Τρίτη, 29 Νοεμβρίου 2011

Συνέντευξη Ζηνοβίας Αρβανιτίδη στο Θεοδόση Βαφειάδη


Η Ζηνοβία Αρβανιτίδη γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Ξεκίνησε μαθήματα πιάνου στην ηλικία των οχτώ ετών και άρχισε να συνθέτει μουσική στην ηλικία των 15! 

Παρακολούθησε μαθήματα στο Ωδείο Φίλιππος Νάκας και πήρε πτυχίο Αρμονίας, Αντίστιξης, Φούγκας και Μουσικής Τεχνολογίας, ενώ παράλληλα σπούδασε και μαθήματα πιάνου σε ανώτερο επίπεδο. 
Παρακολούθησε επίσης μαθήματα κλασσικού τραγουδιού με την καθιερωμένη σοπράνο Μαρίνα Κρίλοβιτς για δυο χρόνια.
Αυτή τη στιγμή παρακολουθεί μαθήματα σύνθεσης - ενορχήστρωσης δίπλα στον καταξιωμένο πιανίστα και συνθέτη Γιώργο Ψυχογιό. 

Το 1991 έγινε γνωστή στο πανελλήνιο τραγουδώντας μαζί με τον πατέρα της Πασχάλη Αρβανιτίδη το περίφημο «Καταπληκτικοί», ενώ το 1996 κυκλοφόρησε το πρώτο σόλο άλμπουμ της ως συνθέτης, τραγουδίστρια και ενορχηστρωτής, με τίτλο «Λυκαυγές». 

Από τότε έχει συνεργαστεί ως τραγουδίστρια, συνθέτης, μουσικός και ηχολήπτρια, με διάσημους Έλληνες καλλιτέχνες όπως ο Λαυρέντης Μαχαιρίτσας, ο Πάνος Κατσιμίχας, ο Γιάννης Μαρκόπουλος, ο Μάνος Ξυδούς, οι Όναρ, κ.ά.

Το 2005 μαζί με το Δημήτρη Καρρά και το Βαγγέλη Καραπέτρο, δημιούργησαν το συγκρότημα «Βωξ», όπου έκαναν τρεις δίσκους σε διάστημα τριών χρόνων. 

Το 2008 άρχισε να συνθέτει για το θέατρο, έργα όπως «Best Friends Forever» της Ιόλης Ανδρεάδη, που παίχτηκε στο Old Red Lion Theatre του Λονδίνου, και «Φαντάσματα» του Στέλιου Κάτσαρη που παίχτηκε στο Σταυρό του Νότου Plus στην Αθήνα. 
Επίσης, έγραψε μουσική για την ταινία «37 Μνήμες» του Άγγελου Σπάρταλη το οποίο παρουσιάστηκε στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης το 2010. 

Αυτή την περίοδο γράφει μουσική για μια ταινία κινουμένων σχεδίων, του Άγγελου Σπάρταλη, με τίτλο «Από τη Γη στη Σελήνη» βασισμένη στο βιβλίο του Ιουλίου Βερν, που θα κυκλοφορήσει μέχρι το τέλος του 2012, ενώ παράλληλα δουλεύει το δικό της άλμπουμ ορχηστρικής μουσικής.


Αγαπητή Ζηνοβία να πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Λόγω του πατέρα σου, γεννήθηκες και μεγάλωσες μέσα στη μουσική. Πώς ξεκινά η σχέση σου με τη μουσική και το τραγούδι; Ποια είναι τα πρώτα σου ερεθίσματα;
Ζηνοβία Αρβανιτίδη
:
Ξεκίνησα πολύ μικρή ακούγοντας μουσικές από κινούμενα σχέδια που μου άρεσαν και τα έπαιζα με το αυτί στο πιάνο. Αγαπημένα μου ήταν το “Snowman” με τη μουσική του Howard Blake  και το “The Lion, the witch and the wardrobe” με τη μουσική του Michael J. Lewis. Οι γονείς μου αντιλήφθηκαν την καλλιτεχνική μου φύση από πολύ νωρίς και με ώθησαν στο να σπουδάσω μουσική. Πιστεύω πάντως ότι μεγαλύτερο ρόλο παίζει η καλλιτεχνική φλέβα (αυτό που κυλάει μέσα σου γονιδιακά) παρά το περιβάλλον που μεγαλώνεις. Το δεύτερο απλά βοηθάει να εξελίξεις το όποιο ταλέντο μπορεί να έχεις.

Τι ακούγατε στο σπίτι; Ποια ήταν τα μουσικά σου ακούσματα στα εφηβικά και νεανικά σου χρόνια; Από ποιους νιώθεις επηρεασμένη σήμερα; Σε ποιους «χρωστάς»;
Ζ.Α.: Στο σπίτι ακουγόταν οποιοδήποτε είδος εκτός από το λαϊκό, καθώς εγώ μεγάλωνα και ανακάλυπτα τις μουσικές που «μιλούν» στη δική μου ψυχή. Αγαπημένα συγκροτήματα οι Depeche Mode, New Order, Yazoo, Kraftwerk, The Cure, Dead Can Dance, Cocteau Twins, Massive Attack, Stereo Nova…
Σήμε
ρα οι μουσικές μου επιρροές έχουν επεκταθεί πολύ στην κλασσική και νέο-κλασσική μουσική και στα soundtrack με αγαπημένους συνθέτες όπως Danny Elfman, Hans Zimmer, Clint Mansell, Alexander Desplat, Yann Tiersen, Michael Nyman, Arvo Part, Max Richter, Dustin O’Halloran, Ryuichi Sakamoto και η λίστα είναι ατελείωτη… Νιώθω ότι «χρωστάω» σε όλους όσους με εμπνέουν να κάνω μουσική.

Έχεις κάνει σημαντικές σπουδές. Μίλησέ μου γι' αυτές, αλλά και για τους δασκάλους σου.
Ζ.Α.: Οι σπουδές μου ξεκίνησαν με μαθήματα πιάνου στο σπίτι κι αργότερα στο ωδείο. Αφού αποφάσισα ότι δεν θέλω να ασχοληθώ με άλλο επάγγελμα στη ζωή μου, αφιερώθηκα στις θεωρητικές μουσικές σπουδές παίρνοντας πτυχίο Αρμονίας, Αντίστιξης, Φούγκας, Μουσικής Τεχνολογίας με δασκάλους τον Ιωσήφ Παπαδάτο, τον  Παναγιώτη Αδάμ και τον Δημήτρη Αρναούτογλου και κάνοντας δύο χρόνια κλασσικό τραγούδι με τη Μαρίνα Κρίλοβιτς…
Αυτή τη στιγμή κάνω μαθήματα σύνθεσης και ενορχήστρωσης με τον συνθέτη - πιανίστα Γιώργο Ψυχογιό, έτσι ώστε να επεκτείνω κι άλλο τις γνώσεις μου και να διευρύνω τους μουσικούς μου ορίζοντες.

