Κυριακή, 10 Φεβρουαρίου 2019

Το έπος και το δράμα του εθνικοαπελευθερωτικού μετώπου


«Χιλιάδες και χιλιάδες Έλληνες ανεβήκανε τότε στην κορφή 
του εαυτού τους, με το χρέος και με την ελπίδα» 
Δημήτρης Χατζής

«Τόσοι άνθρωποι ναυάγια της καταιγίδας που σαρώνει τον κόσμο,
 κι αντίς η δυστυχία να τους σμίγει, τους χωρίζει» 
Στρατής Τσίρκας

Το πρώτο μεγάλο πεζογραφικό έργο που συνέγραψε ο Μήτσος Αλεξανδρόπουλος (1924-2008), αναπαριστά αριστοτεχνικά τα ζέοντα χρόνια της κατοχής και της αντίστασης. Πρόκειται για μια ευρεία λογοτεχνική αποτύπωση της κατοχικής Ελλάδας, που αποδίδει τον τρόπο που επέδρασαν τα μεγαλύτερα εγκληματικά γεγονότα της σκληρής ιστορίας του τόπου στην ελληνική συνείδηση. Η δεύτερη παγκόσμια σύρραξη, η κατοχή, οι πολιτικές εξαρτήσεις, η αγγλική επέμβαση και ο εμφύλιος, ένας ατέλειωτος βραχνάς που πνίγει την αναπνοή και που η μόνη φωτεινή στιγμή είναι εκείνη της αντίστασης και της εθνικοαπελευθερωτικής επιθυμίας, υπενθυμίζοντας το διαχρονικό όραμα του ανθρώπου για ελευθερία και δικαιοσύνη.

Η ζωή του κεντρικού λογοτεχνικού ήρωα, Κοσμά, σμίγει με τη θυελλώδη, κοινή ανθρώπινη υπόθεση. Με ζυγισμένο λόγο, χωρίς προθέσεις εξωραϊστικές, ο συγγραφέας, παρά τον υποκειμενικό χαρακτήρα της πρόσληψης των ιστορικών γεγονότων, δεν παραμερίζει την πολυπρισματική προσέγγιση. Αποκτά ιδιαίτερη σημασία που η στάση που υιοθετεί το κεντρικό πρόσωπο απέναντι στα πράγματα, σταδιακά διαμορφώνεται από ανύποπτη σε συνειδητή. Πριν εναντιωθεί στο κακό, το βλέπει, το βιώνει σε όλη του την τρομακτική ισχύ, κι έπειτα ακολουθεί πορεία με βάση τον κριτικό αναστοχασμό. Άρτια αφηγηματική σύνθεση που οικοδομείται σε δύο κύριους άξονες, την εναργή απεικόνιση όσων εκτυλίσσονται στην κατεχόμενη Αθήνα και στα αντιστεκόμενα ελληνικά βουνά, καλύπτοντας όλο το φάσμα των ελπίδων και των διαψεύσεών τους.

Η Αθήνα ως εμπόλεμη μικρογραφία καταρρακώνεται από τη γερμανική βιαιότητα που εφαρμόζεται στο ακέραιο και που έχει στραγγίσει κάθε δυνατότητα αξιοπρεπούς διαβίωσης. Κατά την έλευση του Κοσμά στην πόλη, ξεδιπλώνεται μια σειρά εικόνων από ανθρώπους που έχουν καταδικαστεί σε θάνατο από ασιτία. Η αρρώστια είχε προσλάβει τέτοια συχνότητα, που ακόμη και οι αφημένοι νεκροί στους δρόμους δε προξενούσαν έκπληξη: «Πεθαίνουμε και ζούμε όπως τα κτήνη, η πόλη έγινε ζούγκλα, βγαίνεις από το σπίτι σου και μπαίνεις σε άγριο δάσος. Το φαρμάκι μουσκεύει σιγανά το κορμί μας, το κακό αρχίζει με την απάθεια για τον πλησίον». Ταυτόχρονα, επισημαίνεται και η ανηλεής αντιμετώπιση των υποσιτισμένων από τον ειδεχθή στρατό: «Oι Γερμανοί όρθιοι στις καρότσες, αμίλητοι. Ένας που πέρασε με το τελευταίο αυτοκίνητο, ένας κοντόχοντρος στρατιώτης, γούρλωνε κωμικά τα μάτια του, άνοιγε το στόμα και με τα δάχτυλα γούβωνε τα μάγουλά του - κορόιδευε τους πεινασμένους».

