Τρίτη, 5 Απριλίου 2011

Συνέντευξη Βασίλη Νικολαΐδη στο Θεοδόση Βαφειάδη


Ο Βασίλης Νικολαΐδης γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα, όπου και ζει μέχρι σήμερα. Η πορεία του στο ελληνικό τραγούδι ξεκίνησε με τους Αγώνες Τραγουδιού της Κέρκυρας που οργάνωσε ο Μάνος Χατζιδάκις το 1981. Εκεί ερμήνευσε και έπαιξε δύο δικά του τραγούδια: Οδός Σανταρόζα & Δωμάτιο Χρωματιστό. Ξεχώρισε από την πρώτη στιγμή για τον αυτοβιογραφικό-βιωματικό χαρακτήρα και την απλότητα των τραγουδιών του.


Στη συνέχεια θα κάνει τέσσερις προσωπικούς δίσκους: Οδός Σανταρόζα (1982 Minos), Ελλάς (1984 Minos), Η νύχτα ήταν πάλι κάπου αλλού (1989 Σείριος) και Ατασθαλίες (1993 Lyra). Μέχρι σήμερα συμμετείχε, ως στιχουργός κυρίως, αλλά και ως ερμηνευτής, σε επτά δίσκους του συγκροτήματος Χάνομαι γιατί Ρεμβάζω. Έχει γράψει επίσης τους στίχους στο «Νησί των λωτοφάγων» (1990) σε μουσική Στάμου Σέμση και ερμηνεία Έλλης Πασπαλά, ενώ έχει συνεργαστεί και με το Χρίστο Τσιαμούλη στους δίσκους «Μονάχα για να ταξιδεύω» (1997) με το τραγούδι «Σαν τα κορίτσια που γελάν» (ερμηνεία: Αλκίνοος Ιωαννίδης) και «Δωδεκάορτο» (2006) με το τραγούδι «Ιερουσαλήμ» (ερμηνεία: Μανώλης Μητσιάς, Γιάννης Χαρούλης, Ασπασία Στρατηγού, Χοσέ Γκονσάλες).

Το 1997 κυκλοφόρησε από τις «Εκδόσεις Ποντίκι» ένα βιβλίο – οδοιπορικό με τις εμπειρίες του από τη Ρουάντα, όπου βρέθηκε ως παρατηρητής της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, αμέσως μετά τη Γενοκτονία. Τίτλος αυτής της προσωπικής μαρτυρίας: «Μπαζουνγκού – Ένα οδοιπορικό στη Ρουάντα – Μάρτιος Ιούνιος 1995».


Ανήκω στους θαυμαστές των τραγουδιών του. Μου άρεσε πάντα αυτό το ιδιαίτερο και ξεχωριστό χιούμορ που υπάρχει σε αρκετά τραγούδια του, όπως «Το αστείο» που τραγούδησε και διασκεύασε πριν λίγα χρόνια ο Πάνος Μουζουράκης με τίτλο «Το σαλάμι».

Ευαίσθητος, τρυφερός και μελαγχολικός σε τραγούδια όπως «Το λίκνισμά σου», «Δεν έχει», «Μια πόρτα», «Πρωινό Νανούρισμα», «Δωμάτιο Χρωματιστό», «Η Κίρκη στη νταλίκα», «Η νύχτα ήταν πάντα κάπου αλλού», «Πάθη και χρώματα»… 

Kαυστικός, αιρετικός, με πολλές πικρές αλήθειες στο στίχο του και έντονο το στοιχείο του αυτοσαρκασμού σε τραγούδια όπως «Οδός Σανταρόζα», «Η ντόπια διανόηση», «Βαφτιστικό», «Οι άδειες καρέκλες», «25η Μαρτίου», «Επιστολή σε κασέτα», «Συνθέται και Τραγουδισταί», «Νούμερα στην Αθήνα», «Μετά θάνατον», «Δεν είμαι εγώ»… 

Ένας πανέξυπνος άνθρωπος που δεν θέλει να μιλάει και πολύ για τον εαυτό του.  Κατάφερα να τον πείσω να κάνουμε μια κουβεντούλα μέσω τηλεφώνου και e-mail.

