία των βιβλίων και των αναγνωστών, την ιστορία των λογίων και της εκπαίδευσης στη Δύση από την Αρχαιότητα ως τον 19ο αιώνα και την ιστορία της επιστήμης από την Αρχαιότητα ως την Αναγέννηση. Έχει γράψει, μεταξύ άλλων: Joseph Scaliger: A Study in the History of Classical Scholarship (1983), Defenders of the Text: The Traditions of Scholarship in the Age of Science, 1450-1800 (1991), Commerce with the Classics: Ancient Books and Renaissance Readers (1997), The Footnote: A Curious History (1997, ελλ. μτφρ: Η υποσημείωση. Μια παράξενη ιστορία, 2001), What was History?: The Art of History in Early Modern Europe (2006), Worlds Made by Words: Scholarship and Community in the Modern West (2009).


Conor Fahy. Εισαγωγή στην κειμενική βιβλιολογία.
Μετάφραση-Επίμετρο: Στέφανος Κακλαμάνης

Το έντυπο βιβλίο ως υλικό αντικείμενο είναι προϊόν που συνδυάζει πνευματικό και μυϊκό κόπο και κατάλληλη τεχνολογία ώστε να πολλαπλασιαστεί με μηχανικά μέσα και να καταστεί προσβάσιμο και ωφέλιμο στο αναγνωστικό κοινό. Η κειμενική βιβλιολογία, ως κλάδος της φιλολογικής επιστήμης, συμπλέκει τη μελέτη της υλικής και της άυλης υπόστασης του έντυπου βιβλίου, επιστρατεύοντας τις αρχές, τις μεθόδους, τις εμπειρίες και τις κατακτήσεις της φιλολογίας και της ιστορίας στις πολυποίκιλες εκφάνσεις τους. Φωτίζει έτσι την παραγωγική διαδικασία που βρίσκεται πίσω από κάθε έκδοση και ερευνά τις πιθανές επεμβάσεις των προσώπων που εργάστηκαν για την εκτύπωση ενός βιβλίου (του συγγραφέα, του επιμελητή, του στοιχειοθέτη, του τυπογράφου κ.ά.). Στηριζόμενη στην καλή γνώση της τυπογραφικής διαδικασίας η κειμενική βιβλιολογία δεν αρκείται στην εξωτερική περιγραφή των έντυπων εκφράσεων του παρελθόντος, αλλά κατατείνει στην πολυπρισματική μελέτη του καθόλου γραπτού πολιτισμού μέσα στον χρόνο (σύνθεση, παραγωγή, διάδοση και εμπορία, διατήρηση του βιβλίου). Συμβάλλει επομένως ουσιαστικά, όχι μόνον στην ανασύσταση της υλικής υπόστασης του έντυπου βιβλίου και στην ανασυγκρότηση της ιστορίας του, αλλά και στην κριτική αποκατάσταση του κειμένου του με αυστηρά επιστημονικά κριτήρια. Στην Εισαγωγή του ο Κόνορ Φάχυ περιορίζεται στη μελέτη της χειροκίνητης παραγωγής του έντυπου βιβλίου και αντλεί τα παραδείγματά του από τον 16ο αιώνα. Περιγράφει έτσι συνοπτικά τα στάδια και τους ρυθμούς εργασίας σε ένα τυπογραφικό εργαστήρι εκείνης της εποχής, όπως αυτά μπορούν να ανασυγκροτηθούν μέσα από τις πιο πρόσφατες έρευνες.

Ο ΚΟΝΟΡ ΦΑΧΥ (1928-2009), ομότιμος καθηγητής της ιταλικής λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο του Λονδίνου (Birkbeck College), ασχολήθηκε κυρίως με την αναλυτική βιβλιογραφία, την ιστορία της τυπογραφίας και την κριτική του έντυπου κειμένου της αναγεννησιακής περιόδου. Οι σημαντικότερες μελέτες του σηματοδότησαν τη στροφή των βιβλιογραφικών ερευνών στην Ιταλία προς νέες μεθοδολογικές και επιστημονικές κατευθύνσεις και περιέχονται στη συναγωγή Saggi di bibliografia testuale, Πάδοβα, Antenore, 1988. Έχει δημοσιεύσει επίσης μια μονογραφία για την ιστορία της τρίτης έκδοσης του Μαινόμενου Ορλάνδου του Αριόστο (L’ “Orlando furioso” del 1532. Profilo di una edizione, Μιλάνο 1989).