Η πρωτεύουσα παρουσιάζεται να βάλλεται, ωστόσο, και από κάποιους κατοίκους της, εκείνους που επιδίδονται σε πολιτικές μηχανορραφίες, τους μαυραγορίτες, τους προδότες, τους κατασκόπους και όλους όσοι κινούνται με μοναδικό άξονα το προσωπικό συμφέρον σε αυτό το πρωτοφανές καθεστώς τρόμου. Μεγαλύτερο, όμως, μέρος του πληθυσμού, με σθεναρό αντιστασιακό φρόνημα, βρίσκεται στις διαδηλώσεις. Το πέρασμα από την πλατεία Κάνιγγος, τη Θεμιστοκλέους, κι από εκεί στη Σίνα και στην Ακαδημίας, θα είναι διαφορετικό ύστερα από την ανάγνωση αυτού του βιβλίου. Οι δρόμοι των ηρωικών συγκεντρώσεων, η αιματηρή κατάπνιξή τους, τα άσπρα φουστάνια κάτω από το τανκ, τα άοπλα αμούστακα παιδιά που εκτελέστηκαν, οι γιαγιάδες που χτυπούν με το τακούνι τους τον οδηγό του άρματος, μαρτυρούν πως η υποδούλωση και η ανέχεια δε γονάτισαν την αντοχή, αλλά αποτέλεσαν το εκρηκτικό μείγμα.

Η αντιστασιακή μυθιστορηματική δράση μεταφέρεται στα βουνά, όπου είχε πρωτογεννηθεί ένα ισχυρό αντάρτικο κίνημα και γιγαντώθηκε σε μαζικό μέτωπο. Ένας ανυπότακτος πυρήνας που συντηρείται από ζεστές ελπίδες για λευτεριά και αποδέσμευση από τους κατακτητές, παίρνει τον πόλεμο στα χέρια του. Ο Κοσμάς, ο Κεραυνός, ο Λέων, ο Νέστορας, ο Προμηθέας, η Λαοκρατία, η Ελευθερία, εκπροσωπούν την ηρωική αντίσταση στα κακοτράχαλα βουνά. Παρά το γεγονός ότι μεγάλο μέρος των ανταρτών δεν ήταν πολιτικοποιημένο, ή δεν ανήκε στον κομμουνιστικό χώρο, υποστασιοποιήθηκε κίνημα αντιεαμισμού, η ισχυροποίηση του οποίου δίνεται με σπαρακτικές και τραγικές σκηνές. Όπως, επίσης, και οι μετέπειτα εξελίξεις που δεν αποσόβησαν τον εμφύλιο σπαραγμό.

Μετά τη γερμανική υποχώρηση, κι ενώ ο διοικητικός έλεγχος της χώρας είχε περιέλθει στα χέρια του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ, διαψεύστηκε κάθε ελπίδα. Αν η παιδική ασθένεια της Ελλάδας είναι η εξάρτηση, όπως έχει γράψει ο Διονύσης Χαριτόπουλος, στο χρονικό αυτό σημείο επιβεβαιώνεται πανηγυρικά. Η Μεγάλη Βρετανία, που ανέκαθεν ασκούσε μεγάλη επιρροή στις ελληνικές υποθέσεις, έθεσε τον εαυτό της επικυρίαρχο του πεπρωμένου του ελληνικού λαού. Με δραματικό τόνο περιγράφονται τα Δεκεμβριανά, όταν και σφραγίστηκε η αντίληψη πως η αλληλοσφαγή δε θα είχε τέλος.  

Εκείνοι που έκαναν το χρέος τους σπιλώθηκαν και βρέθηκαν να βαραίνουν πάνω τους κατηγορίες προδοσίας και να εξομοιώνονται με δολοφόνους. Γενικευμένη συκοφαντία που δύσκολα αντιπαλεύει κανείς, μακρόχρονος εκπατρισμός κι εξορία τούς περίμενε. Ο Αλεξανδρόπουλος σημειώνει στο προλογικό σημείωμα του βιβλίου για τις παραχαράξεις των νικητών, μετά και τη συμφωνία της Βάρκιζας: «Είναι πολύ συγκεκριμένη αυτή η ιστορία, κολλήσανε όμως πάνω της του κόσμου οι υπερβολές και οι μύθοι και δεν είναι λίγη η επιρροή που άσκησαν, ώστε μια τόσο τίμια και γενναία υπόθεση να καταλήξει στο πολιτικό φιάσκο και στην τραγωδία».

«Ερχόταν μια αυγή θαμπή, κακογεννημένη, έτοιμη να πεθάνει στη φασκιά της», όπου είναι ασήκωτο το βάρος της απώλειας και της διάψευσης. Τα ανθρώπινα πάθη, τα ηθικά διλήμματα και οι πνευματικές ταλαντεύσεις ενός ολόκληρου λαού, συγκροτούν μια γενιά δοκιμασμένη, αφημένη στις πολιτικές σκοπιμότητες και ακέρια νικημένη. Οι Νύχτες και αυγές είναι ένα μεστό, συνταρακτικό, αναγνωστικό οδοιπορικό στη ματωμένη αυτή ιστορία του τόπου, όπου η ιστορική ακρίβεια υπερβαίνει πολλές φορές τη μυθοπλασία.

Η χειμαρρώδης ιστορική ύλη που μεταχειρίστηκε ο Μήτσος Αλεξανδρόπουλος, μάς τροφοδοτεί με βαθύ προβληματισμό, αναδεικνύοντας τα ρευστά όρια του παραλογισμού και του ανθρωπισμού. Μας καλεί να οπλιστούμε με φρόνηση, ορθή αντίληψη και με ισχυρή ηθική δέσμευση να αποφευχθούν τα φριχτά λάθη του παρελθόντος, να μη στρεβλωθεί η κριτική μας ικανότητα, να μην εισέλθουμε σε ολισθηρό δρόμο και επιτρέψουμε να θεριέψει ξανά ο φασισμός, να δώσουμε φωνή σε όσους θυσιάστηκαν: «Οι άνθρωποι πέφτουν, αυτή ΄ναι η μοίρα τους, η ζωή όμως δε σταματάει, συνεχίζει τον ατελείωτο δρόμο. Οι σοφοί λένε πως τίποτα στον κόσμο δε χάνεται, άρα δε χάνεται και το αίμα των συντρόφων μας, επιστρέφει με άλλες μορφές, με τους καρπούς που δίνει η θυσία τους… - Ναι. Μόνο έτσι άλλωστε παρηγοριέται κανείς, αλλιώτικα πας να τρελαθείς».

Αθηνά Ντίνου
                                             

Το πρώτο μέρος του βιβλίου (Η Πολιτεία) γράφτηκε το 1961, ενώ το δεύτερο (Τα Βουνά) το 1963. Τον Ιανουάριο του 2019, οι Νύχτες και αυγές επανεκδόθηκαν σε ενιαίο τόμο από τις εκδόσεις Γκοβόστη. Το κυρίως κείμενο πλαισιώνεται από το εισαγωγικό σημείωμα της Σόνιας Ιλίνκαγια - Αλεξανδροπούλου και από τον πρόλογο του ίδιου του συγγραφέα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

"Νότες Λογοτεχνίας"

Πολιτιστικό ιστολόγιο (από το 2009) και ραδιοφωνική εκπομπή με τίτλο "Να μείνουν μόνο τα τραγούδια" (από το 1998), με συνεντεύξεις, απόψεις, ιδέες και θέσεις γύρω από τη Μουσική, το Ελληνικό Τραγούδι, το Θέατρο, το Βιβλίο, τον Κινηματογράφο, τα Εικαστικά, τη Φωτογραφία, το Ραδιόφωνο, τη Θράκη.

Επιτρέπεται η χρήση και η αναδημοσίευση των άρθρων και των φωτογραφιών, με σαφή αναφορά της πηγής σε ενεργό σύνδεσμο. Υπεύθυνος - Διαχειριστής: Θεοδόσιος Π. Βαφειάδης. Τα κείμενα επιμελείται η αριστούχος απόφοιτη Ελληνικής Φιλολογίας του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης, Αθηνά Ντίνου, η οποία γράφει και βιβλιοκριτικές.