Θυμάσαι ποια και πώς ήταν η πρώτη φορά που ανέβηκες στη σκηνή, ως μουσικός και ως τραγουδίστρια; Πώς ένιωσες;
Ζ.Α.: Ναι, θυμάμαι ότι πρώτη φορά (13 χρονών) είχα τραγουδήσει το «Μέρα Μαγιού μου μίσεψες» του Μίκη Θεοδωράκη σε μια σχολική γιορτή στο γυμνάσιο και είχα κυριολεκτικά τρομοκρατηθεί…  Μετά από εκείνη τη φορά όμως άρχισα σιγά σιγά να συνηθίζω την «έκθεση» αυτή και να αποκτώ μεγαλύτερη άνεση στη σκηνή. Μπήκα σε συγκροτήματα (σχολικά τότε) και αργότερα στα 16 μου έγινε το ντουέτο με τον πατέρα μου, όπου και ανέβηκα στη σκηνή την «επαγγελματική» πλέον αλλά ως... «τουρίστρια» αφού δεν είχα σκοπό να γίνω ποτέ τραγουδίστρια.
Ήθελα να γράφω μουσική και να χρησιμοποιώ τη φωνή μου σαν μέσον - όργανο μιας ορχήστρας. Όταν τελείωσα τις μουσικές μου σπουδές, άρχισα πλέον να δουλεύω σαν επαγγελματίας μουσικός – τραγουδίστρια, αρχικά δίπλα στον πατέρα μου και αργότερα με άλλους καταξιωμένους καλλιτέχνες όπως ο Μάνος Ξυδούς, ο Πάνος Κατσιμίχας, ο Λαυρέντης Μαχαιρίτσας κ.ά.


Το 1991, στα 16 σου χρόνια, είχες τραγουδήσει μαζί με τον Πασχάλη, ένα γνωστό και χαριτωμένο τραγούδι της εποχής, το «Καταπληκτικοί». Τι νοσταλγείς από εκείνη την εποχή;  
Ζ.Α.: Την πρώτη μου επαφή με το στούντιο, ένας χώρος μαγικός για μένα, και τη δημιουργία ενός τραγουδιού… την δική μου ανεμελιά και τον αυθορμητισμό σε αυτή τη διαδικασία.


Το 1996 κάνεις τον πρώτο προσωπικό σου δίσκο, το «Λυκαυγές». Πώς βλέπεις τη μέχρι τώρα πορεία του και πως θα χαρακτήριζες τα τραγούδια σου αυτά; Νιώθεις πως αδικήθηκε αυτός ο δίσκος; 
Ζ.Α.: Αυτή η δουλειά ήταν η πρώτη μου απόπειρα να φτιάξω τραγούδια, ενώ έγραφα ήδη ορχηστρικής φύσης κομμάτια. Προσπάθησα σε συνεργασία με στιχουργούς να κάνω έναν τραγουδιστικό δίσκο, με την απειρία μου τη φωνητική και με τις μουσικές επιρροές που είχα τότε, μπαίνοντας στην «αγορά» της μουσικής βιομηχανίας που κάθε άλλο από επιεικής είναι. Το «Λυκαυγές» παρόλα αυτά πήρε πολύ καλές κριτικές από τους δημοσιογράφους και πούλησε σχετικά καλά δεδομένου ότι ήταν ένας αμιγώς ποπ δίσκος μέσα σε έναν συρφετό λαϊκο-ποπ ασμάτων. Δεν νιώθω ότι αδικήθηκε διότι ήταν εξ αρχής μια δουλειά που καλλιτεχνικά ήταν πολύ πρώιμη και δεν είχε βρει ακόμα τον δρόμο της.


Γιατί δεν έκανες άλλους προσωπικούς δίσκους όλα αυτά τα χρόνια; Δεν ήταν στις επιδιώξεις σου;
Ζ.Α.: Θεώρησα και θεωρώ ότι όταν κάποιος γράφει μόνο μουσική και δεν είναι τραγουδοποιός είναι πολύ δύσκολο να βρει τα λόγια που θα ντύσουν τη μουσική του. Εγώ τουλάχιστον έτσι είμαι… Ίσως και να το αποφεύγω γιατί δεν θέλω να με χαρακτηρίσει ένας τραγουδιστικός δίσκος, αν το αποτέλεσμα δεν με εκφράζει απόλυτα.


Οι «Βωξ» πώς προέκυψαν; Πώς αποτιμάς τη συνεργασία σου με τα υπόλοιπα μέλη του γκρουπ, αλλά και όλα αυτά που κάνατε μαζί;
Ζ.Α.: Οι Βωξ ήταν μια πολύ όμορφη και δημιουργική σύμπραξη με τον Δημήτρη Καρρά και τον Βαγγέλη Καραπέτρο κάτω από την διακριτική καθοδήγηση του Μάνου Ξυδούς. Εκείνη την περίοδο εργαζόμουν και ως ηχολήπτρια στο στούντιο Παζλ όπου περνούσαμε ατελείωτες ώρες ηχογραφώντας μουσικές δικές μας, αλλά και άλλων συγκροτημάτων. Η πιο αξιόλογη δουλειά μας, κατά τη γνώμη μου, ήταν οι διασκευές που κάναμε σε κομμάτια του Γιάννη Μαρκόπουλου («Οι Βωξ τραγουδούν Γιάννη Μαρκόπουλο») με τη δική του άδεια και συνεργασία φυσικά. 


Μπορεί η παρουσία σου στη δισκογραφία να μην είναι έντονη (με προσωπικούς δίσκους και δικά σου τραγούδια), αλλά έχεις γράψει μουσική για θεατρικές παραστάσεις, κινηματογραφικές ταινίες… Ποιες στιγμές, ποιες συνεργασίες ξεχωρίζεις από αυτές τις δουλειές σου; 
Ζ.Α.: Η παρουσία μου δισκογραφικά είναι περισσότερο φωνητική και σε επίπεδο μουσικής παραγωγής, παρά συνθετική. Η μουσική που έχω γράψει για θεατρικά και ταινίες είναι ακόμη στα σπάργανα θα έλεγα. Δεν μπορώ ακόμα να ξεχωρίσω κάποια δουλειά διότι θα έπρεπε να υπάρχει ένας εύλογος αριθμός έργων που να μου δίνει αυτή τη δυνατότητα. Το βιογραφικό μου είναι ακόμα μικρό, αλλά έχω σκοπό να επεκταθεί όσο το δυνατόν περισσότερο!

Τι είναι πιο δύσκολο; Να γράφεις μουσική και τραγούδια για τον κινηματογράφο και το θέατρο ή να κάνεις δίσκους και να γράφεις τραγούδια με διάφορους στιχουργούς και τραγουδιστές; Ποιο θα σ’ ενδιέφερε περισσότερο στο μέλλον και γιατί; 
Ζ.Α.: Τίποτα δεν είναι δύσκολο, αν υπάρχει έμπνευση και καλλιτεχνικό κίνητρο. Αυτό που με εκφράζει περισσότερο φυσικά είναι ο κινηματογράφος και το θέατρο χωρίς όμως να θέλω να υποβιβάζω τα τραγούδια. Προσωπικά μ’ ενδιαφέρει να αφήσω πίσω μου κάτι αξιόλογο και διαχρονικό, αν τα καταφέρω, ό,τι κι αν είναι αυτό.


Στη δισκογραφία και στις συναυλίες έχεις συνεργαστεί με πολλούς γνωστούς καλλιτέχνες και συγκροτήματα. Τι κέρδισες από όλες αυτές τις συνεργασίες; 
Ζ.Α.: Πολύτιμη εμπειρία, δημιουργική συνεργασία και αμοιβαία εκτίμηση.


Οι μουσικοί σήμερα στην Ελλάδα αμείβονται καλά; Τόσο στη δισκογραφία, όσο και στις ζωντανές εμφανίσεις... πως τα βλέπεις τα πράγματα με την οικονομική κρίση που επικρατεί; 
Ζ.Α.: Οι αμοιβές των μουσικών στην Ελλάδα πιστεύω ότι αφ' ενός είναι σχετικές με τις γνώσεις, την εμπειρία και την καταξίωση των μουσικών και αφ' ετέρου είναι απόλυτα εξαρτώμενες από το budget της εκάστοτε παραγωγής. Σίγουρα υπάρχουν δουλειές που αμείβουν καλά, άλλες που δίνουν ίσα ίσα ένα... χαρτζιλίκι και άλλες που δεν έχουν κανένα οικονομικό όφελος (ίσως όμως να έχουν καλλιτεχνικό). Η κρίση έχει παίξει μεγάλο ρόλο στη μείωση των αμοιβών και τώρα είναι πιο επίκαιρο από ποτέ το ανέκδοτο "ήταν δύο φίλοι... ο ένας ήταν μουσικός, αλλά κι ο άλλος δεν είχε λεφτά."