M. H. Abrams. Τι είναι μια ανθρωπιστική κριτική;
Μετάφραση-Επίμετρο: Άρης Μπερλής 

«Το δοκίμιο “Τι είναι μια ανθρωπιστική κριτική;” είναι η εναρκτήρια ομιλία του Έιμπραμς στο συμπόσιο με τίτλο “The Emperor Redressed: Critiquing Critical Theory” (“Ο αυτοκράτορας ντυμένος ξανά: Κριτική της κριτικής θεωρίας”), που έγινε το 1992 στο Πανεπιστήμιο της Αλαμπάμα. Στο συμπόσιο έλαβαν μέρος διακεκριμένοι κριτικοί της λογοτεχνίας, φιλόσοφοι και μελετητές, όπως ο Τζων Σέαρλ, ο Ιχάμπ Χασάν, ο Ντέβιντ Λέμαν, ο Ρίτσαρντ Λέβιν, κ.ά. Θέμα (και προφανής στόχος) του συμποσίου ήταν ο “ενδελεχής έλεγχος” των μεταστρουκτουραλιστικών, ριζοσπαστικών θεωριών, μεταξύ των οποίων εξέχουσα θέση κατέχει η αποδόμηση. Ο τόνος πολλών εισηγήσεων ήταν μαχητικός, ειρωνικός ή και σαρκαστικός. Αλλά ο Έιμπραμς, διδακτικός και μεθοδικός πάντα, αφού θυμίσει ότι “κριτική δεν σημαίνει πολεμική”, αναλαμβάνει να αναλύσει βασικές θέσεις των μεταστρουκτουραλιστικών θεωριών, ιδέες και πρακτικές, και να δείξει τόσο τις εσωτερικές τους αντιφάσεις όσο και τις συνέπειές τους. Θα εξετάσει ορισμένες κριτικές θεωρίες “εκ των έσω”, θα δει “ποια στοιχεία και ποιοι παράγοντες τις έχουν κάνει να φαίνονται όχι μόνον αξιόπιστες αλλά και πειστικές σε ανθρώπους νοήμονες”, και θα δείξει “ποιες ενδιαφέρουσες συλλήψεις υπάρχουν σε αυτές τις θεωρίες, τις οποίες όσοι από μας έχουμε διαφορετική στάση ως κριτικοί καλό θα ήταν να προσέξουμε”. Θα δείξει επίσης γιατί “οι σύγχρονες θεωρίες, όταν εφαρμόζονται στη λογοτεχνική κριτική”, είναι “ανεπαρκείς για τα λογοτεχνικά κείμενα τα οποία αναλαμβάνουν να ερμηνεύσουν και συχνά παραμορφωτικές στους τρόπους ανάγνωσης που χρησιμοποιούν και προτείνουν”. ... Ένα μεγάλο μέρος του δοκιμίου καλύπτει η περιγραφή του αντιανθρωπισμού των στρουκτουραλιστικών και των μεταστρουκτουραλιστικών θεωριών (Κλωντ Λεβί-Στρως, Ρολάν Μπαρτ, Μισέλ Φουκώ, Ζακ Ντεριντά, Πωλ ντε Μαν), της αμφισβήτησης θεμελιωδών εννοιών και αναφορών της παραδοσιακής σκέψης και κριτικής, όπως “άνθρωπος”, “ανθρώπινος”, “το υποκείμενο”, “υποκειμενικότητα”, “το πρόσωπο”, “το εγώ”. Για αυτούς τους θεωρητικούς οι άνθρωποι –ο συγγραφέας, ο αναγνώστης– δεν υπάρχουν ως υποκείμενα, είναι –όπως και το λογοτεχνικό έργο– “λειτουργίες” ή “αποτελέσματα” της γλώσσας». (Απόσπασμα από το επίμετρο του μεταφραστή).

Ο ΜΕΓΕΡ ΕΪΜΠΡΑΜΣ γεννήθηκε το 1912 και σπούδασε στο Χάρβαρντ και στο Καίμπριτζ. Το σημαντικότερο βιβλίο του, The Mirror and the Lamp (ελληνική έκδοση: Ο καθρέφτης και το φως, μτφρ. Άρης Μπερλής, Κριτική, 2001), εκδόθηκε το 1953 και αποτελεί έκτοτε βασικό πανεπιστημιακό εγχειρίδιο για τη μελέτη του ρομαντισμού. Ο Έιμπραμς δίδαξε στο Πανεπιστήμιο Κορνέλ και στη σκιά του ανδρώθηκαν πολλοί περιφανείς κριτικοί της νεότερης από αυτόν γενιάς, όπως ο Χάρολντ Μπλουμ. Το δεύτερο μεγάλο βιβλίο του για τον ρομαντισμό, με τον τίτλο Natural Supernaturalism, εκδόθηκε το 1971. Ήταν επιμελητής της γνωστής Ανθολογίας Νόρτον της αγγλικής λογοτεχνίας και συγγραφέας ενός χρηστικού γλωσσάριου λογοτεχνικών όρων (ελληνική έκδοση: Λεξικό λογοτεχνικών όρων, μτφρ. Γ. Δεληβοριά, Σ. Χατζηιωαννίδου, Πατάκης, 2005) και πολλών μελετών και άρθρων. Μολονότι θεωρητικός της παλαιάς σχολής, ήταν σε θέση να παρακολουθήσει τις νεότερες εξελίξεις της κριτικής θεωρίας στη δεκαετία του ’70 και να εμπλακεί σε γόνιμο διάλογο με εξέχοντες αποδομιστές, δίνοντάς μας μια σειρά θαυμάσιων δοκιμίων.


Erich Auerbach. Ο Τζανμπαττίστα Βίκο και η ιδέα της φιλολογίας. Φιλολογία της παγκόσμιας λογοτεχνίας.
Μετάφραση: Κώστας Σπαθαράκης - Επίμετρο: Διονύσης Καψάλης

Το πολυσήμαντο έργο του Γερμανοεβραίου φιλολόγου Έριχ Άουερμπαχ γεφυρώνει τη φιλολογία ως ιστορική μάθηση μ’ έναν γενικότερο στοχασμό για την ευρωπαϊκή λογοτεχνία και τον πολιτισμό. Το πρώτο και παλαιότερο δοκίμιο, Ο Τζανμπαττίστα Βίκο και η ιδέα της φιλολογίας (1936), μικρό δείγμα της μακράς και επίμονης ενασχόλησης του Άουερμπαχ με τον Ιταλό φιλόσοφο, εξετάζει τη Νέα Επιστήμη ως το πρώτο μείζον έργο της ερμηνευτικής φιλολογίας και συναρτά την αυτόνομη θεμελίωση της φιλολογικής επιστήμης με την ιστορικότητα του Βίκο. Προκειμένου να ανακαλύψει την πνευματική ιδιοσυστασία του ανθρώπου κατά τις απαρχές του πολιτισμού, ο Βίκο εφάρμοσε τις φιλολογικές μεθόδους στην ερμηνεία των μύθων, των πανάρχαιων μνημείων της γλώσσας, του δικαίου, της θρησκείας και της ποίησης. Όπως σημειώνει ο Άουερμπαχ, η φιλολογία αναδεικνύεται έτσι «σε πεμπτουσία της επιστήμης του ανθρώπου ως ιστορικού όντος, οπότε συμπεριλαμβάνει όλους τους σχετικούς επιστημονικούς κλάδους, επομένως και την ιστορική επιστήμη με τη στενή έννοια. Η δυνατότητά της εδράζεται στην προϋπόθεση ότι οι άνθρωποι μπορούν να κατανοούν ο ένας τον άλλο, ότι υπάρχει ένας κόσμος κοινός για όλους τους ανθρώπους, προσιτός και οικείος στον καθένα μας». Το δεύτερο και ύστερο δοκίμιο, η Φιλολογία της παγκόσμιας λογοτεχνίας (1952), κείμενο φιλοσοφικής ωριμότητας αλλά και εντυπωσιακής επικαιρότητας για τις λογοτεχνικές σπουδές (και όχι μόνον), αναδιατυπώνει μια νέα, κάθε άλλο παρά αφελή αποτίμηση του ουμανισμού και συγχρόνως αποτελεί τον συνοπτικότερο και μάλλον τον ωριμότερο λόγο περί της φιλολογικής μεθόδου του Άουερμπαχ. Όσο περισσότερο ενοποιείται η υφήλιος τόσο περισσότερο πρέπει να διευρύνεται η συνθετική και προοπτική θεώρηση και η παγκόσμια λογοτεχνία να θεωρείται ως πολλαπλό υπόβαθρο ενός κοινού πεπρωμένου. «Φιλολογική μας πατρίδα –γράφει χαρακτηριστικά ο Άουερμπαχ- είναι όλη η υφήλιος· δεν μπορεί πλέον να είναι το έθνος. Ασφαλώς την πιο πολύτιμη και αναντικατάστατη κληρονομιά του φιλολόγου εξακολουθούν να την αποτελούν η γλώσσα και η παιδεία του δικού του έθνους· για να την αξιοποιήσει όμως, οφείλει να την αποχωριστεί και να την υπερβεί. Σήμερα, υπό εντελώς διαφορετικές συνθήκες, πρέπει να επιστρέψουμε σε αυτό που για την προεθνική, μεσαιωνική παιδεία ήταν κοινό κτήμα: την επίγνωση ότι το πνεύμα δεν έχει εθνικότητα».

Ο ΕΡΙΧ ΑΟΥΕΡΜΠΑΧ γεννήθηκε στο Βερολίνο το 1892 και πέθανε στο Ουώλινγκφορντ του Κοννέκτικατ το 1957. Σπούδασε νομικά, τα οποία όμως εγκατέλειψε για χάρη της φιλολογίας. Το 1929 ανέλαβε την έδρα ρομανικής φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο του Μαρβούργου. Με την άνοδο των ναζί στην εξουσία εγκαταστάθηκε αρχικά στην Τουρκία, ως καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Κωνσταντινούπολης, και από το 1947 έως το θάνατό του στις ΗΠΑ, όπου δίδαξε για λίγο στο Πολιτειακό Πανεπιστήμιο της Πενσυλβανίας (PSU) και κυρίως στο Γέιλ. Από τα έργα του ξεχωρίζουν η πρώτη του μεγάλη μονογραφία, Dante als Dichter der irdischen Welt (Ο Δάντης ως ποιητής του επίγειου κόσμου), 1929, η πολύ σημαντική μελέτη “Figura”, Archivum romanicum 22 (1939), και ασφαλώς το opus magnum του, Mimesis, ²1959 (Μίμησις, ΜΙΕΤ, ²2014), ένα από τα θεμελιώδη έργα της φιλολογίας του 20ού αιώνα.


Louis Marin. Πώς διαβάζεις έναν πίνακα ζωγραφικής.
Μετάφραση και Επίμετρο: Αλέξανδρος Δασκαλάκης. Επιμέλεια: Μαρία Στεφανοπούλου.

Διαβάζουμε ένα γράμμα, ένα ποίημα, ένα βιβλίο. Πώς διαβάζουμε όμως ένα έργο τέχνης; Έναν πίνακα ζωγραφικής τον κοιτάζουμε, μπορεί να τον θαυμάζουμε αμέσως ή να μας αφήνει αδιάφορους, ακόμη και να μας δυσαρεστεί, και τότε τον προσπερνάμε. Όταν όμως τον παρατηρούμε επίμονα, και βέβαια πάντα από απόσταση, όπως στην αίθουσα ενός μουσείου, νιώθουμε ότι σταθήκαμε ώρα μπροστά του όχι μόνο επειδή μας ευχαριστεί η θέασή του, αλλά γιατί ακριβώς έχει και κάτι να μας πει, να μας αφηγηθεί. Αρχίζουμε τότε και αναγνωρίζουμε ότι, «γραμμένος» σε μια δική του γλώσσα, ο πίνακας απαιτεί από μας να τον «διαβάσουμε». Αυτή την παράδοξη αναγνωστική λειτουργία της ιδιωματικής γλώσσας της ζωγραφικής επιχειρεί να αναλύσει στο δοκίμιό του ο Λουί Μαρέν˙ να φωτίσει τα διασταυρούμενα όρια του νοητού και του ορατού: από την παραστατική συμβολική ζωγραφική του Νικολά Πουσσέν  ‒όπου την αφήγηση αναλαμβάνει ο μύθος και η Ιστορία‒,  διατρέχοντας την τέχνη του 17ου-18ου αιώνα μέσα από τις σιωπηλές νεκρές φύσεις των Φιλίπ ντε Σανπαίν, Λυμπέν Μπωγκέν και Ζαν Μπατίστ Σιμεόν Σαρντέν, ώς τη μοντέρνα τέχνη, με παραδείγματα την αφηρημένη ζωγραφική των Πητ Μόντριαν και Πάουλ Κλέε, ο συγγραφέας αναδεικνύει την καθολικότητα και την αυτονομία της ζωγραφικής απεικονιστικής σημασίας, περιγράφοντας την απόλαυση του βλέμματος όταν αυτό κατορθώνει να διαβάζει σαν γράμμα το ορατό και να κοιτάζει σαν ύλη το νοητό.

Ο Louis Marin (1931-1992) είναι Γάλλος φιλόσοφος, ιστορικός, σημειολόγος και κριτικός της τέχνης. Με το πλούσιο και ρηξικέλευθο συγγραφικό, διεπιστημονικό του έργο κατάφερε να αντιπαραβάλει και να συγκεράσει έννοιες και μεθόδους κυρίως της φιλοσοφίας, της ιστορίας και της γλωσσολογίας, μελετώντας και εδραιώνοντας την ιστορία των σημειωτικών συστημάτων ‒που υπήρξε και το αντικείμενο της διδασκαλίας του στην École Pratique des Hautes Études του Παρισιού (1978-1992)‒ και την πολιτική ανάλυση της αναπαράστασης. Συνέβαλε αποφασιστικά στη διερεύνηση της θεωρητικής σχέσης ανάμεσα στην «ισχύ των σημείων» και στα «σημεία της εξουσίας», αλλά και στην εφαρμογή της σημειολογίας της ζωγραφικής, ανανεώνοντας το διάλογο μεταξύ κλασικισμού και νεωτερικότητας. Η θεματική του αναζήτηση επικεντρώθηκε σε θεολογικοπολιτικά δοκίμια, στον Μπλαιζ Πασκάλ, στον Νικολά Πουσσέν, στον γαλλικό 17ο αιώνα και στην ιταλική ζωγραφική του 15ου, στην αυτοβιογραφία, στην αφηγηματολογία.  Τήρησε ουσιώδεις αποστάσεις από τον σύγχρονο ή προγενέστερο της εποχής του δομισμό, αντλώντας απ’ αυτόν αναλυτικά εργαλεία και συγχρόνως θέτοντας καίρια ερωτήματα για την έκβασή του. Σημαντικά έργα του: La critique du discours (1975), Le récit est un piège (1978), Le portrait de rois (1981), De la représentation (1993), Des pouvoirs de l’image (1993), L’écriture de soi (1999).

Διευθυντής του ιδρύματος και της συγκεκριμένης σειράς: Διονύσης Καψάλης
Υπεύθυνη εκδόσεων: Κωστούλα Σκλαβενίτη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

"Νότες Λογοτεχνίας"

Πολιτιστικό ιστολόγιο (από το 2009) και ραδιοφωνική εκπομπή με τίτλο "Να μείνουν μόνο τα τραγούδια" (από το 1998), με συνεντεύξεις, απόψεις, ιδέες και θέσεις γύρω από τη Μουσική, το Ελληνικό Τραγούδι, το Θέατρο, το Βιβλίο, τον Κινηματογράφο, τα Εικαστικά, τη Φωτογραφία, το Ραδιόφωνο, τη Θράκη.

Επιτρέπεται η χρήση και η αναδημοσίευση των άρθρων και των φωτογραφιών, με σαφή αναφορά της πηγής σε ενεργό σύνδεσμο. Υπεύθυνος - Διαχειριστής: Θεοδόσιος Π. Βαφειάδης.