Ελπίζω σύντομα ν ακούσουμε κάτι καινούργιο και ολοκληρωμένο από το Βασίλη Νικολαΐδη. Έχουμε ανάγκη από τον ποιητικό του λόγο στη σημερινή εποχή περισσότερο από κάθε άλλη φορά νομίζω…

    Αργοστόλι, Αύγουστος, Αμεριμνησία


«Μες το σινάφι μπαίνω και έτσι μπροστά σε μια επιτροπή που πρυτάνευε του Μάνου η μορφή έγινα καλλιτέχνης…». Τελικά, ο καλλιτέχνης γεννιέται ή γίνεται;

Β. Ν.:
Αυτό το τραγούδι, το είχα σχεδόν ξεχάσει πως το’ χα γράψει. Όπως θα υποπτεύεσαι, δεν είμαι οπαδός του βιολογικού ντετερμινισμού. Καλλιτέχνης γίνεσαι. Όπως ο Έλληνας, ένα πράμα.

Τί θυμάσαι από τους Αγώνες Τραγουδιού της Κέρκυρας;

Β.
Ν.: Πολλά. Κυρίως όμως πως υπηρετούσα ναύτης σ’ ένα πλοίο του Πολεμικού Ναυτικού. Ήταν λίγο πριν τις εκλογές του 1981 -που κατέκτησε το ΠΑΣΟΚ την εξουσία- και ήμασταν επιφυλακή. Πήρε λοιπόν ο Χατζιδάκις τον Αβέρωφ που ήταν ακόμα υπουργός αμύνης και προσωπικός του φίλος, κι αυτός έβαλε τον υπασπιστή του να πάρει τηλέφωνο στο καράβι να μου δώσουν άδεια να πάω να τραγουδήσω στο φεστιβάλ στην Κέρκυρα, και τότε έτρεχαν όλοι να με βρούνε, πράγμα όχι και τόσο εύκολο, γιατί το πλοίο ήταν το μεγαλύτερο του στόλου, ένα πλωτό χωριό. Να γίνεσαι διάσημος από τη μια στιγμή στην άλλη -κι’ ας είναι και σε καράβι- μόνο εγώ το έκανα, και η Βλαχοπούλου σε ταινία. Η οποία ήταν τυχαίως μέσα στο ίδιο αεροπλάνο, γυρνώντας από την Κέρκυρα. Μιλούσε όπως ακριβώς στο σινεμά.

Σου λείπει σήμερα ο λόγος και η παρουσία του Μάνου Χατζιδάκι;

Β.
Ν.: Απελθέτω το ποτήριον (της απαντήσεως). Ένα σωρό αυτοπροβάλλονται σε κάθε είδους αφιερώματα με αφορμή αυτόν ή τον άλλο σπουδαίο νεκρό ή ζωντανό, και λένε κοινοτοπίες. Ας μην μπω κι’ εγώ στον πειρασμό. 

Ο Μίκης Θεοδωράκης;

Β. Ν.:
Το ίδιο ποτήριον. Έχω μόνο να προσθέσω πως το έργο του αδικήθηκε ακριβώς την ώρα της πιο μαζικής του δικαίωσης: στη μεταπολίτευση. Είχε γεμίσει ο τόπος με σμήνη χελιδόνια κι’ η Άνοιξη ακριβή. Και όλα τ’ άλλα εξανεμίζονταν, πόσοι λες -από κείνους στις συναυλίες με τις σηκωμένες μπουνιές της γενιάς μου- να  τραγούδησαν τα γιασεμιά και φουστάνια στο περιβόλι; Να γιατί είμαστε στα χάλια που είμαστε, τώρα που κυβερνάει η γενιά μου.




 Όταν ήμουν εννιά ή δέκα χρονών

Παιδί και έφηβος τί μουσική άκουγες; Ποιοι ήταν οι δικοί σου μουσικοί ήρωες;

Β. Ν.: ‘Όταν ήμουν εννιά ή δέκα χρονών, ο πατέρας μου έφερε στο σπίτι ένα μαγνητόφωνο GRUNDIG, γερμανικό. Είχε κι’ έναν φίλο μανιώδη μουσόφιλο, που του έγραφε χιλιάδες μέτρα μπομπίνες με ό,τι θες, άκουγα λοιπόν ό,τι μπορείς να φανταστείς χωρίς να ξέρω τι είναι, διότι ο φίλος του πατέρα μου ο μουσόφιλος που έγραφε στα κουτιά τι είχε γραμμένο στις μπομπίνες ήταν και τρομερά κακογράφος. Έτσι, δεν απέκτησα μουσικούς ήρωες εκείνη την εποχή. Αργότερα, φυσικά, απέκτησα.

Πέντε δίσκους που αγαπάς ιδιαίτερα;

Β. Ν.: Ο
ι δίσκοι είναι σαν τον γάμο, τους ερωτεύεσαι, τους αγαπάς, μετά τους βαριέσαι, μπορεί να μην τους ακούς και πολύ πια, αλλά είναι κομμάτι από την ζωή σου, δεν μπορείς να την φανταστείς χωρίς αυτούς. Να το ξεκαθαρίσουμε αυτό, λοιπόν, για να καταλάβουμε τη δυσκολία της ερώτησης. Γιατί υπάρχουν δίσκοι με τους οποίους  διανύουμε διαφορετική φάση της σχέσης μας. Ακούω τελευταίως στο διαδίκτυο με πάθος λαϊκά μεξικάνικα τραγούδια της επαναστατικής περιόδου, ειδικά ένα με τον Πάντσο Βίγια, που στέλνουν οι αμερικάνοι αεροπλάνα μέσα στο Μεξικό να τον σκοτώσουν, και τους ξεφεύγει συνέχεια, κάτι σαν τον Μπιν Λάντεν αλλά πιο συμπαθής. Μέχρι που τους στήνει μια ενέδρα, ντύνεται αμερικάνος, στήνει και κάτι αμερικάνικες σημαίες, προσγειώνονται οι αμερικάνοι, και ο Πάντσο Βίγια τους πιάνει αιχμάλωτους. Μου θυμίζει Μποστ αυτή η ιστορία, την ακούω συνέχεια. Και τους δίσκους που έλιωσα στην εφηβεία μου, που με καθόρισαν, ε! τους ακούω μόνο στο ραδιόφωνο. Είναι άνιση η σύγκριση, δεν μπορώ να απαντήσω.

Πώς θα χαρακτήριζες τα τραγούδια που έχεις γράψει; Είναι δύσκολο ή εύκολο να τα εξηγήσεις;

Β. Ν.:
Δεν θυμάμαι να μου έχουν ζητήσει να εξηγήσω ποτέ τίποτα. Πάντως το πιο ενδιαφέρον θα ήταν να μου εξηγούν οι άλλοι τα τραγούδια μου (γέλια).

Στο τραγούδι «Ελλάς» του 1984 γράφεις για την Ελλάδα. Σήμερα τί θα έγραφες για τη χώρα μας; Έχει αλλάξει κάτι από τότε; Ή όλα έχουν μείνει ίδια;

Β. Ν.:
Φοβάμαι πως εκείνα που έγραψα τότε, έπρεπε να τα γράψω τώρα που είναι πιο ορατά τα συμπτώματα.

Τί σ’ ενοχλεί στη σημερινή Ελλάδα και τους Έλληνες;

Β. Ν.:
Η εδραιωμένη μας πεποίθηση πως φταίνε πάντα οι άλλοι. Την οποία και ενστερνίζομαι (γέλια).

Η λογοκρισία έχει επέμβει με επιτυχία και στους δικούς σου δίσκους αν και δεν κυκλοφόρησαν την περίοδο της χούντας…

Β.
Ν.: Ήταν ύπουλο πράμα η λογοκρισία της μεταπολίτευσης. Δεν λέω για την φανερή, που υπήρχε και λειτουργούσε ως θεσμός. Λέω για την άλλη, που δεν χτυπούσε επισήμως, με σφραγίδες και υπογραφές και αποφασίζομεν και διατάσσομεν. Τουλάχιστον να βγεις μετά, βρε αδερφέ, να φωνάξεις για τις αδικίες και τις διώξεις και τους κατατρεγμούς σου, να θαυμάσει ο λαός τον ήρωά του!
Γινόταν αλλιώς το κόψιμο, μουλωχτά, εγώ τα μάθαινα από ακριτομυθίες, πως κάποιος πέρασε και είπε δυο λόγια στον παραγωγό, πως χάραζαν τους δίσκους της δισκοθήκης με καρφί -στην μονοπωλιακή τότε ΕΡΤ-, τέτοια πράγματα. Αργότερα, στα χρόνια της ελεύθερης ραδιοφωνίας, δεν υπήρχε λογοκρισία. Είχε έρθει όμως η αβάσταχτη ελαφρότης του λάιφστάιλ, κι’ ήταν ακόμα χειρότερα.
Τελικώς, στον πρόσκαιρο εκδημοκρατισμό του Περισσού, στα μέσα της δεκαετίας του΄80, πρωτακούστηκε στον «902» η «Ιστορία της Μαρίας» και μερικά ακόμη τραγούδια μου. Αλλά μετά ακολούθησαν οι εκκαθαρίσεις στο κόμμα και την νεολαία, που πήρανε μπάλα και τους συμπαθούντες τα τραγούδια μου. Και μετά δεν ακουγόμουν πουθενά!