Τι είναι αυτό που θαυμάζεις σ' έναν σπουδαίο μουσικό; Το ταλέντο; Το χαρακτήρα; Το ήθος;
Ζ.Α.: Σ’ έναν σπουδαίο μουσικό θαυμάζω το ταλέντο, εκτιμώ το ήθος και αδιαφορώ για τον χαρακτήρα.


Πώς βλέπεις σήμερα το ελληνικό τραγούδι; Τι σου αρέσει και τι είναι αυτό που σ' ενοχλεί περισσότερο;
Ζ.Α.: Το ελληνικό τραγούδι σήμερα πιστεύω ότι πάσχει από ξεκάθαρη ταυτότητα και πρωτοτυπία. Παρόλα αυτά εκφράζει την εποχή του, είναι ως επί το πλείστον εφήμερο, ρηχό, σεξιστικό, υλιστικό, αστείο... Είναι φυσικά πολύ θετικό το ότι ξεπηδούν κάποιοι νέοι καλλιτέχνες που προσπαθούν να δώσουν ένα προσωπικό στίγμα στη δουλειά τους, αλλά είναι και λυπηρό που τα μέσα προβολής επιμένουν στη διαρκή ανακύκλωση των λεγόμενων σουξέ. Ευτυχώς που υπάρχει το διαδίκτυο για όσους «ψάχνονται» και θέλουν να ανακαλύψουν καινούργια πράγματα πέρα από αυτά που μας «ταΐζουν» πολλές φορές με το ζόρι.


Η εποχή που ζούμε είναι δύσκολη. Σε φοβίζει το αύριο σαν καλλιτέχνη και σαν άνθρωπο;
Ζ.Α.: Οι εποχές είναι πάντα δύσκολες αναλόγως την οπτική και πάντα πεθαίνουν παλιά και γεννιούνται νέα πράγματα. Η αλλαγή καθεαυτή είναι αυτό που μας φοβίζει σαν ανθρώπους αλλά είμαστε φτιαγμένοι να προσαρμοζόμαστε. Οι καλλιτέχνες ανήκουν και ανήκαν πάντα στην κατηγορία των «ευπροσάρμοστων» κυρίως γιατί είναι οι πιο αντικειμενικοί παρατηρητές και οι πιο υποκειμενικοί εκφραστές των αλλαγών αυτών. 


Τι τραγούδι θα αφιέρωνες στους ανθρώπους της πλατείας και των διαδηλώσεων; Και ποιο τραγούδι θα έστελνες σε όσους κυβέρνησαν και κυβερνούν αυτή τη χώρα; 
Ζ.Α.: Το «Αχ Ευρώπη» του Τζίμη Πανούση.


Τι ετοιμάζεις αυτή την εποχή;
Ζ.Α.: Αυτή την εποχή γράφω μουσική για μια ταινία του Άγγελου Σπάρταλη με τίτλο «Από τη γη στη σελήνη» βασισμένη στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Ιουλίου Βερν. Στην ταινία θα ακουστούν τραγούδια σε δική μου σύνθεση, με ερμηνευτές το Διονύση Σαββόπουλο και τον Ψαραντώνη.
Οι ζωντανές εμφανίσεις μου με το Λαυρέντη Μαχαιρίτσα εκτός Αθηνών θα συνεχιστούν για τον χειμώνα. Τώρα όσο για τα δισκογραφικά, θα κυκλοφορήσει από την kitchen label τον Φεβρουάριο μια δουλειά σε συνεργασία με τον Hior Chronik, που μαζί ως «Pill-oh»  θα κάνουμε και κάποιες εμφανίσεις εντός Αθηνών. Από εκεί και πέρα δημιουργώ το υλικό του ορχηστρικού μου δίσκου και ευελπιστώ να το κυκλοφορήσω πολύ σύντομα.  



Οι φωτογραφίες είναι από το προσωπικό αρχείο της Ζηνοβίας Αρβανιτίδη 

Δευτέρα, 28 Νοεμβρίου 2011

Συνέντευξη Αλεξίας Χρυσομάλλη στο Θεοδόση Βαφειάδη


Ήταν μία ιδέα που έπεσε στο τραπέζι του Ορφέα κάποια στιγμή. Να ανοίξουμε ένα δρόμο σε νέους καλλιτέχνες. Σε καλλιτέχνες που αγαπούν με πάθος τη μουσική, που συνθέτουν, που τραγουδούν, που γράφουν στίχους, που παίζουν μουσική και που δεν έχουν βρει ακόμη το δρόμο προς τη δισκογραφία. Κι αυτοί οι καλλιτέχνες να μπορούν να πουν δυο λόγια από καρδιάς, να δείξουν τη δουλειά τους και να κάνουν γνωστά τα μουσικά τους όνειρα. Έτσι φτιάξαμε μία νέα μουσική ενότητα. Εύκολα βρέθηκε κι ο τίτλος που καλείται να συνοδέψει έναν νέο καλλιτέχνη στο δρόμο του. Εραστές του ονείρου! 
Αυτή τη φορά ο Ορφέας παρουσιάζει μια υπέροχη νέα τραγουδίστρια και μουσικό από τη Θεσσαλονίκη, την Αλεξία Χρυσομάλλη.

Η Αλεξία Χρυσομάλλη γεννήθηκε στις 17 Σεπτεμβρίου του 1984 στη Θεσσαλονίκη. Σε ηλικία οχτώ ετών παρακολούθησε μαθήματα βυζαντινής μουσικής, έπειτα από ένα χρόνο παρακολούθησε μαθήματα κλαρίνου επάνω στην παραδοσιακή μουσική, στη σχολή παραδοσιακής μουσικής «Εν χορδαίς».
Από τα δέκα έως τα δεκαοχτώ της χρόνια φοίτησε στο δημοτικό ωδείο Θεσσαλονίκης μαθαίνοντας κλαρινέτο. Τα επόμενα δύο χρόνια παρακολούθησε μαθήματα κλασικού τραγουδιού με καθηγητή τον Δημήτρη Ζιακούλη.
Το 2004 μαζί με τον τραγουδοποιό Βασίλη Τσερέλη πήρε μέρος στο φεστιβάλ τραγουδιού στη Λευκίμμη Κέρκυρας και βραβεύτηκε με τα έξι πρώτα βραβεία (1ο βραβείο τραγουδιού, ερμηνείας, μουσικής, στίχου, επιτροπής, κοινού).
Την ίδια χρονιά κατέβηκε στην Αθήνα και συνεργάστηκε με την δισκογραφική εταιρία Libra συμμετέχοντας με δύο κομμάτια στο δίσκο του Βαγγέλη Κατσούλη «An unberably short glance».

Από το 2006 έως το 2008 συνεργάστηκε με το Δημήτρη Ζερβουδάκη, πραγματοποιώντας συναυλίες ανά την Ελλάδα. Επίσης, το 2007 συμμετέχει με το τραγούδι «Ό,τι και να κάνω» στο δίσκο του Δημήτρη Ζερβουδάκη «Στα χαμηλά και στα ψηλά». Το ίδιο χρονικό διάστημα συμμετέχει στο cd του περιοδικού «Μονογραφίες», με το αφιέρωμα στο Νίκο Ξυλούρη, όπου ερμηνεύει ένα κρητικό παραδοσιακό νανούρισμα. Το Νοέμβρη του 2011 συμμετέχει με το τραγούδι «Το βαλς της σιωπής» στον πρώτο προσωπικό δίσκο της Φωτεινής Βελεσιώτου «Τα παιδιά της άλλης όχθης», που υπογράφει ο Γιώργος Καζαντζής.
Αλεξία καλησπέρα και καλώς ήλθες στον Ορφέα. Πες μας που γεννήθηκες, που μεγάλωσες και ποια ήταν τα πρώτα σου μουσικά ακούσματα;
Αλεξία Χρυσομάλλη:
Καλησπέρα Θεοδόση! Γεννήθηκα και μεγάλωσα στη Θεσσαλονίκη. Τα πρώτα μου μουσικά ακούσματα ήταν σμυρνέικα τραγούδια που τραγουδούσε ο πατέρας μου.

Πότε και πως αποφάσισες να ασχοληθείς με τη μουσική και το τραγούδι; Τι ήταν αυτό που σε τράβηξε στη μουσική και είπες: "Αυτό θέλω να κάνω στη ζωή μου". Ποια ήταν η πρώτη σου επαφή με τη σκηνή;
Α.Χ.:
Η μουσική και το τραγούδι προέκυψαν φυσικά. Αυτό που με τράβηξε, ήταν το πόσο όμορφα ένιωθα όταν τραγουδούσα κι έπαιζα. Κατάλαβα επίσης ότι είναι ένας ωραίος τρόπος να γνωρίζεις τον εαυτό σου. Η πρώτη φορά ήταν σε ένα υπέροχο μπαράκι της Θεσσαλονίκης, το Ηλιοτρόπιο, όπου και παρέμεινα για δυο χρόνια. Παράλληλα τραγουδούσα και στη Μονή Λαζαριστών.

Πόσο εύκολο ή δύσκολο είναι να είσαι σήμερα μια νέα τραγουδίστρια στη Θεσσαλονίκη; Υπάρχουν ανοιχτοί δρόμοι ή αντιμετωπίζεις δυσκολίες;
Α.Χ.:
Πιστεύω οτι τους δρόμους τους ανοίγει ο καθένας προσωπικά.

Εσύ τους άνοιξες μόνη σου; Σε βοήθησαν κάποιοι άνθρωποι; Βρήκες συνοδοιπόρους για να τους περπατήσεις;
Α.Χ.:
Το να είναι κανείς μόνος του δεν είναι γόνιμο, η ένωση είναι αυτή που φέρνει τη δημιουργία και την εξέλιξη. Εξάλλου η μουσική είναι ομαδική υπόθεση.
Ποιες είναι οι αγαπημένες σου Ελληνίδες -και όχι μόνο-  τραγουδίστριες; Ποιες είχες ως πρότυπο από μικρή; Ποιες θεωρείς δασκάλες σου;
Α.Χ.:
Έχω ιδιαίτερη αδυναμία στη Ρόζα Εσκενάζυ και στην Lisa Gerrard των Dead Can Dance.

Τι είναι αυτό που θα σε κάνει ν' αγαπήσεις έναν καλλιτέχνη; Τι είναι αυτό που ξεχωρίζεις περισσότερο;
Α.Χ.:
Το κατά πόσο αισθάνομαι, ότι αυτό που προσφέρει είναι φυσικό και αληθινό κι όχι τέλειο απαραίτητα.

Πώς βλέπεις σήμερα τη γενιά σου, στο ελληνικό τραγούδι; Υπάρχει έμπνευση και όρεξη για καινούργια πράγματα;
Α.Χ.:
Εντάξει, μουσικά είμαστε λίγο μουδιασμένοι, αλλά πιστεύω πως όλα κάνουν κύκλο κι έτσι θα έρθει πάλι ένα δυνατό κύμα έμπνευσης. Όσο μεγαλύτερη είναι γύρω η πίεση τόσο μεγαλύτερη και η ανάγκη για έκφραση της αλήθειας.

Είναι στα άμεσα σχέδιά σου ένας προσωπικός δίσκος; Και αν ναι, τι είδους τραγούδια θα ήθελες να ερμηνεύσεις;
Α.Χ.:
Ναι, είναι μέσα στα σχέδια που κάνω για την καινούργια χρονιά. Θα ήθελα να ερμηνεύσω κομμάτια σε παραδοσιακούς ρυθμούς και μελωδίες με έθνικ στοιχεία. Αυτή είναι η διάθεση μου αυτή την εποχή.

Νομίζεις πως η δισκογραφία στη χώρα μας έχει παρόν και μέλλον; Κι αν ναι, κάτω από ποιες προϋποθέσεις; Συμφωνείς με τη δωρεάν διάθεση της μουσικής μέσα από το διαδίκτυο; 

Α.Χ.: Σίγουρα βλέπω πως τα πράγματα είναι διαφορετικά πλέον στη δισκογραφία, χωρίς όμως να μπορώ να προβλέψω το μέλλον της. Προσωπικά μου αρέσει πολύ το να διαθέτεις δωρεάν τη μουσική σου στο διαδίκτυο!

Και πώς θα ζήσετε; Μόνο από τις ζωντανές εμφανίσεις; Αναγκαστικά θα πρέπει να κάνετε μια άλλη δουλειά για επιβίωση, και η μουσική, το τραγούδι να είναι το χόμπι σας…  

Α.Χ.: Αναγκαστικά δεν γίνεται τίποτα. Ανάγκη μου είναι να μοιράζομαι αυτά που έχω μέσα μου, μέσω της μουσικής. Άλλωστε ποιά δουλειά πλέον σου εξασφαλίζει την επιβίωση; Κι αυτό ίσως να είναι η ευκαιρία για να δουλεύουμε όλοι πάνω σε πράγματα που αγαπάμε μόνο.

Πώς βλέπεις γενικότερα το ρόλο του διαδικτύου σε σχέση με τη μουσική; Το χρησιμοποιείς; Έχεις myspace, facebook;
Α.Χ.:
Δεν έχω ούτε facebook, ούτε myspace. Το myspace μου αρέσει πολύ και θα δημιουργήσω μόλις έχω έτοιμο κάτι να παρουσιάσω. Το facebook δεν με τραβάει ιδιαίτερα. Όλα αυτά όμως, μπορούν να γίνουν εργαλεία ανάλογα με τη χρήση τους.
Ζούμε δύσκολες μέρες. Σε φοβίζει το αύριο σαν καλλιτέχνη και σαν άνθρωπο;
Α.Χ.:
Δεν με φοβίζει το αύριο. Θέλω όμως το παρόν μου να είναι γεμάτο αγάπη. Αγάπη για τους άλλους, γι' αυτό που κάνω και για τον ίδιο μου τον εαυτό. Και αυτό να ξεκινάει πρώτα από μένα.

Τι θα ήθελες να κάνεις στο μέλλον σχετικά με τη μουσική; Ποιοι είναι οι επόμενοι στόχοι; Ή τα όνειρά σου καλύτερα…
Α.Χ.:
Τα όνειρα μου για τη μουσική και τα μελλοντικά μου σχέδια είναι απλώς να τραγουδώ και να είμαι συνέχεια σε δράση. Θέλω να γνωρίσω όσο γίνεται περισσότερες μουσικές του κόσμου και μουσικούς του κόσμου.

Αυτή την εποχή, τι κάνεις; Πού και με ποιους μπορεί να σε ακούσει κάποιος να τραγουδάς;
Α.Χ.:
Αρχικά βρίσκομαι σε διαδικασία ηχογράφησης του πρώτου δίσκου ενός νεαρού συνθέτη, του Πέτρου Σατραζάνη, ο οποίος μελοποιεί ποίηση του Διονύση Καρατζά. Έπειτα δουλεύω πάνω σε κομμάτια που προορίζονται για τον προσωπικό μου δίσκο.
Όσον αφορά τις ζωντανές εμφανίσεις, στις 6 Δεκεμβρίου θα εμφανιστώ με τον Γιώργο Καζαντζή και την Φωτεινή Βελεσιώτου στην Αυλαία (Αθήνα) και στις 28 Δεκεμβρίου μαζί με την Big Band της Σταυρούπολης σε jazz εκτελέσεις στη Δράμα. Αυτά είναι τα κλεισμένα που μπορούν να ανακοινωθούν,
τα υπόλοιπα αναμένονται...


Πως φαντάζεσαι τον εαυτό σου σε είκοσι χρόνια;
Α.Χ.:
Ελπίζω σε είκοσι χρόνια να έχω καταφέρει να γίνω αληθινός άνθρωπος ...
 
Φωτογραφίες από το προσωπικό αρχείο της Αλεξίας Χρυσομάλλη.

Σάββατο, 26 Νοεμβρίου 2011

Λευτέρης Χαψιάδης - Ο Εβρίτης λαϊκός στιχουργός


Ο Λευτέρης Χαψιάδης γεννήθηκε στις 23 Οκτωβρίου 1953 στις Φέρες του Έβρου και όταν ήταν δύο ετών εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στα Κοίλα, κοντά στις Φέρες, όπου και έζησαν ως το 1964. Έζησε τα εφηβικά και νεανικά του χρόνια στην Αλεξανδρούπολη και πέρασε στη Βιολογική Σχολή της Πάτρας. Δεν ολοκλήρωσε όμως ποτέ τις σπουδές του και από βιολόγος, επέλεξε να γίνει ρεμπετολόγος! Αγάπησε το ρεμπέτικο τραγούδι, το μελέτησε από νωρίς και άρχισε να γράφει τα πρώτα του τραγούδια στις αρχές της δεκαετίας του 1980.



Ένας από τους καλύτερους λαϊκούς στιχουργούς, συνεργάστηκε κυρίως με το μουσικό και συνθέτη Χρήστο Νικολόπουλο, με τον οποίο έγραψαν πολλά τραγούδια, αλλά και με άλλους δημιουργούς του ελληνικού τραγουδιού, όπως: Τάκης Σούκας, Θόδωρος Δερβενιώτης, Στέλιος Βαμβακάρης, Τάκης Μουσαφίρης, Θανάσης Πολυκανδριώτης, Θόδωρος Καμπουρίδης, Νίκος Καρανικόλας, Νίκος Ιγνατιάδης, Στέλιος Φωτιάδης, Γιώργος Κόρος κ.ά.


Τραγούδια που ερμήνευσαν μεγάλες φωνές, όπως: Στέλιος Καζαντζίδης, Μανώλης Αγγελόπουλος, Στράτος Διονυσίου, Μιχάλης Μενιδιάτης, Γιώτα Λύδια, Ρίτα Σακελλαρίου, Μανώλης Μητσιάς, Δημήτρης Μητροπάνος, Γιώργος Μαργαρίτης, Γιώργος Νταλάρας, Γιάννης Πάριος, Χάρις Αλεξίου, Ελένη Βιτάλη, Γλυκερία, Μαριώ, Κατερίνα Στανίση, Πασχάλης Τερζής, Δήμητρα Γαλάνη, Κώστας Μακεδόνας, Γιώργος Μαρίνος, Διονύσης Θεοδόσης κ.ά. 


Παρακάτω ένα σύντομο αυτοβιογραφικό σημείωμα του Λευτέρη Χαψιάδη:

Είμαι στιχουργός πεντακοσίων πενήντα τραγουδιών και συγγραφέας τριών βιβλίων.
Γεννήθηκα στις Φέρες του νομού Έβρου τον Οκτώβρη του 1953.
Οι γονείς μου ποντιακής καταγωγής και οι δύο. Ο πατέρας μου από τα Σούρμενα του Πόντου και η μητέρα μου από τη Σαμψούντα.
Μεγάλωσα στα Κοίλα των Φερών, μέσα σε μια ευτυχισμένη οικογένεια και ήμουν το μικρότερο παιδί μετά τις δυο αδερφές μου, που με λάτρευαν. Στα δώδεκά μου, ήρθαμε στην Αλεξανδρούπολη, όπου και τελείωσα το Γυμνάσιο. Η αγάπη μου για το τραγούδι ήρθε από πολύ νωρίς στη ζωή μου, αλλά στη Αλεξανδρούπολη ανακάλυψα το πικαπ και τους δίσκους βινυλίου.



Ο Λευτέρης Παπαδόπουλος είναι ο άνθρωπος που με μάγεψε. Η ζωή μου καθορίστηκε κυριολεκτικά από τους στίχους του και η αγάπη μου γι’ αυτόν με τράβηξε προς την Αθήνα.
Ως φοιτητής στη Βιολογική σχολή του πανεπιστημίου Πάτρας, ασχολήθηκα με τη μελέτη του ρεμπέτικου τραγουδιού και ευτύχησα να γνωρίσω τους περισσότερους εκπροσώπους του. Θεωρώ τον εαυτό μου τυχερό που βρέθηκα σε μια γενιά, που συνάντησε τόσους σημαντικούς ανθρώπους. 
Πρόλαβα και είδα τον Τσιτσάνη ζωντανό και το Μίκη Θεοδωράκη με το Μάνο Χατζιδάκι να οδηγούν το τραγούδι στον ουρανό. 
Ο Λευτέρης Παπαδόπουλος όμως, ήταν για μένα ο δημιουργός του Σύμπαντος.
Ως στιχουργός στο τραγούδι μπήκα εντελώς τυχαία το 1983. Μπήκα να κάνω μία βόλτα στο μακρύ δρόμο του λαϊκού τραγουδιού.
Τραγούδια μου τραγούδησαν οι πιο πολλοί Έλληνες τραγουδιστές.



















Το αγαπημένο μου τραγούδι, απ’ όλα αυτά που έγραψε ο Λευτέρης Χαψιάδης, είναι αυτό που ερμήνευσε ο αείμνηστος Διονύσης Θεοδόσης, το «Έτσι σ’ αγάπησα» σε μουσική Χρήστου Νικολόπουλου, από το δίσκο «Τραγούδια για τους φίλους μου» (1986/87). Δεύτερη φωνή κάνει η Δήμητρα Γαλάνη.

Έτσι σ' αγάπησα
σαν όνειρο γλυκό που δεν τελειώνει
κι όταν στα χέρια μου σφιχτά σε κράτησα
είδα καινούργια εποχή να ξημερώνει
έτσι σ' αγάπησα έτσι σ' αγάπησα

Έτσι σ' αγάπησα κι όμως με πρόδωσες

και ζω συνέχεια με μια απορία
αν ήσουν όνειρο μέσα στα όνειρα
κι ένα ταξίδι μου στη φαντασία

Έτσι σ' αγάπησα

σαν να 'σουνα πουλάκι μες στο χιόνι
με το φιλί μου το γλυκό σ' ανάστησα
είδα τον κόσμο ξαφνικά να μεγαλώνει
έτσι σ' αγάπησα έτσι σ' αγάπησα

Έτσι σ' αγάπησα κι όμως με πρόδωσες

και ζω συνέχεια με μια απορία
αν ήσουν όνειρο μέσα στα όνειρα
κι ένα ταξίδι μου στη φαντασία




Φωτογραφίες από το προσωπικό αρχείο του Λευτέρη Χαψιάδη και από δημοσιεύματα του τύπου



Συνέντευξη εφ' όλης της ύλης στο διαδικτυακό μουσικό περιοδικό "Ορφέας" και στο Θεοδόση Βαφειάδη:

Δείτε και αυτό: 


Τετάρτη, 23 Νοεμβρίου 2011

Αφιέρωμα στον Καρυοφύλλη Δοϊτσίδη




Ο Καρυοφύλλης Δοϊτσίδης είναι μια από τις μεγαλύτερες μουσικές μορφές της παραδοσιακής μας μουσικής και ένας από τους σημαντικότερους και αυθεντικότερους εκπροσώπους της Θρακικής μουσικής παράδοσης. 

