Τρίτη, 22 Μαρτίου 2011

Στέλλα Βλαχογιάννη - Ιατρείον Ασμάτων



«Αν δεν είχαμε τους ποιητές σ’ αυτή τη χώρα, δεν ξέρω με ποιον άλλο τρόπο θα έβρισκαν δρόμο τα δάκρυα».

Το «Ιατρείον Ασμάτων» κυκλοφόρησε το Δεκέμβριο του 2005 από τη «Μικρή Άρκτο». Στις 144 σελίδες του βιβλίου διαβάζουμε κάποια μόνο αποσπάσματα από τον πολύτιμο και ακριβό ραδιοφωνικό λόγο της δημοσιογράφου Στέλλας Βλαχογιάννη. Αποσπάσματα από την ομώνυμη ραδιοφωνική εκπομπή που παρουσίαζε από το 2003 έως το 2010 στο Δεύτερο Πρόγραμμα της Ελληνικής Ραδιοφωνίας κάθε Τετάρτη βράδυ. 
Η Στέλλα Βλαχογιάννη, κατάφερε να μεταφέρει στις σελίδες ενός βιβλίου τη μαγεία μιας ραδιοφωνικής μουσικής εκπομπής λόγου και σκέψης. Γιατί, κακά τα ψέματα, αυτό ήταν η εκπομπή της.
Οι ακροατές-ασθενείς της δεν άκουγαν μια απλή παρουσίαση τραγουδιών και δημιουργών, ούτε ξεπερασμένες αφιερώσεις παλιού τύπου, ούτε βέβαια τραγούδια ανούσια που μεταδίδουν ασταμάτητα τα περισσότερα, ιδιωτικά κυρίως, ραδιόφωνα. 
Οι ακροατές-ασθενείς της άκουγαν πάντα μια βραχνή και βαριά αντιραδιοφωνική φωνή να εξομολογείται προσωπικές της στιγμές, μνήμες και εμπειρίες με χιούμορ, αυτοσαρκασμό, συγκίνηση και με μια διάθεση που επηρεαζόταν από την επικαιρότητα.
Αλίμονο αν έξω πλανήτης σφάζεται, όπως λέει και το τραγούδι, και εσύ στο στούντιο το παίζεις γκόμενα!
Πέρα από τη φωνή της όμως, αντιραδιοφωνικές ήταν και οι περισσότερες επιλογές της. Απέφευγε τα σουξέ όπως ο διάολος το λιβάνι. Ακόμα και καλά τραγούδια που έγιναν σουξέ δεν ήθελε να τα μεταδίδει. Προτιμούσε σχεδόν πάντα τις «κρυφές» στιγμές, τις «σιωπές» του ελληνικού τραγουδιού, τις άγνωστες πρώτες εκτελέσεις, τα καλά τραγούδια που δεν έγιναν διάσημα. Και βέβαια, τους νέους καλλιτέχνες!
Τα τραγούδια αυτά -ας με συγχωρέσουν οι ποιητές του ελληνικού τραγουδιού- με τον ιδιαίτερα αυτοβιογραφικό της λόγο, η Στέλλα Βλαχογιάννη τα συμπλήρωνε, τα φώτιζε και στο τέλος μας έκανε, κάποια από αυτά, να τα αγαπήσουμε περισσότερο!


Τραγούδια και ποιητικά κείμενα που αποτελούσαν σκηνές μιας παλιάς και γνώριμης ταινίας που όλοι έχουμε ζήσει ή έχουμε δει αρκετές φορές σε ιδιωτικές και άκρως προσωπικές προβολές…
Με αφορμή ένα στίχο από κάποιο τραγούδι, έφτιαχνε μια ολόκληρη ιστορία. Πόσο δύσκολο! Για να κάνεις κάτι τέτοιο, πρέπει να ξέρεις καλά το ελληνικό τραγούδι, την ελληνική γλώσσα, τη λογοτεχνία και βέβαια να έχεις ποιητική φλέβα.
Η Στέλλα Βλαχογιάννη τα κατέχει όλα αυτά. Γράφει στην αρχή του βιβλίου: «Ένα μεγάλο ευχαριστώ στους δημιουργούς του ελληνικού τραγουδιού και ιδιαίτερα στους στιχουργούς, που πέρα από το αίσθημα κρατούν ζωντανή και τη σκέψη μου».


Δυο χρόνια πριν το «Ιατρείον Ασμάτων» είχε κυκλοφορήσει, πάλι από τη «Μικρή Άρκτο», η πρώτη της ποιητική συλλογή με τίτλο «Η Θλίψη του σώματος» (2003) ενώ μέσα στο 2010 κυκλοφόρησε και η δεύτερη ποιητική της συλλογή με τίτλο «Με λένε Θάνατο» από τις «Εκδόσεις Μετρονόμος». Πρόσφατα παρουσιάστηκε με μεγάλη επιτυχία και το πρώτο θεατρικό της έργο, το «Μην παίζεις με τα χώματα». Ένα σπονδυλωτό θέαμα με άξονα τρεις μονολόγους και συνδετικά κείμενα από το βιβλίο που σας παρουσιάζουμε εδώ! 



Το «Ιατρείον Ασμάτων» λοιπόν ήταν από τις αγαπημένες μου ραδιοφωνικές εκπομπές. Ευτυχώς που έγινε βιβλίο και έτσι τα ποιητικά κείμενα της Στέλλας Βλαχογιάννη θα μας συντροφεύουν για πάντα. 

Παρακάτω, μερικά αποσπάσματα:


Πώς ξημέρωνε η αγάπη στα χρόνια των γονιών μας; Έλα να μάθεις στην πλατεία Βάθης… Κάπως έτσι αγαπήθηκαν και έζησαν οι γονείς μας. Με καρδιά καμένη από την πυρκαγιά του Εμφυλίου, τη φτώχεια των μεταπολεμικών χρόνων, τον τρόμο για την επιβίωση. Ο καπετάν Πάνος από την Τρίπολη ήρθε και κρύφτηκε σε μια θεία του στα Πετράλωνα - νομίζω. Κρυβόταν, κι έβγαινε τα βράδια στα στέκια των πατριωτών του μήπως και βρει κανένα μεροκάματο, γιατί είχε γυναίκα και μωρό παιδί. Ζήτησε άδεια για μαγαζί στην αγορά, δεν του τη δίνανε λόγω φρονημάτων. Ζήτησε άδεια για ταξί που είχε μάθει οδηγός στο στρατό, δεν του έδωσαν πάλι λόγω φρονημάτων. Στο παραπέντε της αυτοχειρίας του ένας μεγαλοπιασμένος Τριπολιτσιώτης τον πήρε στη δούλεψή του. Είχε ιδιωτική ψυχιατρική κλινική και τον ήθελε κάτι σαν παιδί για τις εξωτερικές δουλειές. Να κάνει τα ψώνια, να τακτοποιεί την τροφοδοσία, τέτοια πράγματα. Του έδωσε κι ένα χαμόσπιτο στην είσοδο της κλινικής να μένουν και να κάνει κι η γυναίκα του την πορτιέρισσα, να πουλάει και καμιά πορτοκαλάδα να βγάζουν τον επιούσιο. Εδώ δεν ήθελε φρονήματα. Ήθελε να κάνεις πως δε βλέπεις και, το κυριότερο, πως δεν ακούς. Κι ο καπετάν Πάνος, που έγινε σκέτος Πάνος, ησύχασε πως είχε πια να μεγαλώσει το παιδί του. Και μάλιστα στον Παράδεισο. Αμαρουσίου!

Τι ψυχή έχει μια νύχτα στους αιώνες; Δεν καταλαβαίνω την ερώτηση, μπορείτε να την επαναλάβετε; Γιατί; Με τους αιώνες θα αναμετρηθούμε εμείς; Βρέθηκε το αθάνατο νερό και δεν το μάθαμε; Καθεμιά νύχτα έχει την ψυχή που της δίνουμε: μεγάλη, μικρή, διπλή μερίδα, με απ’ όλα, κενόν αέρος, ό,τι έχει κανείς τέλος πάντων. Υπάρχει μια παρεξήγηση με αυτή τη λέξη – νύχτα. Πολλοί μετρούν τις νύχτες τους με κραιπάλες και ξίδια και γενικώς με καταπάτηση των απαγορευμένων. Νομίζω δεν είναι έτσι. Νύχτα είναι μια κατάσταση δύσκολη, είναι ένας χρόνος με τον εαυτό σου γυμνό και τις δικαιολογίες σου στα σκουπίδια, είναι ένα ταξίδι στα μακριά από το οποίο δεν ξέρεις ποτέ αν, πότε και πώς θα επιστρέψεις. Θέλει προσοχή και αποφασιστικότητα. Διότι η νύχτα δεν είναι κάτι. Είναι κάποια.

Μια Κυριακή απόγευμα είχε τα δάχτυλά της στα μαλλιά μου ν’ ανακατεύουν τα χρόνια, να σημειώνουν ανορθόγραφα την αγάπη, να προετοιμάζουν τον οριστικό χωρισμό. Είχαμε χωρίσει τόσες φορές, που ποτέ δεν πιστέψαμε ότι αυτό κάποτε θα τελειώσει. Δικό μου το άχτι παλιό, πράγματι, αλλά και δικό της. Ίσως ήταν και το μόνο που μοιραστήκαμε. Τώρα, όπως έγραψε κι ο μικρός μου αδελφός, η Άννα γυρίζει πάντα αλλά πια δεν επιστρέφει. Τώρα, η ζωή μου δεν έχει πια Κυριακές. Μαμά πιάνει καλά το Δεύτερο Πρόγραμμα στα χώματα;

Τι θέλεις απ’ τα νιάτα μου; Ένα παράπονο σαν θεία λειτουργία από τη φωνή της Αρλέτας. Τι θέλω απ’ τα νιάτα σου; Τα νιάτα σου! Ήθελα να ήμουν εκεί. Όταν γελούσες, όταν ερωτευόσουν, όταν πόναγες. Ήθελα να σε βλέπω να χορεύεις, να πίνεις, να τραγουδάς. Ήθελα να σε παρατηρώ να ωριμάζεις χωρίς σκιές στα μάτια, με κλεισμένα τα βιβλία σου στην Εφορία των Πεπερασμένων Ερώτων. Ήθελα να ήμουν εκεί. Παρατηρητής και δικαιούχος του μέλλοντός σου.

Άλκης Αλκαίος. Μια πόλη χτίσαμε μαζί και ακόμα ζω στο νοίκι. Μεγάλη κουβέντα. Και ακόμα μεγαλύτερη εκείνο το πάντα γελαστοί και γελασμένοι οι φίλοι του Χάρου. Αυτός είναι ο ορισμός του ωραίου θανάτου. Γελασμένοι να φύγουμε. Τα έξυπνα πουλιά ας μείνουν να πετούν πάνω από τα χαλάσματα, ας φτιάξουν πάλι εξάδυμους πύργους και σιδερένια χαμόγελα. Εμείς θέλουμε να πεθάνουμε στον ίσκιο ενός ονείρου, στην άκρη μιας ιδέας, στην αγκαλιά μιας λυτρωτικής ψευδαίσθησης. Γελασμένοι, κοροϊδεμένοι, γοητευτικοί από ένα θαύμα που δεν καταφέραμε.

Η Ελένη Βιτάλη μάλλον συντάσσεται με την άποψη του Αλμοδοβάρ ότι τα πάντα είναι αυτοβιογραφικά. Αυτό το τραγούδι, το Εγώ τραγούδαγα τα βράδια στα σκυλάδικα, το’ χει γράψει μόνη της, γι’ αυτό και στάζει αίμα. Μ’ αρέσει ιδιαιτέρως, γιατί δεν είναι μια αυτοβιογραφία που μεταθέτει τις ευθύνες σε άλλους. Είναι ένα κομμάτι σάρκα κομμένο με νυστέρι από την ίδια. Και είναι και αποκαθήλωση του αιώνιου άλλοθι που επικαλούμαστε όλοι μας. Εφηβεία ονομάζεις το φρικιό σου. Αυτό δεν κάνουμε; Κρύβουμε τις απρέπειές μας και τα λάθη μας στην επίκληση μιας ενηλικίωσης που τάχα μου δεν ήρθε ποτέ.  Ουαί ημίν! Μετά την απομάκρυνση εκ των 18 μου χρόνων ουδέν λάθος χρεώνεται σε άλλον. Όποιος θεωρεί ότι έμεινε παιδί να απευθυνθεί επειγόντως σε γιατρό.