Η περίφημη «Ιστορία της Μαρίας» (και το πρώτο και το δεύτερο μέρος) διατρέχει σχεδόν ολόκληρη τη σύγχρονη ελληνική ιστορία: Κατοχή, Εθνική Αντίσταση, Εμφύλιος, η Αθήνα του ΄60…  Μήπως είναι η ιστορία της Ελλάδας, κατά κάποιο τρόπο, αυτό το τραγούδι;

Β.
Ν.: Δεν ξέρω. Πάντως αν είναι, είναι σίγουρα η πιο σύντομη. Κρατάει πέντε λεπτά η πρώτη, επτά η δεύτερη.




Έχεις συνεργαστεί πολλές φορές, ως στιχουργός κυρίως, αλλά και ως ερμηνευτής με τους «Χάνομαι γιατί Ρεμβάζω». Πώς αποτιμάς τη συνεργασία σας όλα αυτά τα χρόνια;

Β. Ν.:
Αυτοί οι άνθρωποι ποτέ δεν βιάστηκαν για κάτι. Ακόμα κι’ όταν βιάζονταν, δεν μπορούσαν να κάνουν γρήγορα. Αυτό δημιούργησε μια χαλαρή περιρρέουσα, δεν βάζαμε στόχους, μερικές φορές έγραφα πράγματα που αμέσως καταλάβαινα πως ήταν γραμμένα γι’ αυτούς. Πήγαινα τότε και τους έβρισκα στο Λαγονήσι. Εκεί μένουν, εκτός Κλεινού Άστεως, ο Καβαλλιεράτος και η Μπάρμπαρα Σάουτερ, και ο Λίο και η Πέντυ, που μεγάλωσαν εν τω μεταξύ και γράφουν δικά τους τραγούδια, εκτός Χάνομαι γιατί Ρεμβάζω. Να πατήσω λίγο την αττική γη, να πιώ μαζί τους μια ρετσίνα, να φάω κανένα παϊδάκι αρνίσιο. Κοπάδια ολόκληρα έχουν θυσιαστεί στον βωμό της συνεργασίας με τους Χάνομαι γιατί Ρεμβάζω!

Η ιστορία με τη Ρουάντα, πώς ξεκίνησε;

Β.
Ν.: Από μια τυχαία γνωριμία. Βοήθησε και το γεγονός πως οι υποψηφιότητες για την δουλειά ήταν περιορισμένες, κανείς δεν ήθελε να πάει, δεν ξέρανε τι θα τους συμβεί εκεί. Κι’ έτσι πήγα εγώ.

Στον τρίτο σου δίσκο «Η νύχτα ήταν πάλι κάπου αλλού» το εξώφυλλο είναι δική σου ζωγραφιά. Συνεχίζεις να ζωγραφίζεις;

Β. Ν.: Ναι

  
   Γυναίκα και Πουλί 2011

ΓΙΑ ΤΟΝ  ΒΑΣΙΛΗ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗ


Γνωριστήκαμε αρχές δεκαετίας του ΄80, στους Αγώνες Τραγουδιού του Μάνου Χατζιδάκι στην Κέρκυρα. Τι χαρούμενο συναπάντημα!! Αμέσως μετά πιάσαμε το τραγούδι, σε μουσικές σκηνές ανά την Ελλάδα, συναυλίες, δισκογραφικές εκδόσεις...'' ..με ...το παίξε γέλασε, και το βαθύ κανάκι...'' θύοντας πάντα... στην Αφροδίτη....

Το τραγούδι του Β. Ν.  υπήρξε εξ αρχής το ευνοούμενο θέμα μου, η εύκρατη αρμονία στις μουσικές  μου αναζητήσεις: Μεταξύ άλλων μ έκανε να βρω τα ερείσματα των επτανησιακών και άλλων ιδιωμάτων, μ΄έφερε κοντά στον Ανδρέα Εμπειρίκο [ Je reviens toujours ]
 
..κάθε που αφήνομαι στη δύναμη και την αγάπη των Λόγων του με βγάζει μέσα από τα ρυπαρά και εξυβρισμένα και με μεταφέρει στην μέση ενός Δάσους, του Δάσους των απέθαντων αισθημάτων και αναμνήσεων...
 
Όταν μου έφερε τους στίχους του '' Χειμώνα του ΄39 ''  :
'' ...Τι ελεύθερος που φαίνεται ο κόσμος, τι ωραίος ο πόλεμος,
σαν το κρασάκι ο θάνατος και η δημοκρατία...''
άπλωσα θυμάμαι τα ξυλοχρώματα στον πάγκο, γεμίζοντας τις σελίδες του τετραδίου μου με προσχέδια για τη ραφίδευση επεύχιου, με χρωματικές αρμονίες των Αίνων της Κεφαλλονιάς, για τον Αίνο του Β. Ν. !
 
Και όταν αργότερα κατά την γενική πρόβα της παρουσίασης αυτού του Επύλιου σε μουσικό πρόγραμμα του Σείριου του Μάνου Χατζιδάκι για να διασκεδάσω την αγωνία μου μπροστά στο Μάνο και τον Ν. Γκάτσο
'' τώρα τι μπορεί να παίξει κανείς '' τους ρωτάω '' μετά από τα δικά σας τραγούδια..''
παίρνω την απάντηση από τον Γκάτσο ... Ναι αλλά εγώ δεν έχω γράψει ακόμα
''...Σαν το κρασάκι ο Θάνατος και η Δημοκρατία...''


Τραγούδια του Β. Ν.  πλουμίζουν τις συλλογές του μουσικού συνόλου Χάνομαι Γιατί Ρεμβάζω


ΣΥ ΦΕΡΝΕΙΣ ΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ, 1985, ΑΦΟΙ ΦΑΛΗΡΕΑ
ΤΑ ΠΑΡΟΙΝΙΑ, 1987, ΣΕΙΡΙΟΣ
ΤΑ ΕΓΚΑΙΝΙΑ, 1989, ΣΕΙΡΙΟΣ
ΙΧΝΟΓΡΑΦΙΑ, 1991, ΣΕΙΡΙΟΣ
ΠΕΡΑ ΣΤΟΥ ΚΕΓΧΡΙΟΥ ΤΟΝ ΚΑΜΠΟ, 1995, ΜΒΙ
ΕΝΑ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ, 1999, ΜΒΙ
ΓΙΑ ΜΙΑΣ ΜΕΡΑΣ ΤΟ ΣΤΟΙΧΗΜΑ, 2009, ΥΑFKA RECORDS


ενώ βρίσκεται σε στάδιο  προετοιμασίας  η συλλογή ''Θάλασσα που θα μπορούσε να πνιγεί κανείς'' με παλιά και καινούργια τραγούδια του Β. Ν.
ευχαριστώντας


Χάρης Καβαλλιεράτος


Ευχαριστώ θερμά τον κ. Χάρη Καβαλλιεράτο για το κείμενό του και για τη φωτογραφία του με το Βασίλη Νικολαΐδη (remvazo.com/indexnews.php).
Και τέλος, ευχαριστώ το θαυμάσιο blog «Το Άρωμα του τραγουδιού» του Μάκη Γκαρτζόπουλου για όσα δεν γνώριζα ή δεν είχα καταλάβει…


Οι φωτογραφίες είναι από το προσωπικό αρχείο του Βασίλη Νικολαΐδη.
Επισκεφτείτε το blog του τραγουδοποιού «Ρουάντα Νησί» (rwandanissi.blogspot.com) & http://haravas.blogspot.gr/

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

Υπέροχος τραγουδοποιός, πράγματι! Τα χαιρετίσματά μας από τη Θεσσαλονίκη.