 
Ο Δοϊτσίδης (μαζί με το Αηδόνη της Θράκης, το Χρόνη Αηδονίδη) έβγαλε το Θρακιώτικο τραγούδι έξω από τα σύνορα της Θράκης και το διέδωσε στην υπόλοιπη Ελλάδα, αλλά και σε όλο τον κόσμο.  


Ο αγαπημένος αυτός καλλιτέχνης γεννήθηκε πριν 82 χρόνια στην Καρωτή Διδυμοτείχου, ένα χωριό στο οποίο και μένει σχεδόν κάθε καλοκαίρι. Τους χειμώνες επιστρέφει στην Αθήνα.


Ο Καρυοφύλλης μαζί με τις κόρες του, Θεοπούλα και Λαμπριάννα Δοϊτσίδη, είναι από τους πιο γνωστούς Θρακιώτες τραγουδιστές με πανελλήνια και όχι μόνο απήχηση.  


Ο πατέρας, ο Καρυοφύλλης Δοϊτσίδης, γεννήθηκε το 1930 στην Καρωτή Διδυμοτείχου από αγροτική οικογένεια, έχοντας και μουσικούς προγόνους, όπως των Σταύρο Δοϊτσίδη (έπαιζε καβάλ), ο οποίος μάλιστα ήταν αρκετά γνωστός και είχε διδάξει την τέχνη του σε περισσότερους από εκατό νέους Βουλγάρους στις αρχές του 20 αιώνα, στην Στενήμαχο, στον Πύργο (Μπουργκάς) και το Ορτάκιοϊ της σημερινής Βουλγαρίας. 

Από μικρή ηλικία τον γοήτευαν ιδιαίτερα τα παραδοσιακά τραγούδια που άκουγε στην πλατεία του χωριού του, στο χοροστάσι που στηνόταν κάθε Κυριακή και σε διάφορες γιορτές. Άρχιζαν το χορό οι γυναίκες, τραγουδώντας δύο στην αρχή του χορού και δύο στο τέλος συνήθως, και κατόπιν οι άνδρες, με τη συνοδεία οργάνων, κυρίως με τη συνοδεία της γκάιντας, της φλογέρας και της λύρας που επικρατούσαν εκείνη την περίοδο σε σχέση με τα “νεότερα” παραδοσιακά όργανα όπως: κλαρίνο, βιολί, ούτι και κρουστά. 
Επίσης τα παραδοσιακά αυτά τραγούδια τα άκουγε και στο σπίτι από τη μητέρα του Θεοπούλα και τη γιαγιά του Χρυσάνθη.



Το 1950, τελικώς πείθει τον πατέρα του που αρχικά ήταν αρνητικός, εξαιτίας των αντιλήψεων της εποχής για το επάγγελμα του μουσικού, να του πάρει ένα ούτι. Την εποχή εκείνη οι άνθρωποι της υπαίθρου αλλά και όχι μόνο θεωρούσαν υποτιμητικό το να γίνεις μουσικός και να γυρνάς στις πόλεις και στα χωρία. Αγοράζει το πρώτο του ούτι από τα Λάβαρα με 250 δραχμές, ένα χωριό λίγο έξω από το Σουφλί, εκπληρώνοντας έτσι την παιδική του επιθυμία για το μουσικό αυτό όργανο. 

Τον ίδιο χρόνο πηγαίνει για μία εβδομάδα στην Ορεστιάδα και παίρνει τα πρώτα του μαθήματα από τον Αρμένη δεξιοτέχνη στο ούτι Σαρκίζ, ο οποίος ήταν και ψάλτης της Αρμενικής εκκλησίας του Διδυμοτείχου. Κάποια άλλα μαθήματα όμως παίρνει και από τον λαϊκό οργανοπαίχτη της περιοχής στο ούτι, Γιάννη Νταντή από τον Πύργο Ορεστιάδας. Mετά από αυτά τα πρώτα μαθήματα επιστέφει στο χωριό του. 

Από εκεί πλέον προσπαθεί να μάθει μόνος του, να παίζει τους παραδοσιακούς σκοπούς και τα τραγούδια του χωριού του και της ευρύτερης περιοχής, σχεδιάζοντας μουσικές εισαγωγές και ταξίμια, ενώ συγχρόνως εργαζόταν στα χωράφια του πατέρα του. Οι πρώτες δειλές καλλιτεχνικές εμφανίσεις του έγιναν στα καφενεία του χωριού του, λίγο αργότερα βγήκε παρά έξω, στα διπλανά χωριά.


Εδώ αξίζει να αναφέρουμε πως κατά την περίοδο εκείνη και συγκεκριμένα το 1950, παντρεύτηκε τη Μόρφω Γρηγορίδου και λίγο αργότερα απέκτησαν μαζί τις δύο κόρες τους, τη Θεοπούλα και τη Λαμπριάννα, το 1952 και 1955 αντίστοιχα, οι οποίες έμελλε να τον ακολουθήσουν στο τραγούδι και να βρεθούν πλάι στον πατέρα τους, από τα τέλη της δεκαετίας του '60 μέχρι και σήμερα, αποτελώντας τις ποιο αντιπροσωπευτικές γυναικείες φωνές της Θρακιώτικης μουσικής. Έτσι δημιουργήθηκε ένα αναπόσπαστο μουσικό και φωνητικό τρίο της ελληνικής μουσικής παράδοσης και κυρίως της θρακικής.


Το 1954 αγοράζει ένα τζιουμπούς με περίπου 500 δραχμές για τους γάμους, τους αρραβώνες, τα πανηγύρια αλλά και κάθε λογής εκδήλωση, επειδή την εποχή εκείνη έπαιζαν οι μουσικοί φυσικά, χωρίς ηχητική υποστήριξη και το τζιουμπούς είχε δυνατότερο ακουστικό ήχο από το ούτι στους εξωτερικούς χώρους. 

Έτσι, πρώτος ο Καρυοφύλλης Δοϊτσίδης εισάγει ένα νέο όργανο στην τυπική ορχήστρα της Θράκης, που γίνεται γρήγορα αποδεκτό από τους τοπικούς μουσικούς, εξαιτίας της χρησιμότητας του, οι οποίοι μάλιστα παραδέχονται ότι το όργανο αυτό το πρόσθεσε πρώτος αυτός, αν και δεν αποκλείεται να παιζόταν από κάποιο άλλο μουσικό σε κάποια περιοχή της Θράκης για προσωπική ευχαρίστηση, σίγουρα όμως δεν το συναντούσε κανείς σε ορχήστρες. Το τζιουμπούς όμως, μετά την βελτίωση με ηχητική υποστήριξη της ακουστικότητας των μουσικών οργάνων, παραμελήθηκε και “αποκαταστάθηκε” το ούτι, με αποτέλεσμα σήμερα να παίζεται από ελάχιστους μουσικούς και να μην χρησιμοποιείται σε ορχήστρες, σχεδόν καθόλου.


To 1960 ο Καρυοφύλλης Δοϊτσίδης συλλαμβάνει την ιδέα δημιουργίας τοπικού χορευτικού συγκροτήματος, όπου θα χορεύανε τους χορούς της Θράκης. Αργότερα το μουσικοχορευτικό συγκρότημα αρχίζει να εμφανίζεται σε πολιτιστικές εκδηλώσεις στη Θράκη, αλλά και σ' ολόκληρη την Ελλάδα. 


Εδώ αξίζει να επισημάνουμε πως ήταν το πρώτο θρακιώτικο χορευτικό συγκρότημα που εμφανίζονταν για να δώσει παραστάσεις χορεύοντας θρακιώτικους χορούς, γιατί μέχρι τότε στα σχολεία, γυμνάσια αλλά και σε διάφορους άλλους οργανωμένους φορείς της Θράκης που μπορεί να οργάνωναν χορευτικές παραστάσεις, χορεύονταν πανελλαδικοί χοροί. Το συγκρότημα Δοϊτσίδη της Καρωτής θεωρούνταν από τους Θρακιώτες το καλύτερο χορευτικό συγκρότημα της Θράκης. 


Από 1958, παράλληλα αρχίζει να συμμετέχει σε εκπομπές του ραδιοφωνικού σταθμού Ε.Ι.Ρ. Κομοτηνής, όπου κατέβαζε μουσικούς από το Βόρειο Έβρο, οι οποίες θα συνεχιστούν μέχρι το 1968, χρονιά όπου κατεβαίνει οριστικά στην Αθήνα. Στον ραδιοφωνικό σταθμό της Κομοτηνής, γνωρίζεται με τον Λαογράφο Παντελή Καβακόπουλο, οποίος πραγματοποιούσε επιτόπιες έρευνες στην Θράκη. Στη συνέχεια ανεβαίνει στην Καρωτή για να καταγράψει τη μουσικοχορευτική παράδοση της περιοχής. Σ' αυτή του την προσπάθεια τον βοήθησε η οικογένεια Δοϊτσίδη, δίνοντάς του πολύτιμο υλικό της περιοχής. 


Το 1961 με τη μεσολάβηση του Καβακόπουλου γίνεται η πρόταση στον Καρυοφύλλη Δοϊτσίδη από την εταιρία Music Box να ηχογραφήσει τραγούδια της Θράκης. 
Τα πρώτα τραγούδια που ηχογράφησε τότε ο Καρυοφύλλης Δοϊτσίδης, ήταν εννέα. Μερικά απ' αυτά είναι: «Σ' αυτό τ' αλώνι το φαρδύ», «Μια κόρη μια διαβάτισσα», «Αλάργα ξένη μ' το χορό» κ.ά. Στα τραγούδια αυτά συμμετέχει και η Ειρήνη Καβακοπούλου, γυναίκα του Παντελή Καβακόπουλου, ο οποίος μάλιστα ήταν και ο ενορχηστρωτής της συγκεκριμένης ηχογράφησης. Οι μουσικοί που έπαιξαν ήταν: Μανώλης Παπαγεωργίου-κλαρίνο, Δημήτρης Μπάγιας (Λαβίδας)-βιολί, Αριστείδης Μόσχος-σαντούρι, Χρήστος Λαβίδας-κιθάρα, Γιάννης Αγαπητός-κόντρα μπάσο και Φώτης Τσιλιπάνος-κρουστά.

Το 1965 συμμετείχε με την ελληνική αποστολή στο βαλκανικό φεστιβάλ που πραγματοποιήθηκε στη Σόφια της Βουλγαρίας, μαζί με γνωστούς καλλιτέχνες της δημοτικής μας μουσικής όπως: Ξανθίππη Καραθανάση, Ειρήνη Καβακοπούλου, Γιάννης Δερμιτζογίαννης, Φώτης Πάνου, Μανώλης Παπαγεωργίου κ.ά. Η ελληνική αποστολή κερδίζει το πρώτο βραβείο και τελικά γυρίζει όλες τις μεγάλες πόλεις της Βουλγαρίας δίνοντας συναυλίες.


Το 1968 η μουσικοχορευτική αποστολή της Καρωτής συμμετείχε σε πολιτιστική εκδήλωση που έλαβε μέρος στο Παναθηναϊκό Στάδιο. Υπεύθυνη της πολιτιστικής εκδήλωσης ήταν η Δόρα Στράτου. Έτσι η Δόρα Στράτου, ενθουσιασμένη από τα τραγούδια και τους χορούς της Θράκης, που για πρώτη φορά παρουσιάζονταν στο Αθηναϊκό κοινό, προτείνει στον Καρυοφύλλη Δοϊτσίδη να συνεργαστεί μαζί της στο θέατρο της. Μετά από λίγο καιρό, το φθινόπωρο του 1968, κατεβαίνει με το μουσικοχορευτικό συγκρότημα και την οικογένεια του στην Αθήνα, όπου εγκαθιστάτε πλέον μόνιμα το 1969. Στο θέατρο της Δόρας Στράτου δίνει παραστάσεις από το 1968 μέχρι και το 1973, φέρνοντας παράλληλα στο θέατρο μουσικούς και χορευτές από τη Θράκη.


Μετά τη λήξη της συνεργασίας του με τη Δόρα Στράτου, αρχίζει να συνεργάζεται με το μουσικοσυνθέτη Χρήστο Λεοντή και τη Μαρίζα Kωχ σε μπουάτ στην Πλάκα, καθώς επίσης και να κάνει ενορχηστρώσεις σε θεατρικά έργα. Έκτος από τα θεατρικά, συμμετείχε ως μουσικός σε μια τηλεοπτική σειρά με πρωταγωνιστή τον Κώστα Βουτσά που γυρίζονταν στην Κωνσταντινούπολη και την Ελλάδα. 

Στη συνέχεια η οικογένεια Δοϊτσίδη συνεργάζεται με τη Δόμνα Σαμίου, με την οποία επισκέφτηκαν πολλές ευρωπαϊκές χώρες, το Γιάννη Μαρκόπουλο, το Σταύρο Ξαρχάκο, αλλά και τον Παναγιώτη Μυλωνά, το Χρυσόστομο Μητροπάνο, το Νίκο Μπαζιάνα, το Κώστα Στρατηγάκη, τη Φεβρωνία Ρεβύνθη, σε τηλεοπτικές και ραδιοφωνικές εκπομπές της Ε.Ρ.Τ. 


Επίσης, με το Θανάση Γκαϊφύλλια και τη Μαρίζα Κωχ επισκέφτηκαν όλες τις πρωτεύουσες των κρατών της Σοβιετικής Ένωσης δίνοντας συναυλίες.


Την ίδια περίοδο και συγκεκριμένα από το 1971 και μετά αρχίζουν να κυκλοφορούν οι μεγάλοι προσωπικοί της οικογένειας, δίσκοι των 33spv στροφών, ενώ πιο πριν, από το 1961 και μετά είχαν ηχογραφηθεί και αρκετοί δίσκοι 45spv στροφών.


Ο Καρυοφύλλης Δοϊτσίδης στην προσπάθεια του να διασώσει το μουσικό πολιτισμό της Θράκης, πραγματοποιούσε κατά καιρούς επιτόπιες καταγραφές-έρευνες. Επίσης για την διάδοση του μουσικού πολιτισμού, λειτούργησε και διατήρησε από το 1980 και για 14 ολόκληρα χρόνια, το πρώτο και μοναδικό στέκι μουσικής για τους θρακιώτες, το «Θρακιώτικο Στέκι» στην Καλλιθέα, τραγουδώντας την παράδοση της Θράκης.


Το 1985 η οικογένεια Δοϊτσίδη κερδίζει, για τον ενδέκατο σε σειρά μεγάλο δίσκο με τίτλο «Το κάστρο της Θρακιάς», το 1ο βραβείο Οπτιακουστικών Μέσων της Γαλλικής Ακαδημίας που διεξήχθη στο Παρίσι. Συνολικά, η οικογένεια Δοϊτσίδη, έχει κυκλοφορήσει πάνω από 18 προσωπικούς δίσκους, ενώ παράλληλα έχει στο ενεργητικό της πάρα πολλές συμμετοχές σε δίσκους άλλων μεγάλων καλλιτεχνών, μέσω των οποίων έχουν διασωθεί περισσότερα από διακόσια παραδοσιακά τραγούδια της Θράκης.


Κατά τη διάρκεια της καλλιτεχνικής του σταδιοδρομίας ο Καρυοφύλλης και οι κόρες Θεοπούλα και Λαμπριάννα Δοϊτσίδη πήραν πολλά βραβεία και υψηλές διακρίσεις για την προσφορά τους στην ελληνική μουσική παράδοση και συγκεκριμένα στην θρακιώτικη, αλλά σημαντικότερη επιτυχία θεωρήθηκε από τους ίδιους η βράβευση από το χωρίο τους, Καρωτή, το 1997 για την διάδοση και διάσωση της θρακικής μουσικής. Γεγονός πολύ σημαντικό για την οικογένεια, να αναγνωρίζεται η προσφορά της από τον τόπο καταγωγής τους. Ακόμα, και η βράβευση του Καρυοφύλλη Δοϊτσίδη από την Ένωση Μάρηδων (Θρακικό Σωματείο), το 2002 ως μουσικοσυνθέτη ήταν μια σημαντική αναγνώριση για το έργο που προσέφερε στη Θράκη.


Τα τραγούδια, σε παλαιότερες εποχές, δεν είχαν μουσική επένδυση. Κυρίως τα τραγουδούσαν γυναίκες στο χορό, αλλά και άνδρες κάπως πιο σπάνια, οι οποίοι έλεγαν συνήθως καθιστικά, και οι μουσικοί είτε έπαιζαν οργανικά κομμάτια, είτε επαναλάμβαναν το τραγούδι. Επομένως για να ηχογραφηθούν τα τραγούδια αυτά έπρεπε να δημιουργηθούν εισαγωγές και ανταπόκρισης, ώστε να είναι ακουστικά και χορευτικά ομορφότερα λόγω των αναγκών που δημιούργησε η διαδικασία της εγγραφής του δίσκου. Επομένως ένα πολύ μεγάλο ποσοστό μουσικών εισαγωγών και ανταποκρίσεων των τραγουδιών της Θράκης οφείλονται στον Καρυοφύλλη Δοϊτσίδη. 

Ο Καρυοφύλλης Δοϊτσίδης, τραγουδιστής, ενορχηστρωτής και μουσικοσυνθέτης προσέθεσε και ορισμένα δικά του κομμάτια στο μουσικό ρεπερτόριο της Θράκης, όπως: «Γιατί πουλί μ' δεν κελαηδείς», «Τώρα που ήρθε η άνοιξη», «Στέργιος ξεπισμάνιψι», «Στέργιος παντρεύητι», «Η Καρακατσιανή», «Ο δικέφαλος αετός της Θράκης» και αλλά πολλά τραγούδια τα οποία αγαπήθηκαν ιδιαίτερα από τους Θρακιώτες και όχι μόνο.


Εκτός από την αρκετά μεγάλη δισκογραφική δραστηριότητα που ανέπτυξε η οικογένεια, γύρισε σχεδόν όλη την Ελλάδα, αλλά και παρά πολλές χώρες του κόσμου όπως Η.Π.Α., Καναδά, Αυστραλία, Μέση Ανατολή, σχεδόν σε όλα τα Ευρωπαϊκά κράτη... δίνοντας συναυλίες. 


Τα τελευταία χρόνια συμμετέχει στο συγκρότημα της οικογένειας και ο εγγονός, ο Νίκος Αγγούσης στο κλαρίνο.


Ο Νίκος Αγγούσης γεννήθηκε το 1982 στην Αθήνα. Είναι μουσικός τρίτης γενιάς, της γνωστής μουσικής οικογένειας Δοϊτσίδη. Τα πρώτα του μουσικά ερεθίσματα προέρχονται από την οικογένεια του και συγκεκριμένα από τον παππού του Καρυοφύλλη Δοϊτσίδη, ο οποίος αποτέλεσε και το μουσικό του πρότυπο.
Η πρώτη συστηματική ενασχόλησή του με το κλαρίνο ξεκίνησε στην ηλικία των 12 ετών με πρώτο του δάσκαλο τον Γερμανό Johan Weiss, κατά τη διάρκεια της παραμονής του στη Γερμανία. Το 1995 επιστρέφει στην Ελλάδα και εγκαθίσταται μαζί με την οικογένειά του στη Θεσσαλονίκη. Έτσι για τα επόμενα τέσσερα χρόνια μαθητεύει στο Δημοτικό Ωδείο Σταυρούπολης, με δάσκαλο το Φώτη Τερζή. Ταυτόχρονα κάνει και τα πρώτα του δειλά βήματα στην παραδοσιακή μουσική συμμετέχοντας σε συναυλίες της οικογένειάς του. Το 2010 αποφοίτησε από το Τ.Ε.Ι. Ηπείρου και συγκεκριμένα στο Τμήμα Λαϊκής και Παραδοσιακής Μουσικής στην Άρτα. Έτσι, πέρα από τη θεωρητική μουσικολογική κατάρτιση που αποκόμισε κατά τη διάρκεια της φοίτησής του στο τμήμα, μαθήτευσε για ένα ακαδημαϊκό έτος στον Γιώργο Καραφέρη, για δύο ακαδημαϊκά έτη στον Αλέξανδρο Αρκαδόπουλο και για ένα ακαδημαϊκό εξάμηνο στον Κώστα Ζέρβα.
Όσον αφορά τις καλλιτεχνικές του συνευρέσεις, έχει κατά καιρούς συνεργαστεί με τραγουδιστές όπως: Θεοδώρα Αθανασίου, Γεράσιμος Ανδρεάτος, Γιώτα Βέη, Γλυκερία, Σάκης Γιώργου, Βαγγέλης Δημούδης, Asli Dogan, Παναγιώτης Δρακόπουλος, Αρετή Κετιμέ, Πέτρος Επαπαμανουήλ, Dilek Kots, Μάνος Κουτσαγγελίδης, Δρόσος Κουτσοκώστας, Ira Kritarasova, Παναγιώτης Λάλεζας, Ανατολή Μαργιόλα, Γιώργος Ματθαίου, Μάρθα Μαυροειδή, Brenna McCrimmon, Δημήτρης Μυστακίδης, Βαγγέλης Νανάκος, Κατερίνα Παπαδοπούλου, Salih Nazim Peker, Νίκος και Γιασεμή Σαραγούδα κ.ά.
Κατά περιόδους έχει συνεργαστεί με διάφορα μουσικά σχήματα όπως Κυματομορφές, Πλάγιοι Ήχοι, Εστουδιαντίνα Νέας Ιωνίας Μαγνησίας, Λαλητάδες της Ροδόπης, Οδρυσσες, Μεθόριος, κ.ά.
Από το 2005 είναι μόνιμο μέλος του μουσικού σχήματος Λωξάντρα.
Έχει λάβει μέρος σε διάφορες συναυλίες και φεστιβάλ λαϊκής – παραδοσιακής μουσικής στο εσωτερικό (σε διάφορες ελληνικές πόλεις), αλλά και στο εξωτερικό (Αυστρία, Βέλγιο, Γερμανία, Ελβετία, Πολωνία, Ολλανδία, Ουγγαρία, Ιταλία, Τουρκία, κ.ά.). Τα τελευταία χρόνια διδάσκει παραδοσιακό κλαρίνο - ξύλινα πνευστά, σε μουσικά γυμνάσια - λύκεια, καθώς και σε μουσικές σχολές και ωδεία. Τέλος, έχει στο ενεργητικό του πολλές συμμετοχές στη δισκογραφία.


Δισκογραφία

































Οι φωτογραφίες είναι από το προσωπικό αρχείο της οικογένειας Δοϊτσίδη.