Οι ελεύθεροι κι ωραίοι φροντίζουν για την αξιοπρέπειά τους. Χτίζουν μόνοι τους τις φυλακές τους, εξασφαλίζοντας τουλάχιστον ένα επιθυμητό επίπεδο ζωής. Με ό,τι κρίνει ο καθένας τους απαραίτητο: ένα φορτηγό τσιγάρα, ένα μπάρκο μουσικές, ένα δωμάτιο βιβλία, μυρωδιά θάλασσας αν δεν είναι δυνατή η θέα της, ένα σκύλο οπωσδήποτε. Και μολονότι ασεβείς, προσεύχονται, όταν χτυπήσει κάποιος την πόρτα τους, ο άνθρωπος που έρχεται να είναι για να μείνει.

Μένει μονάχα ένα πείσμα, δεν είναι συνήθεια μοναχά. Αυτό το πείσμα, που λένε και οι Κατσιμιχαίοι, έσωσε όσους έσωσε. Το πείσμα για ζωή, για όνειρο, για παραμύθι, για αιώνιες φιλίες και υπεραιωνόβιους έρωτες, το πείσμα να μη γίνεις άλλη μια ασήμαντη ίνα στο κεντρικό νευρικό σύστημα ενός κόσμου που αγοράζεται και αγοράζει. Να σας πω. Τώρα που γίνονται τόσες ευκολίες με τις τράπεζες κι όλα αυτά τα ψευδώνυμα αγαθά, μπορώ να κάνω μια μεταφορά υπολοίπου από την ανήμερη καρδιά της νεότητάς μου;

Ποιαν αμαρτία να’ χω κάνει και μου’ χουν λείψει τα φιλιά, αναρωτιέται ο Γιάννης Ρίτσος, που δεν έκλαψε γι’ αυτά που του πήραν, ερωτικός και γενναίος σε όλη του τη ζωή. Εμείς οι μικροί τω πνεύματι πώς καταλήγουμε στα ίδια ερωτήματα, στις ίδιες ανασφάλειες; Είναι τόσο προβλέψιμες οι στατιστικές των απωλειών στους ερωτικούς πολέμους, που ούτε καν η θλίψη μας δεν είναι πρωτότυπη;

Η αθανασία του ανθρώπου είναι η μνήμη του. Η μνήμη που κληρονόμησε και αυτή που θα κληροδοτήσει ο ίδιος στους επόμενους. Αυτό ισχύει και για εμάς τους κοινούς θνητούς. Τι νομίζεις ότι διεκδικούμε κάνοντας τόση φασαρία στη ζωή; Κάποιος να μας θυμάται. Αυτό είναι το γέρας που θέλουμε για τα επί της γης μικρά μας βήματα. Κάποιος να θυμάται τον καπνό που έβγαινε από το στόμα μας και το περίσσευμα καρδιάς που μπορέσαμε να διαθέσουμε σε κάποιον νεότερο. Κάποιος να λέει το όνομά μας και ο ήχος να μην είναι στάχτη αλλά φως.




Θα μπορούσα να γράψω κι’ άλλα. Πιστεύω όμως πως αυτά τα δέκα αποσπάσματα ραδιοφωνικού λόγου είναι αρκετά… 
Το βιβλίο αυτό είναι αφιερωμένο στη μνήμη της Λιλάντας Λυκιαρδοπούλου και στο Δημήτρη Καλοστύπη.

Ως εδώ για τώρα. Το Ιατρείον ασμάτων, ο φύλακας διάβολός σας, θα ανοίξει πάλι την επόμενη Τετάρτη τα μεσάνυχτα. Από τη Στέλλα Βλαχογιάννη, που με δικά της λόγια διηγείται τραγούδια άλλων… καλό σας βράδυ, καλή Πέμπτη. Μείνετε συντονισμένοι στο Δεύτερο Πρόγραμμα. Εδώ η μουσική ακούγεται και, καμιά φορά, πονάει κιόλας…

Ακούστε το οργανικό κομμάτι που έγραψε η νεαρή ερμηνεύτρια και μουσικός Μαρία Παπαγεωργίου για την εκπομπή της Στέλλας Βλαχογιάννη "Ιατρείον Ασμάτων": http://www.youtube.com/watch?v=AJfNyv0svgE

Δεν υπάρχουν σχόλια: