Τετάρτη, 16 Μαΐου 2018

Οι "Αλληλένδετες Βιογραφίες" της Μίτσης Σκ. Πικραμένου


Οι "Αλληλένδετες Βιογραφίες" είναι ένα εκδοτικό έργο που αποτελείται από πέντε ''πλούσιες'' μυθιστορηματικές βιογραφίες, που αφορούν προσωπικότητες οι οποίες σημάδεψαν με την παρουσία τους, το πρώτο μισό του 20ού αιώνα στην Ελλάδα. Ο πρώτος τόμος της σειράς είναι η αναθεωρημένη και συμπληρωμένη δεύτερη έκδοση της βιογραφίας της συγγραφέως Πηνελόπης Δέλτα (1874-1941) με τίτλο "Πρέπει ο θάνατός μας να ωφελήσει σε κάτι, ειδεμή είναι άχρηστος" (2015, 576 σελίδες). Ο δεύτερος τόμος είναι η αναθεωρημένη και συμπληρωμένη επίσης, βιογραφία του Μακεδονομάχου Παύλου Μελά (1870-1904) με τίτλο "Έμεινα εκεί εκτελών το προς την πατρίδα καθήκον" (2015, 512 σελίδες). Και με τις δύο αυτές προσωπικότητες είχε ασχοληθεί και στο παρελθόν η συγγραφέας-ερευνήτρια Μίτση Πικραμένου, αλλά το έργο της ολοκληρώθηκε με τις συγκεκριμένες εκδόσεις που κυκλοφόρησε ο εκδοτικός οίκος "Πικραμένος" της Πάτρας. 

Στη συνέχεια καταπιάστηκε με τη βιογραφία του πολιτικού Ίωνος Δραγούμη (1878-1920) στην οποία έδωσε τον τίτλο "Δεν έκαμα στη ζωή ό,τι ήθελα, μα τόσο μπόρεσα" (2013 η πρώτη έκδοση και 2017 η δεύτερη συμπληρωμένη και ανανεωμένη έκδοση των 624 σελίδων). Το τελευταίο πρόσωπο που έχει βιογραφήσει -βασισμένη στο ερευνητικό έργο του αντιστράτηγου και δικηγόρου Νίκου Νικολαΐδη- είναι η Γαλλίδα Λουίζα Ριανκούρ, μια άγνωστη, στους περισσότερους, μορφή της εποχής, που έζησε στην Ελλάδα και προσέφερε ποικιλοτρόπως, τις τέσσερις πρώτες δεκαετίες του προηγούμενου αιώνα. Το "Πεθαίνουμε εκεί που αγαπάμε" των 512 σελίδων κυκλοφόρησε το 2015. Το κεφάλαιο "Αλληλένδετες Βιογραφίες" κλείνει -για την ώρα τουλάχιστον- με την πολυσήμαντη εργογραφία της συγγραφέως του "Τρελαντώνη", του "Μάγκα", του "Παραμυθιού χωρίς όνομα" και των "Μυστικών του βάλτου". Τίτλος; "Ό,τι και να κάνεις, ό,τι και να κάνω, οι ψυχές μας είναι ένα" (2016, 544 σελίδες).

Και στα πέντε αυτά βιβλία, τα εξώφυλλα ανέλαβε ο Μιχάλης Σιγάλας, ενώ τις διορθώσεις και την επιμέλεια των κειμένων έφερε εις πέρας η Κατερίνα Τσιούμα. Κοπιαστική εργασία φαντάζομαι, αν αναλογιστεί κάνεις πως μιλάμε για πέντε τόμους άνω των 500 σελίδων ο καθένας!

Μπορεί τα βιβλία αυτά να εκδόθηκαν σε μικρό χρονικό διάστημα, αλλά είναι σίγουρο πως η συγγραφέας έκανε μια πολύχρονη και πολυεπίπεδη έρευνα σε αρχεία και βιβλιοθήκες, για να φτάσει στο σημείο να καταθέσει αυτές τις εργασίες, στις οποίες συμπλέκεται η πραγματική ιστορία με τον μύθο. Διαβάζοντάς τα, παρακολουθούμε αφώτιστα στοιχεία της ζωής και της δράσης των ηρώων, του Παύλου Μελά, της Πηνελόπης Δέλτα, του Ίωνα Δραγούμη και της Λουίζας Ριανκούρ. Οι ιστορίες τους αναδεικνύονται στο λογοτεχνικό κείμενο μέσα από την πρωτοπρόσωπη αφήγηση των χαρακτήρων. Παράλληλα, όμως, αποκαλύπτονται, η διαπλοκή των χαρακτήρων και οι σχέσεις τους με τα τεκταινόμενα μιας εποχής εν πολλοίς αθησαύριστης, ως προς τις πραγματικές συνθήκες.

Φρονώ πως είναι αρκετά δύσκολο να γράψει κανείς "Βιογραφία" για τα συγκεκριμένα πρόσωπα, ειδικά για τις περιπτώσεις του Παύλου Μελά και της Λουίζας Ριανκούρ, για τους οποίους δεν γνωρίζουμε πολλές λεπτομέρειες για το έργο και κυρίως για τη ζωή τους. Εκεί πιστεύω πως εισχωρεί το λυτρωτικό στοιχείο του μύθου για να ξεκλειδώσει κάποια κομμάτια και να ενώσει το παζλ των προσωπικοτήτων, φτιάχνοντας το πολύ δύσκολο -και επικίνδυνο ορισμένες φορές- είδος της "μυθιστορηματικής βιογραφίας". 

Πρόκειται ασφαλώς για τέσσερις αινιγματικές και εμβληματικές προσωπικότητες, με τις οποίες η συγγραφέας καταπιάνεται με αγάπη - αυτό το αίσθημα διακατέχει τα βιβλία της, μέσα από τα οποία αναβιώνει και το ταραγμένο κλίμα εκείνης της εποχής. Πέρα όμως από τις τέσσερις αυτές βιογραφίες, αξίζει τον κόπο να σταθεί κανείς και στο τελευταίο έργο της σειράς, στην εργογραφία της Πηνελόπης Δέλτα. 

Εδώ η Μίτση Πικραμένου καταθέτει τα αποτελέσματα μιας επίπονης και εκτεταμένης μελέτης αρχείων και πρωτογενών πηγών, απευθυνόμενη στο ευρύ κοινό και όχι μόνο σε ένα ειδικό κοινό (φιλόλογοι, ειδικοί μελετητές λογοτεχνίας, κ.λπ.). Όπως και στις βιογραφίες, έτσι και εδώ, η Πηνελόπη Δέλτα παρουσιάζει και βιογραφεί το έργο της!

Επιτρέψτε μου ένα μικρό δείγμα γραφής από την βιογραφία του Ίωνα Δραγούμη (σελ.: 346-347), ο οποίος υπηρέτησε ως Πρόξενος στην Αλεξανδρούπολη, Δεδέαγατς τότε!

[...] Έφυγα για το Δεδέαγατς στις 5 Σεπτεμβρίου του 1905 [...]. Έφθασα στον προορισμό μου δέκα ημέρες αργότερα μετά από ένα μακρύ ταξίδι που μου έδωσε την ευκαιρία να αντικρίσω ξανά τη βόρεια Ελλάδα, ακόμα και το Άγιο Όρος είδα από μακριά. Η χαρά μου ήταν μεγάλη, βρισκόμουνα ξανά στην ταλαιπωρημένη και βασανισμένη τουρκοκρατούμενη περιοχή [...]. Αγαπούσα πάντοτε με πάθος την Πηνελόπη Δέλτα αλλά πάλευα να ιεραρχήσω τα πράγματα. Έπρεπε να βάλω στην άκρη το συναίσθημα και να παλέψω για τον ιερό σκοπό μου. Αυτός ήταν ο αρχικός και μόνιμος στόχος μου, τον ήξερε η αγαπημένη και συμφωνούσε. Το δέσιμό μας δεν υπήρξε ποτέ σωματικό, πάντοτε ήταν πνευματικό και η ιδέα της απελευθέρωσης της πατρίδας ξεπερνούσε και για τους δυο μας οποιαδήποτε άλλη επιδίωξη. 
Βρισκόμουνα στη Θράκη, στο Δεδέαγατς και ακολουθούσα με συνέπεια τις δημοσιοϋπαλληλικές υποχρεώσεις μου. Φρόντιζα την εξυπηρέτηση των αιτημάτων των πολιτών και την εύρυθμη λειτουργία του προξενείου. Τον πρώτο καιρό πεταγόμουν και στον Πύργο, που ήταν υπό την εποπτεία μου. Το Υπουργείο Εξωτερικών είχε βρει στο πρόσωπό μου τον άνθρωπο που δεν έλεγε όχι σε ό,τι κι αν του ζητούσαν. Προσπαθούσα ακατάπαυστα να διαποτίζω τους συμπατριώτες μου με την αδιαμφισβήτητη βεβαιώτητα ότι είχαν ελληνική καταγωγή και ότι είχαν κάθε δικαίωμα να ζουν την καθημερινότητά τους χωρίς φόβο [...].  

Η ενασχόληση της Πηνελόπης Δέλτα με τη συγγραφή ξεκίνησε τυχαία. Τα πρώτα της κείμενα δεν πέρασαν απαρατήρητα, κι επιπλέον οι δημοτικιστές της εποχής τής χρωστούσαν πολλά, τόσο για την ηθική, όσο και για την οικονομική της υποστήριξη. Έτσι, αφενός, της συμπαραστάθηκαν ουσιαστικά με συζητήσεις, συμβουλές και ουσιαστική βοήθεια, αφετέρου η ίδια εργάστηκε με συνέπεια και επιμονή. Πέτυχε, τελικά, να εξελιχθεί σε μια από τις πλέον σημαντικές Ελληνίδες συγγραφείς. 
Εξάλλου, ο Ίων Δραγούμης είχε, εκ προοιμίου, σφραγίσει την πνοή και το νόημα του έργου της, έχοντάς της εκμυστηρευτεί πως «Ὅ,τι και να κάνεις, ὅ,τι και να κάνω, οἱ ψυχές μας εἶναι ἕνα». Τα λόγια αυτά η Δέλτα μετουσίωσε σε πράξη και γραφή, καθώς η φασματική «μούσα» της θεματικής της παρέμεινε από την αρχή μέχρι το τέλος ο Ίων. Η ψυχική εγγύτητα με τον αιωνίως αγαπημένο δεν εξασθένησε ούτε μετά την απομάκρυνση του Ίωνα, όπως το έργο μαρτυρά. Η πνευματική του συγκρότηση, η πολιτική του δράση, το βαθύ του ενδιαφέρον για την παιδεία και τη δημοτική γλώσσα έγιναν για την Πηνελόπη οδοδείκτες στον βίο και στο χαρτί. Αποφάσισε να εγκαταλείψει μόνο αφού είχε ολοκληρώσει τις υποχρεώσεις της, αφήνοντας κληρονομιά ένα κραταιό συγγραφικό έργο. 
Ορισμένα από τα κείμενά της, έως τώρα άγνωστα, δημοσιεύονται συγκεντρωμένα εδώ για πρώτη φορά. Παρουσιάζουν μια Πηνελόπη Δέλτα διαφορετική από αυτή που έχουμε ήδη γνωρίσει και κυρίως αναδεικνύουν τις συνθήκες που έζησε η γυναίκα, ο άνθρωπος, η πολίτης.
Η Πηνελόπη Δέλτα, όπως είναι γνωστό, αφηγείται τη ζωή της μέσα στα αυτοβιογραφικού περιεχομένου σημαντικά κείμενά της, αλλά και στις πολυάριθμες εκδεδομένες επιστολές ή το λογοτεχνικό έργο της. Σε μια συναρπαστική αφήγηση εδώ παρουσιάζεται ο βίος της με τη βοήθεια ποικίλων αποσπασμάτων από το πρωτότυπο έργο της, τα οποία διατηρούν απολύτως την ορθογραφία και το ξεχωριστό ύφος της συγγραφέως. 
Οι ανεξέλεγκτες καταστάσεις, τα μη αναμενόμενα γεγονότα, τα θετικά και τα αρνητικά συναισθήματα κυριάρχησαν σε μια ζωή που η ίδια δεν ήθελε να είναι ούτε εύκολη ούτε συνηθισμένη. Στρατευμένη στην ιδέα του ελληνισμού από τον μεγάλο, τον ανεκπλήρωτο έρωτά της, πάλεψε με όλες τις δυνάμεις της για τους στόχους ζωής που έθεσε. Ζωντανός ή νεκρός, ο Ίων Δραγούμης βρισκόταν πάντοτε στη σκέψη της από τα τριάντα ένα της χρόνια που τον γνώρισε έως τον προαποφασισμένο θάνατό της. Η καταλληλότερη στιγμή για να φύγει για το αιώνιο ταξίδι ήταν όταν πατούσαν οι Γερμανοί το πόδι τους στην πρωτεύουσα, το 1941. Ακολούθησε έτσι όσα είχε βάλει στο στόμα του Αλέξιου στο έργο της Για την Πατρίδα. Ήταν κάτι που θα έλεγε ο Ίων Δραγούμης, αυτό που τον χαρακτήριζε. 
«Παντοῦ καὶ πάντα μπορεῖ κανεὶς νὰ ὑπηρετήσει τὴν πατρίδα του. Καὶ τὴ ζωή σου δὲν ἔχεις δικαίωμα νὰ τὴ σπαταλήσεις ἢ νὰ τὴν πετάξεις. Ξόδεψέ την, δῶσε την, μὰ μὲ τρόπο ποὺ νὰ ὠφελήσει. Δὲ χρησιμεύει νὰ πεθάνομε ἀπὸ ἀγάπη ἢ ἀπὸ λύπη γιὰ τὴν πατρίδα. Πρέπει ὁ θάνατός μας νὰ ὠφελήσει σὲ κάτι. Εἰδεμὴ εἶναι ἄχρηστος». 
Ίων Δραγούμης. Ένα βιβλίο που αναφέρεται στην τριπλή του ιδιότητα, του διπλωματικού, του πολιτικού και του πνευματικού ανθρώπου, με φόντο την προσωπική του ζωή και τα πολυποίκιλα θέματα που τον απασχόλησαν. Ένα πρόσωπο που σημάδεψε τις αρχές του εικοστού αιώνα με τη δραστηριότητά του και μένει στην επικαιρότητα χάρη στην άδικη και ακατανόητη δολοφονία του. Η βιογραφία του σε πρώτο πρόσωπο δίνει έμφαση στο πώς ο ίδιος αντιλαμβανόταν όσα του συνέβαιναν κι εκείνα που παρατηρούσε γύρω του. Ένα βιβλίο μοναδικό που θα καθηλώσει τον αναγνώστη με τα νέα στοιχεία, τα οποία έρχονται στο φως και διαφοροποιούν την εικόνα που είχαμε για τον Ίωνα.Ήταν ένας άνθρωπος που πάντοτε επιδίωκε να είναι αδέσμευτος, ήταν αποφασισμένος και αποφασιστικός και πάλεψε πολύ για όσα πίστευε. Έτσι έγινε και με τις πολιτικές του απόψεις που στην ωριμότητά του άλλαξαν πολύ!
Ένας ήρωας αλλά κι ένας πολύ ευαίσθητος άνθρωπος. Ένας στρατιωτικός που τίμησε το επάγγελμά του και αναμείχθηκε σε όλες τις ριψοκίνδυνες και μυστικές κινήσεις της εποχής του. Σήμερα τον θεωρούμε πολύ συντηρητικό, εκείνος όμως θεωρούσε τον εαυτό του προοδευτικό, επειδή φρόντιζε για την πατρίδα του και δεν αδιαφορούσε για τα κοινά. Ήταν ωστόσο και οικογενειάρχης, σύζυγος, γιος, αδελφός και κυρίως πατέρας. Την ώρα των κρίσιμων αποφάσεων πάλευε ανάμεσα στο καθήκον και την αγάπη για τα παιδιά του. Θα παρακολουθήσουμε εδώ την καθημερινότητα του Παύλου Μελά, τις απόψεις και τους προβληματισμούς του. Κυρίως όμως τον αγώνα του για τη Μακεδονία και την εσωτερική του αγωνία να μην χάσουν άνθρωποι τη ζωή τους, ακόμη κι αν ήταν Βούλγαροι. Ο Μελάς λάτρευε τη ζωή ακόμα και των ζώων, απέφευγε την αδικία, δεν δίσταζε να κλάψει όταν οι εξελίξεις τον απογοήτευαν και αντίκριζε το περιβάλλον με ρομαντική διάθεση. Δεν φοβόταν τον θάνατο και όποτε χρειάστηκε προθυμοποιήθηκε να ριψοκινδυνεύσει. Το πορτρέτο ενός ανθρώπου απόλυτα φυσιολογικού, που εκτέθηκε εν γνώσει του σε ασυνήθιστες και σπάνιες καταστάσεις, οι οποίες είχαν ως συνέπεια να τον οδηγήσουν στον θάνατο. Αντιμετώπισε με δική του πρωτοβουλία και ρίσκο αήθη και μοιραία περιστατικά, που τον έκαναν να αντικρίζει συχνά κατά πρόσωπο τον θάνατο. Το μόνο που μπορούμε να του πούμε σήμερα, θαυμάζοντας το κουράγιο του, είναι: Τα σέβη μας, Παύλο Μελά! 
Μια Γαλλίδα μαρκησία, γεννημένη το 1846, που δεν είχε καμία σχέση με την Ελλάδα, ήρθε όμως σε επαφή μαζί της από ένα άρθρο. Διάβασε για τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο και την Άλωση στα πέντε χρόνια της και άρχισε να θαυμάζει το Βυζάντιο και τον πολιτισμό του.Με τα χρόνια, η προτίμησή της για τη χώρα μας μεγάλωνε και παρακολουθούσε όσο μπορούσε την επικαιρότητα. Μόνη της έμαθε ελληνικά, την καθαρεύουσα φυσικά. Επειδή δεν μπορούσε να ασχοληθεί με τη Γαλλία, όπου πολλά τη στενοχωρούσαν, αρθρογραφούσε για την Ελλάδα και έτσι γνωρίστηκε με Έλληνες που πήγαιναν τακτικά στη Γαλλία. Ανάμεσά τους ο Δημήτριος Βικέλας, ο Στέφανος Δραγούμης και ο Νεοκλής Καζάζης. Το 1899, μετά τον θάνατο του συζύγου της, του Ολιβιέ ντε Ριανκούρ, μαζί με τον γιο της Ραούλ ταξίδεψαν για πρώτη φορά στην Ελλάδα. Ήθελαν να ελέγξουν εάν υπήρχαν οι προϋποθέσεις για να ζήσουν οριστικά στη χώρα μας. Διαπίστωσαν ότι η Ελλάδα τους άρεσε και έναν χρόνο αργότερα εγκαταστάθηκαν μόνιμα. Ο γιος της κατατάχθηκε εθελοντικά στον ελληνικό στρατό για ένα διάστημα. Αργότερα υπηρέτησε κανονικά τη θητεία του και ονομάστηκε ανθυπολοχαγός. Έως εκεί ήταν όμως η σχέση του με την Ελλάδα. Επέστρεψε στη Γαλλία και δεν ήρθε ούτε όταν η μητέρα του τον πίεζε να πολεμήσει στο πλευρό των Ελλήνων στους Βαλκανικούς Πολέμους. Προτίμησε να ζει έναν άσωτο βίο στη χώρα όπου είχε γεννηθεί, μακριά από την επιρροή της μητέρας του. Η Λουίζα Ριανκούρ έζησε από το 1900 έως το 1941 μια πολύ έντονη ζωή. Η περίοδος ήταν ταραγμένη, οι ανάγκες τεράστιες. Η δραστηριότητα και η περιουσία της κάλυψαν πολλά κενά όπως θα παρακολουθήσουμε αναλυτικά εδώ.

Η Μίτση Σκ. Πικραμένου γεννήθηκε και κατοικεί στην Αθήνα. Σπούδασε γαλλική φιλολογία και κατόπιν βιβλιοθηκονομία. Πήρε το διδακτορικό της από το Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Εργάστηκε ως ερευνήτρια στο Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών. Παράλληλα, της ανατέθηκαν συγκεκριμένες εργασίες από διάφορους φορείς (Βουλή των Ελλήνων, Μουσείο Μπενάκη, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, Εταιρεία Κερκυραϊκών Σπουδών, Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο) ή και ιδιώτες.
Η εργογραφία της Μίτσης Σκ. Πικραμένου περιλαμβάνει περισσότερες από 6.000 σελίδες σε μονογραφίες και έργα υποδομής (ευρετήρια, βιβλιογραφίες, έντυπους καταλόγους βιβλιοθηκών, έκδοση γαλλικών επιστολών του Ιωάννη Καποδίστρια, μετάφραση έργου του Jean Savant, μελέτες για τον Θανάση Πετσάλη-Διομήδη, το «Γλυκυσματοποιείον» του Σπυρίδωνος Παυλίδη, κ.ά.)
Από το 2011 στράφηκε στη λογοτεχνική γραφή με ιστορικά μυθιστoρήματα ή μυθιστορηματικές βιογραφίες και διατηρώντας πάντοτε το φιλέρευνο και φιλομαθές ενδιαφέρον της για τα ζητήματα και τις προσωπικότητες που καταπιάνεται. Απευθυνόμενο στο ευρύ κοινό, χωρίς πλέον αυστηρό επιστημονικό χαρακτήρα, αλλά ως αποτέλεσμα εκτεταμένης και εργώδους μελέτης αρχείων και πρωτογενών πηγών, προέκυψε προοδευτικά το πολύτομο εκδοτικό της εγχείρημα «Αλληλένδετες Βιογραφίες».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

"Νότες Λογοτεχνίας"

Πολιτιστικό ιστολόγιο (από το 2009) και ραδιοφωνική εκπομπή με τίτλο "Να μείνουν μόνο τα τραγούδια" (από το 1998), με συνεντεύξεις, απόψεις, ιδέες και θέσεις γύρω από τη Μουσική, το Ελληνικό Τραγούδι, το Θέατρο, το Βιβλίο, τον Κινηματογράφο, τα Εικαστικά, τη Φωτογραφία, το Ραδιόφωνο, τη Θράκη. Μπορείτε να στέλνετε υλικό για παρουσιάσεις (LP, CD, βιβλία -παλιά & καινούργια-, περιοδικά, προσκλήσεις εκδηλώσεων) και να στηρίξετε ποικιλοτρόπως την προσπάθειά μας, επικοινωνώντας μαζί μας: theodosisv@gmail.com

Επιτρέπεται η χρήση και η αναδημοσίευση των άρθρων και των φωτογραφιών, με σαφή αναφορά της πηγής σε ενεργό σύνδεσμο. Υπεύθυνος αναρτήσεων (κειμένων και φωτογραφιών): Θεοδόσιος Π. Βαφειάδης.