Τετάρτη, 23 Νοεμβρίου 2011

Αφιέρωμα στον Καρυοφύλλη Δοϊτσίδη




Ο Καρυοφύλλης Δοϊτσίδης είναι μια από τις μεγαλύτερες μουσικές μορφές της παραδοσιακής μας μουσικής και ένας από τους σημαντικότερους και αυθεντικότερους εκπροσώπους της Θρακικής μουσικής παράδοσης. 

 
Ο Δοϊτσίδης (μαζί με το Αηδόνη της Θράκης, το Χρόνη Αηδονίδη) έβγαλε το Θρακιώτικο τραγούδι έξω από τα σύνορα της Θράκης και το διέδωσε στην υπόλοιπη Ελλάδα, αλλά και σε όλο τον κόσμο.  


Ο αγαπημένος αυτός καλλιτέχνης γεννήθηκε πριν 82 χρόνια στην Καρωτή Διδυμοτείχου, ένα χωριό στο οποίο και μένει σχεδόν κάθε καλοκαίρι. Τους χειμώνες επιστρέφει στην Αθήνα.


Ο Καρυοφύλλης μαζί με τις κόρες του, Θεοπούλα και Λαμπριάννα Δοϊτσίδη, είναι από τους πιο γνωστούς Θρακιώτες τραγουδιστές με πανελλήνια και όχι μόνο απήχηση.  


Ο πατέρας, ο Καρυοφύλλης Δοϊτσίδης, γεννήθηκε το 1930 στην Καρωτή Διδυμοτείχου από αγροτική οικογένεια, έχοντας και μουσικούς προγόνους, όπως των Σταύρο Δοϊτσίδη (έπαιζε καβάλ), ο οποίος μάλιστα ήταν αρκετά γνωστός και είχε διδάξει την τέχνη του σε περισσότερους από εκατό νέους Βουλγάρους στις αρχές του 20 αιώνα, στην Στενήμαχο, στον Πύργο (Μπουργκάς) και το Ορτάκιοϊ της σημερινής Βουλγαρίας. 

Από μικρή ηλικία τον γοήτευαν ιδιαίτερα τα παραδοσιακά τραγούδια που άκουγε στην πλατεία του χωριού του, στο χοροστάσι που στηνόταν κάθε Κυριακή και σε διάφορες γιορτές. Άρχιζαν το χορό οι γυναίκες, τραγουδώντας δύο στην αρχή του χορού και δύο στο τέλος συνήθως, και κατόπιν οι άνδρες, με τη συνοδεία οργάνων, κυρίως με τη συνοδεία της γκάιντας, της φλογέρας και της λύρας που επικρατούσαν εκείνη την περίοδο σε σχέση με τα “νεότερα” παραδοσιακά όργανα όπως: κλαρίνο, βιολί, ούτι και κρουστά. 
Επίσης τα παραδοσιακά αυτά τραγούδια τα άκουγε και στο σπίτι από τη μητέρα του Θεοπούλα και τη γιαγιά του Χρυσάνθη.



Το 1950, τελικώς πείθει τον πατέρα του που αρχικά ήταν αρνητικός, εξαιτίας των αντιλήψεων της εποχής για το επάγγελμα του μουσικού, να του πάρει ένα ούτι. Την εποχή εκείνη οι άνθρωποι της υπαίθρου αλλά και όχι μόνο θεωρούσαν υποτιμητικό το να γίνεις μουσικός και να γυρνάς στις πόλεις και στα χωρία. Αγοράζει το πρώτο του ούτι από τα Λάβαρα με 250 δραχμές, ένα χωριό λίγο έξω από το Σουφλί, εκπληρώνοντας έτσι την παιδική του επιθυμία για το μουσικό αυτό όργανο. 

Τον ίδιο χρόνο πηγαίνει για μία εβδομάδα στην Ορεστιάδα και παίρνει τα πρώτα του μαθήματα από τον Αρμένη δεξιοτέχνη στο ούτι Σαρκίζ, ο οποίος ήταν και ψάλτης της Αρμενικής εκκλησίας του Διδυμοτείχου. Κάποια άλλα μαθήματα όμως παίρνει και από τον λαϊκό οργανοπαίχτη της περιοχής στο ούτι, Γιάννη Νταντή από τον Πύργο Ορεστιάδας. Mετά από αυτά τα πρώτα μαθήματα επιστέφει στο χωριό του. 

Από εκεί πλέον προσπαθεί να μάθει μόνος του, να παίζει τους παραδοσιακούς σκοπούς και τα τραγούδια του χωριού του και της ευρύτερης περιοχής, σχεδιάζοντας μουσικές εισαγωγές και ταξίμια, ενώ συγχρόνως εργαζόταν στα χωράφια του πατέρα του. Οι πρώτες δειλές καλλιτεχνικές εμφανίσεις του έγιναν στα καφενεία του χωριού του, λίγο αργότερα βγήκε παρά έξω, στα διπλανά χωριά.


Εδώ αξίζει να αναφέρουμε πως κατά την περίοδο εκείνη και συγκεκριμένα το 1950, παντρεύτηκε τη Μόρφω Γρηγορίδου και λίγο αργότερα απέκτησαν μαζί τις δύο κόρες τους, τη Θεοπούλα και τη Λαμπριάννα, το 1952 και 1955 αντίστοιχα, οι οποίες έμελλε να τον ακολουθήσουν στο τραγούδι και να βρεθούν πλάι στον πατέρα τους, από τα τέλη της δεκαετίας του '60 μέχρι και σήμερα, αποτελώντας τις ποιο αντιπροσωπευτικές γυναικείες φωνές της Θρακιώτικης μουσικής. Έτσι δημιουργήθηκε ένα αναπόσπαστο μουσικό και φωνητικό τρίο της ελληνικής μουσικής παράδοσης και κυρίως της θρακικής.


Το 1954 αγοράζει ένα τζιουμπούς με περίπου 500 δραχμές για τους γάμους, τους αρραβώνες, τα πανηγύρια αλλά και κάθε λογής εκδήλωση, επειδή την εποχή εκείνη έπαιζαν οι μουσικοί φυσικά, χωρίς ηχητική υποστήριξη και το τζιουμπούς είχε δυνατότερο ακουστικό ήχο από το ούτι στους εξωτερικούς χώρους. 

Έτσι, πρώτος ο Καρυοφύλλης Δοϊτσίδης εισάγει ένα νέο όργανο στην τυπική ορχήστρα της Θράκης, που γίνεται γρήγορα αποδεκτό από τους τοπικούς μουσικούς, εξαιτίας της χρησιμότητας του, οι οποίοι μάλιστα παραδέχονται ότι το όργανο αυτό το πρόσθεσε πρώτος αυτός, αν και δεν αποκλείεται να παιζόταν από κάποιο άλλο μουσικό σε κάποια περιοχή της Θράκης για προσωπική ευχαρίστηση, σίγουρα όμως δεν το συναντούσε κανείς σε ορχήστρες. Το τζιουμπούς όμως, μετά την βελτίωση με ηχητική υποστήριξη της ακουστικότητας των μουσικών οργάνων, παραμελήθηκε και “αποκαταστάθηκε” το ούτι, με αποτέλεσμα σήμερα να παίζεται από ελάχιστους μουσικούς και να μην χρησιμοποιείται σε ορχήστρες, σχεδόν καθόλου.


To 1960 ο Καρυοφύλλης Δοϊτσίδης συλλαμβάνει την ιδέα δημιουργίας τοπικού χορευτικού συγκροτήματος, όπου θα χορεύανε τους χορούς της Θράκης. Αργότερα το μουσικοχορευτικό συγκρότημα αρχίζει να εμφανίζεται σε πολιτιστικές εκδηλώσεις στη Θράκη, αλλά και σ' ολόκληρη την Ελλάδα. 


Εδώ αξίζει να επισημάνουμε πως ήταν το πρώτο θρακιώτικο χορευτικό συγκρότημα που εμφανίζονταν για να δώσει παραστάσεις χορεύοντας θρακιώτικους χορούς, γιατί μέχρι τότε στα σχολεία, γυμνάσια αλλά και σε διάφορους άλλους οργανωμένους φορείς της Θράκης που μπορεί να οργάνωναν χορευτικές παραστάσεις, χορεύονταν πανελλαδικοί χοροί. Το συγκρότημα Δοϊτσίδη της Καρωτής θεωρούνταν από τους Θρακιώτες το καλύτερο χορευτικό συγκρότημα της Θράκης. 


Από 1958, παράλληλα αρχίζει να συμμετέχει σε εκπομπές του ραδιοφωνικού σταθμού Ε.Ι.Ρ. Κομοτηνής, όπου κατέβαζε μουσικούς από το Βόρειο Έβρο, οι οποίες θα συνεχιστούν μέχρι το 1968, χρονιά όπου κατεβαίνει οριστικά στην Αθήνα. Στον ραδιοφωνικό σταθμό της Κομοτηνής, γνωρίζεται με τον Λαογράφο Παντελή Καβακόπουλο, οποίος πραγματοποιούσε επιτόπιες έρευνες στην Θράκη. Στη συνέχεια ανεβαίνει στην Καρωτή για να καταγράψει τη μουσικοχορευτική παράδοση της περιοχής. Σ' αυτή του την προσπάθεια τον βοήθησε η οικογένεια Δοϊτσίδη, δίνοντάς του πολύτιμο υλικό της περιοχής. 


Το 1961 με τη μεσολάβηση του Καβακόπουλου γίνεται η πρόταση στον Καρυοφύλλη Δοϊτσίδη από την εταιρία Music Box να ηχογραφήσει τραγούδια της Θράκης. 
Τα πρώτα τραγούδια που ηχογράφησε τότε ο Καρυοφύλλης Δοϊτσίδης, ήταν εννέα. Μερικά απ' αυτά είναι: «Σ' αυτό τ' αλώνι το φαρδύ», «Μια κόρη μια διαβάτισσα», «Αλάργα ξένη μ' το χορό» κ.ά. Στα τραγούδια αυτά συμμετέχει και η Ειρήνη Καβακοπούλου, γυναίκα του Παντελή Καβακόπουλου, ο οποίος μάλιστα ήταν και ο ενορχηστρωτής της συγκεκριμένης ηχογράφησης. Οι μουσικοί που έπαιξαν ήταν: Μανώλης Παπαγεωργίου-κλαρίνο, Δημήτρης Μπάγιας (Λαβίδας)-βιολί, Αριστείδης Μόσχος-σαντούρι, Χρήστος Λαβίδας-κιθάρα, Γιάννης Αγαπητός-κόντρα μπάσο και Φώτης Τσιλιπάνος-κρουστά.

Το 1965 συμμετείχε με την ελληνική αποστολή στο βαλκανικό φεστιβάλ που πραγματοποιήθηκε στη Σόφια της Βουλγαρίας, μαζί με γνωστούς καλλιτέχνες της δημοτικής μας μουσικής όπως: Ξανθίππη Καραθανάση, Ειρήνη Καβακοπούλου, Γιάννης Δερμιτζογίαννης, Φώτης Πάνου, Μανώλης Παπαγεωργίου κ.ά. Η ελληνική αποστολή κερδίζει το πρώτο βραβείο και τελικά γυρίζει όλες τις μεγάλες πόλεις της Βουλγαρίας δίνοντας συναυλίες.


Το 1968 η μουσικοχορευτική αποστολή της Καρωτής συμμετείχε σε πολιτιστική εκδήλωση που έλαβε μέρος στο Παναθηναϊκό Στάδιο. Υπεύθυνη της πολιτιστικής εκδήλωσης ήταν η Δόρα Στράτου. Έτσι η Δόρα Στράτου, ενθουσιασμένη από τα τραγούδια και τους χορούς της Θράκης, που για πρώτη φορά παρουσιάζονταν στο Αθηναϊκό κοινό, προτείνει στον Καρυοφύλλη Δοϊτσίδη να συνεργαστεί μαζί της στο θέατρο της. Μετά από λίγο καιρό, το φθινόπωρο του 1968, κατεβαίνει με το μουσικοχορευτικό συγκρότημα και την οικογένεια του στην Αθήνα, όπου εγκαθιστάτε πλέον μόνιμα το 1969. Στο θέατρο της Δόρας Στράτου δίνει παραστάσεις από το 1968 μέχρι και το 1973, φέρνοντας παράλληλα στο θέατρο μουσικούς και χορευτές από τη Θράκη.


Μετά τη λήξη της συνεργασίας του με τη Δόρα Στράτου, αρχίζει να συνεργάζεται με το μουσικοσυνθέτη Χρήστο Λεοντή και τη Μαρίζα Kωχ σε μπουάτ στην Πλάκα, καθώς επίσης και να κάνει ενορχηστρώσεις σε θεατρικά έργα. Έκτος από τα θεατρικά, συμμετείχε ως μουσικός σε μια τηλεοπτική σειρά με πρωταγωνιστή τον Κώστα Βουτσά που γυρίζονταν στην Κωνσταντινούπολη και την Ελλάδα. 

Στη συνέχεια η οικογένεια Δοϊτσίδη συνεργάζεται με τη Δόμνα Σαμίου, με την οποία επισκέφτηκαν πολλές ευρωπαϊκές χώρες, το Γιάννη Μαρκόπουλο, το Σταύρο Ξαρχάκο, αλλά και τον Παναγιώτη Μυλωνά, το Χρυσόστομο Μητροπάνο, το Νίκο Μπαζιάνα, το Κώστα Στρατηγάκη, τη Φεβρωνία Ρεβύνθη, σε τηλεοπτικές και ραδιοφωνικές εκπομπές της Ε.Ρ.Τ. 


Επίσης, με το Θανάση Γκαϊφύλλια και τη Μαρίζα Κωχ επισκέφτηκαν όλες τις πρωτεύουσες των κρατών της Σοβιετικής Ένωσης δίνοντας συναυλίες.


Την ίδια περίοδο και συγκεκριμένα από το 1971 και μετά αρχίζουν να κυκλοφορούν οι μεγάλοι προσωπικοί της οικογένειας, δίσκοι των 33spv στροφών, ενώ πιο πριν, από το 1961 και μετά είχαν ηχογραφηθεί και αρκετοί δίσκοι 45spv στροφών.


Ο Καρυοφύλλης Δοϊτσίδης στην προσπάθεια του να διασώσει το μουσικό πολιτισμό της Θράκης, πραγματοποιούσε κατά καιρούς επιτόπιες καταγραφές-έρευνες. Επίσης για την διάδοση του μουσικού πολιτισμού, λειτούργησε και διατήρησε από το 1980 και για 14 ολόκληρα χρόνια, το πρώτο και μοναδικό στέκι μουσικής για τους θρακιώτες, το «Θρακιώτικο Στέκι» στην Καλλιθέα, τραγουδώντας την παράδοση της Θράκης.


Το 1985 η οικογένεια Δοϊτσίδη κερδίζει, για τον ενδέκατο σε σειρά μεγάλο δίσκο με τίτλο «Το κάστρο της Θρακιάς», το 1ο βραβείο Οπτιακουστικών Μέσων της Γαλλικής Ακαδημίας που διεξήχθη στο Παρίσι. Συνολικά, η οικογένεια Δοϊτσίδη, έχει κυκλοφορήσει πάνω από 18 προσωπικούς δίσκους, ενώ παράλληλα έχει στο ενεργητικό της πάρα πολλές συμμετοχές σε δίσκους άλλων μεγάλων καλλιτεχνών, μέσω των οποίων έχουν διασωθεί περισσότερα από διακόσια παραδοσιακά τραγούδια της Θράκης.


Κατά τη διάρκεια της καλλιτεχνικής του σταδιοδρομίας ο Καρυοφύλλης και οι κόρες Θεοπούλα και Λαμπριάννα Δοϊτσίδη πήραν πολλά βραβεία και υψηλές διακρίσεις για την προσφορά τους στην ελληνική μουσική παράδοση και συγκεκριμένα στην θρακιώτικη, αλλά σημαντικότερη επιτυχία θεωρήθηκε από τους ίδιους η βράβευση από το χωρίο τους, Καρωτή, το 1997 για την διάδοση και διάσωση της θρακικής μουσικής. Γεγονός πολύ σημαντικό για την οικογένεια, να αναγνωρίζεται η προσφορά της από τον τόπο καταγωγής τους. Ακόμα, και η βράβευση του Καρυοφύλλη Δοϊτσίδη από την Ένωση Μάρηδων (Θρακικό Σωματείο), το 2002 ως μουσικοσυνθέτη ήταν μια σημαντική αναγνώριση για το έργο που προσέφερε στη Θράκη.


Τα τραγούδια, σε παλαιότερες εποχές, δεν είχαν μουσική επένδυση. Κυρίως τα τραγουδούσαν γυναίκες στο χορό, αλλά και άνδρες κάπως πιο σπάνια, οι οποίοι έλεγαν συνήθως καθιστικά, και οι μουσικοί είτε έπαιζαν οργανικά κομμάτια, είτε επαναλάμβαναν το τραγούδι. Επομένως για να ηχογραφηθούν τα τραγούδια αυτά έπρεπε να δημιουργηθούν εισαγωγές και ανταπόκρισης, ώστε να είναι ακουστικά και χορευτικά ομορφότερα λόγω των αναγκών που δημιούργησε η διαδικασία της εγγραφής του δίσκου. Επομένως ένα πολύ μεγάλο ποσοστό μουσικών εισαγωγών και ανταποκρίσεων των τραγουδιών της Θράκης οφείλονται στον Καρυοφύλλη Δοϊτσίδη. 

Ο Καρυοφύλλης Δοϊτσίδης, τραγουδιστής, ενορχηστρωτής και μουσικοσυνθέτης προσέθεσε και ορισμένα δικά του κομμάτια στο μουσικό ρεπερτόριο της Θράκης, όπως: «Γιατί πουλί μ' δεν κελαηδείς», «Τώρα που ήρθε η άνοιξη», «Στέργιος ξεπισμάνιψι», «Στέργιος παντρεύητι», «Η Καρακατσιανή», «Ο δικέφαλος αετός της Θράκης» και αλλά πολλά τραγούδια τα οποία αγαπήθηκαν ιδιαίτερα από τους Θρακιώτες και όχι μόνο.


Εκτός από την αρκετά μεγάλη δισκογραφική δραστηριότητα που ανέπτυξε η οικογένεια, γύρισε σχεδόν όλη την Ελλάδα, αλλά και παρά πολλές χώρες του κόσμου όπως Η.Π.Α., Καναδά, Αυστραλία, Μέση Ανατολή, σχεδόν σε όλα τα Ευρωπαϊκά κράτη... δίνοντας συναυλίες. 


Τα τελευταία χρόνια συμμετέχει στο συγκρότημα της οικογένειας και ο εγγονός, ο Νίκος Αγγούσης στο κλαρίνο.


Ο Νίκος Αγγούσης γεννήθηκε το 1982 στην Αθήνα. Είναι μουσικός τρίτης γενιάς, της γνωστής μουσικής οικογένειας Δοϊτσίδη. Τα πρώτα του μουσικά ερεθίσματα προέρχονται από την οικογένεια του και συγκεκριμένα από τον παππού του Καρυοφύλλη Δοϊτσίδη, ο οποίος αποτέλεσε και το μουσικό του πρότυπο.
Η πρώτη συστηματική ενασχόλησή του με το κλαρίνο ξεκίνησε στην ηλικία των 12 ετών με πρώτο του δάσκαλο τον Γερμανό Johan Weiss, κατά τη διάρκεια της παραμονής του στη Γερμανία. Το 1995 επιστρέφει στην Ελλάδα και εγκαθίσταται μαζί με την οικογένειά του στη Θεσσαλονίκη. Έτσι για τα επόμενα τέσσερα χρόνια μαθητεύει στο Δημοτικό Ωδείο Σταυρούπολης, με δάσκαλο το Φώτη Τερζή. Ταυτόχρονα κάνει και τα πρώτα του δειλά βήματα στην παραδοσιακή μουσική συμμετέχοντας σε συναυλίες της οικογένειάς του. Το 2010 αποφοίτησε από το Τ.Ε.Ι. Ηπείρου και συγκεκριμένα στο Τμήμα Λαϊκής και Παραδοσιακής Μουσικής στην Άρτα. Έτσι, πέρα από τη θεωρητική μουσικολογική κατάρτιση που αποκόμισε κατά τη διάρκεια της φοίτησής του στο τμήμα, μαθήτευσε για ένα ακαδημαϊκό έτος στον Γιώργο Καραφέρη, για δύο ακαδημαϊκά έτη στον Αλέξανδρο Αρκαδόπουλο και για ένα ακαδημαϊκό εξάμηνο στον Κώστα Ζέρβα.
Όσον αφορά τις καλλιτεχνικές του συνευρέσεις, έχει κατά καιρούς συνεργαστεί με τραγουδιστές όπως: Θεοδώρα Αθανασίου, Γεράσιμος Ανδρεάτος, Γιώτα Βέη, Γλυκερία, Σάκης Γιώργου, Βαγγέλης Δημούδης, Asli Dogan, Παναγιώτης Δρακόπουλος, Αρετή Κετιμέ, Πέτρος Επαπαμανουήλ, Dilek Kots, Μάνος Κουτσαγγελίδης, Δρόσος Κουτσοκώστας, Ira Kritarasova, Παναγιώτης Λάλεζας, Ανατολή Μαργιόλα, Γιώργος Ματθαίου, Μάρθα Μαυροειδή, Brenna McCrimmon, Δημήτρης Μυστακίδης, Βαγγέλης Νανάκος, Κατερίνα Παπαδοπούλου, Salih Nazim Peker, Νίκος και Γιασεμή Σαραγούδα κ.ά.
Κατά περιόδους έχει συνεργαστεί με διάφορα μουσικά σχήματα όπως Κυματομορφές, Πλάγιοι Ήχοι, Εστουδιαντίνα Νέας Ιωνίας Μαγνησίας, Λαλητάδες της Ροδόπης, Οδρυσσες, Μεθόριος, κ.ά.
Από το 2005 είναι μόνιμο μέλος του μουσικού σχήματος Λωξάντρα.
Έχει λάβει μέρος σε διάφορες συναυλίες και φεστιβάλ λαϊκής – παραδοσιακής μουσικής στο εσωτερικό (σε διάφορες ελληνικές πόλεις), αλλά και στο εξωτερικό (Αυστρία, Βέλγιο, Γερμανία, Ελβετία, Πολωνία, Ολλανδία, Ουγγαρία, Ιταλία, Τουρκία, κ.ά.). Τα τελευταία χρόνια διδάσκει παραδοσιακό κλαρίνο - ξύλινα πνευστά, σε μουσικά γυμνάσια - λύκεια, καθώς και σε μουσικές σχολές και ωδεία. Τέλος, έχει στο ενεργητικό του πολλές συμμετοχές στη δισκογραφία.


Δισκογραφία

































Οι φωτογραφίες είναι από το προσωπικό αρχείο της οικογένειας Δοϊτσίδη.

Δεν υπάρχουν σχόλια: