Σάββατο, 14 Ιανουαρίου 2017

Συνέντευξη Χρήστου Χατζόπουλου στο Θεοδόση Βαφειάδη


Ο μουσικός Χρήστος Χατζόπουλος είναι από εκείνους τους ανθρώπους που προσπαθούν ν’ αποδείξουν πως υπάρχει πολιτισμός και στην εκτός Αθηνών, Ελλάδα. Και τα καταφέρνει περίφημα, παρά τις δυσκολίες. Διδάσκει ούτι στο Μουσικό Σχολείο Κομοτηνής, έχει δημιουργήσει το Μουσικό Εργαστήρι Νότα, στο οποίο γίνεται εξαιρετική δουλειά, γράφει τραγούδια, κάνει δίσκους, μουσικές για ταινίες και ντοκιμαντέρ, εμφανίσεις σε όλη τη Θράκη με τη μικρή του κόρη, Σοφία Χατζοπούλου και διάφορα μουσικά σχήματα, αποτελούμενα από επαγγελματίες μουσικούς, αλλά και από ταλαντούχους μαθητές του, χριστιανούς και μουσουλμάνους της Ροδόπης. Όλα αυτά είναι ο λόγος για την πρώτη εφ’ όλης της ύλης συνέντευξή του, στο πολιτιστικό ιστολόγιο «Να μείνουν μόνο τα τραγούδια».


Κύριε Χατζόπουλε, με τί τραγούδια μεγαλώσατε; Ποιες είναι οι μουσικές σας επιρροές;

Από τα παιδικά μου χρόνια, τα τραγούδια που θυμάμαι πολύ καθαρά, είναι δύο. Το νανούρισμα «Έλα ύπνε και πάρε το» που μου το τραγουδούσε η μητέρα μου και το κρητικό τραγούδι «Σε ψηλό βουνό» από τον πατέρα μου. Το δεύτερο μάλιστα το ζητούσα επίμονα κάθε βράδυ και στο σημείο που αναφέρουν οι στίχοι για τον αετό «βρεγμένος χιονισμένος ο καημένος» μ’ έπιαναν τα κλάματα. Η γλυκιά φωνή της μητέρας και η ζεστή φωνή του πατέρα, μου έμειναν αξέχαστες, ηχούν μέσα μου και πιστεύω ότι καθόρισαν την πορεία και τη σχέση μου με τη μουσική. Οι γιαγιάδες τραγουδούσαν μοιρολόγια από την Πατρίδα (Ανατολικἠ Θράκη). Είχα την τύχη να μεγαλώσω στα χωριά των γονιών μου και να ζήσω από πρώτο χέρι τα γλέντια, τους γάμους και τα πανηγύρια, όπου συμμετείχαν πρόσφυγες που είχαν έρθει από την Ανατ. Θράκη, τη Μικρά Ασία κ.ά. Αυτοί οι άνθρωποι είχαν μεταφέρει τη μουσική, τους χορούς και τα έθιμά τους και συνέβαλαν τα μέγιστα σ’ αυτό που σήμερα λέμε παραδοσιακή μουσική.

Επηρεασμένος κυρίως από την παραδοσιακή μουσική δηλαδή;

Ναι, αλλά όχι μόνο. Θυμάμαι τον έναν παππού μου να τραγουδάει την «Γερακίνα», «Τα παιδιά της γειτονιάς σου», την «Παξιμαδοκλέφτρα» και τον άλλον να ψέλνει. Έτσι και η σχέση μου και τα ακούσματα της βυζαντινής μουσικής ξεκίνησαν πολύ νωρίς, λόγω και του πατέρα μου που ήταν ιερέας.

Περιγράψτε το μουσικό τοπίο των χωριών σας. Υπήρχαν κάποιοι οργανοπαίκτες που θαυμάζατε;

Φυσικά! Θυμάμαι το Δημήτρη Αποστόλου (Μοτός) που έπαιζε γκάιντα μ’ έναν ήχο διαπεραστικό και συνάμα βαθύ και εκστατικό που ξυπνούσε συναισθήματα και μνήμες, στο καφενείο του χωριού του πατέρα μου, στον Έβρενο Ροδόπης. Στο διπλανό καφενείο τα παλικάρια του χωριού χόρευαν τον ζεϊμπέκικο μέσα από το μοναδικό ήχο του ηλεκτρόφωνου (JUKE BOX). Θυμάμαι το «Ιστεμεμ μπαμπατζίμ», σε γάμο στο μουσουλμανικό μαχαλά του χωριού. Ο Δημητρός Λύρατζης -από το χωριό της μητέρας μου, τους Άγιους Θεόδωρους Ροδόπης- έπαιζε μοναδικά με το βιολί του τα θρακιώτικα αλλά και τους άλλους παραδοσιακούς χορούς και τραγούδια. Καθόμουν από μικρός στα γλέντια και τον χάζευα με τις ώρες. Αργότερα, όταν μεγάλωσα, είχα την τύχη να συνεργαστώ μαζί του και να μάθω πολλά από αυτόν. «Κοίτα τα πόδια αυτών που χορεύουν και συντονίσου ρυθμικά με τις κινήσεις τους», έλεγε. Στη συνέχεια ήρθαμε στην πόλη της Κομοτηνής και πρωτοπήγα με τους γονείς μου στις μουσικοχορευτικές εκδηλώσεις των Ελευθερίων της πρωτεύουσας του Νομού Ροδόπης. Εκεί πρωτοάκουσα τα ποντιακά τραγούδια και πρωτοείδα τους χορούς τους. Εντυπωσιάστηκα τόσο πολύ που φεύγοντας δήλωσα: «Εγώ όταν θα μεγαλώσω θα γίνω Πόντιος»!


Εκείνα τα χρόνια, στο ραδιόφωνο και στην τηλεόραση, τί ακούγατε;

Έψαχνα στα μεσαία και έβρισκα κάτι χορωδίες, ορχήστρες και τραγούδια Ανατολικής μουσικής και ταξίδευα μαγεμένος μέσα στις μοναδικές τους μελωδίες. Μέσα από τις κασέτες του πατέρα μου γνώρισα τον Στέλιο Καζαντζίδη, το Μανώλη Αγγελόπουλο, τον Πάνο Γαβαλά, την Πόλυ Πάνου, τη Βούλα Πάλα και πολλούς άλλους εκπροσώπους του παλιού λαϊκού τραγουδιού. Εκείνη την εποχή εμφανιζόταν πολύ στην τηλεόραση ο μεγάλος δεξιοτέχνης του σαντουριού, Αριστείδης Μόσχος. Εμένα, που μ’ έχανες που μ’ έβρισκες, πάνω από τη σόμπα πετρελαίου -με κλειστό το καπάκι θύμιζε το όργανο- με δύο οδοντόβουρτσες και με πολύ φαντασία να παίζω τραγούδια στο υποτιθέμενο σαντούρι!

Η ροκ μουσική πότε μπήκε στη ζωή σας;

Στα χρόνια της εφηβείας. Τότε ανακάλυψα το Rock n Roll και τους Elvis Presley, Eddie Cochran, Richie Valens, Gene Vincent, Brian Setzer (Stray Cats) και πολλούς άλλους αστέρες αυτής της μουσικής. Η πρώτη μου επαγγελματική δουλειά ήταν τη σεζόν 1989-1990, σε γνωστό music hall της Κομοτηνής, όπου τραγουδούσα Rock n Roll! Στη συνέχεια ήρθε ο στρατός. Εκεί γνώρισα διάφορους μουσικούς, όπου συνεργαστήκαμε και βρέθηκα να παίζω με την κιθάρα μέχρι και τις γνωστές λαϊκές επιτυχίες της εποχής σε οικογενειακά κέντρα στο Σουφλί του Έβρου.
Μετά το στρατό συμμετείχα σε ροκ μπάντες παίζοντας μπάσο σε τραγούδια Hard Rock, Blues, Punk, Metal, Rockabilly και συγχρόνως έπαιζα κιθάρα σε ρεμπέτικες κομπανίες σε διάφορα μαγαζιά και κέντρα της Κομοτηνής και της Αλεξανδρούπολης.

Από το 2000 διδάσκετε ούτι στο «Μουσικό Σχολείο Κομοτηνής», παράλληλα με το Μουσικό Εργαστήριο «Νότα» που ιδρύσατε το 2010. Εσείς, από ποιους «δασκάλους» επηρεαστήκατε;

Όταν άρχισα να μελετώ ούτι και ανατολική μουσική, γνώρισα και συνεργάστηκα με τον δεξιοτέχνη του κλαρίνου Σολ Χασάν και τον δάσκαλο στο ούτι Μπουρχάν Χασάν, όπου με διδάξαν και οι δυο την τέχνη της Ανατολικής μουσικής. Δάσκαλος μου στη βυζαντινή μουσική υπήρξε ο Αθανάσιος Σαλαμάνης. Μετέπειτα ξεκίνησαν και οι σημαντικότερες συνεργασίες μου, με πολύ μεγάλους μουσικούς από Κωνσταντινούπολη, Αθήνα, Αδριανούπολη, Σμύρνη, Φιλιππούπολη, με τους οποίους είχα την τιμή και την τύχη να συνεργαστώ τόσο δισκογραφικά όσο και συναυλιακά. Οι μουσικοί του συγκροτήματος «Βόσπορος» της Πόλης ήταν από τις συνεργασίες που θα έλεγα ότι με επηρέασαν αρκετά. Από εκεί και πέρα η ενασχόληση μου εμπλουτίστηκε με περισσότερα όργανα όπως βιολί, λύρα, νέι, γιαλί ταμπούρ, σάζι, μπουζούκι, κρουστά κ.ά.


Πώς είναι για έναν καλλιτέχνη να ζει και να δημιουργεί στην ακριτική Ελλάδα και συγκεκριμένα στη Θράκη; Ποια τα υπέρ και ποια τα κατά;

Η περιοχή μας λόγω των διαφορετικών πολιτισμών είναι πάρα πολύ πλούσια σε τραγούδια, ρυθμούς, χορούς και μουσικές κλίμακες. Από αυτή την άποψη μουσικά κρύβει ακατέργαστους πολύτιμους λίθους. Είναι πολύ δύσκολο όμως για κάποιον που δημιουργεί να τους ανακαλύψει. Χρειάζεται καθημερινή ενασχόληση και υπομονή για την έρευνα των πληροφοριών. Θα πρέπει να γνωρίσεις όλα αυτά τα μουσικά ηχοχρώματα, να τα χωνέψεις και μετά εφόσον σου έρθει η έμπνευση, να δημιουργήσεις. Από εκεί και πέρα χρειάζονται πολύς χρόνος και χρήματα για τις ηχογραφήσεις, για το στήσιμο του μουσικού δίσκου και την προώθηση του. Οι επιλογές είναι λιγότερες σε σχέση με τις μεγάλες πόλεις, εντούτοις υπάρχουν στούντιο για τις ηχογραφήσεις, όμως δεν υπάρχει ούτε ένα δισκοπωλείο, για να μπορέσει να προμηθευτεί ο κόσμος τις νέες δισκογραφικές κυκλοφορίες. Από τη μία λοιπόν, είναι πολύ ωραία όλη αυτή η εμπειρία που κέρδισα και εισέπραξα από αυτήν την περιοχή (Μουσικό Σχολείο Κομοτηνής, Μουσικό Εργαστήρι Αρριανών –Σαπών και Κομοτηνής «Νότα», τα «Χελιδονίσματα», δημιουργία μουσικών ομάδων διαφορετικών μουσικών πολιτισμών της περιοχής και ευπαθών ομάδων, αρκετές συναυλίες και μουσικές εκδηλώσεις με παιδιά), από την άλλη όμως, κάθε φορά που παίζω μουσική σε κοινό εκτός της περιοχής μου, κυρίως σε μεγάλες πόλεις ή στο εξωτερικό, πιάνω τον εαυτό μου ν’ αναρωτιέται μήπως ζω σε λάθος μέρος.

Μουσικοσυνθέτης-τραγουδιστής ή δάσκαλος μουσικής; Ποια ιδιότητά σας υπερισχύει; Τί σας γεμίζει περισσότερο, η δημιουργία τραγουδιών ή η διδασκαλία της μουσικής τέχνης;

Δε μπορώ να ξεχωρίσω καμιά ιδιότητά μου, γιατί όλες είναι κομμάτι του εαυτού μου και της πορείας μου. Όταν έχεις έμπνευση για ένα μουσικό κομμάτι είναι κατά κάποιο τρόπο σαν μια γέννα και δεν ησυχάζεις μέχρι να βγει από μέσα σου. Η ερμηνεία σε κάνει να αισθάνεσαι τελείως διαφορετικά. Η διδασκαλία απαιτεί ευθύνη και πιστεύω γίνεσαι καλύτερος δάσκαλος όταν αρχίζεις να μαθαίνεις από τους μαθητές σου. Παρά ταύτα η μία ιδιότητα συμπληρώνει την άλλη και προσωπικά όλα αυτά με ολοκληρώνουν ως καλλιτέχνη.

Πώς θα περιγράφατε τα τραγούδια που γράφετε; Ποιο είναι το κύριο χαρακτηριστικό τους γνώρισμα;

Δε μου αρέσουν γενικά οι ταμπέλες. Τα τραγούδια μου έχουν επιρροές από την ελληνική παραδοσιακή, θρακιώτικη, ρεμπέτικη, λαϊκή, βυζαντινή, ανατολική, βαλκανική, αλλά ακόμη κι από τη Rock μουσική. Πολλές φορές συνοδεύονται από παραδοσιακά όργανα όπως ούτι, κανονάκι, νέι και άλλα.


Πώς είναι να συνεργάζεστε με την κόρη σας; Είναι αλήθεια πως θεωρείτε ότι είναι η καλύτερη μουσικός με την οποία έχετε συνεργαστεί;

Για το αν είναι η καλύτερη μουσικός, η απάντηση μπορεί να μη φανεί αντικειμενική και να κινδυνεύω να παρεξηγηθώ, γιατί είμαι ο πατέρας της. Είναι όμως ένα παιδί που όταν μελετούσα μουσική, βρισκόταν σκαρφαλωμένο στην πλάτη μου. Λόγω του ταλέντου, του χαρακτήρα και της αγάπης της για τη μουσική, αλλά και της σωστής πληροφορίας που πιστεύω ότι της έχω μεταδώσει, έχει εξελίξει τόσο τον τρόπο έκφρασης, την τεχνική, την ερμηνεία και τον αυτοσχεδιασμό, σε βαθμό που τη ζηλεύω περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο μουσικό!

Η συνεργασία με τον Παντελή Θαλασσινό πώς προέκυψε;

Η γνωριμία και συνεργασία μας προέκυψε από τον αείμνηστο μουσικό παραγωγό και ιδρυτή του μουσικού σχήματος της Πόλης «Βόσπορος» και φίλο μου, Νικηφόρο Μεταξά. Ο Παντελής Θαλασσινός άκουσε όλα τα τραγούδια του δίσκου «Θράκης Φωνή» και διάλεξε να ερμηνεύσει την «Πικροθάλασσα». Έχουμε παίξει μαζί όταν είχε έρθει παλιότερα για συναυλία στην Κομοτηνή. Ο Παντελής Θαλασσινός, εκτός από μεγάλος καλλιτέχνης είναι και πολύ ωραίος άνθρωπος. Έχει βοηθήσει και στηρίξει πολλούς νέους μουσικούς να σταθούν στο ξεκίνημά τους.

Ποια είναι η πιο ξεχωριστή στιγμή που ζήσατε με τη μουσουλμανική μειονότητα της Ροδόπης; Κάποιο γεγονός που αξίζει να δημοσιοποιηθεί;

Οι στιγμές που έζησα και συνεχίζω να ζω μ’ αυτά τα παιδιά είναι ιδιαίτερες. Μου έχουν δώσει αρκετές φορές χαρά και συγκίνηση. Αρκετή ικανοποίηση ένιωσα όταν άκουσα τα παιδιά από το Μουσικό Εργαστήρι των Αρριανών να ερμηνεύουν Βαμβακάρη, Τσιτσάνη, Παπαιωάννου, Χατζιδάκι, Παπάζογλου, Καζαντζίδη αλλά και άλλους αξιόλογους Έλληνες και Τούρκους δημιουργούς και καλλιτέχνες. Μια από τις αξέχαστες στιγμές ήταν σε μια πρόβα, όπου παίζαμε τον «Μπάμπη τον Φλού» του Παύλου Σιδηρόπουλου. Τότε ένας μαθητής σηκώθηκε και άρχισε να χορεύει με μοναδικό τρόπο. Ήταν πρωτόγνωρη γι’ αυτόν η συγκεκριμένη μουσική και ο ίδιος είχε σοβαρά προβλήματα ακοής. Παρ’ όλα αυτά χόρευε με εκστατικό τρόπο και το χαμόγελο του ήταν μέχρι τ’ αυτιά. Εκεί έβλεπες καθαρά τη δύναμη της μουσικής και το πόσο πολύ μπορεί να επηρεάσει, να γαληνέψει, ακόμα και να θεραπεύσει την ψυχή του ανθρώπου.


Πώς είναι να γράφει κανείς μουσική και τραγούδια για ταινίες και ντοκιμαντέρ;

Έγραψα μουσική για τα ντοκιμαντέρ του Γιάννη Καρυπίδη: «Της γης το χρυσάφι», «Ανακύκλωση τώρα», «Το Δέλτα του Έβρου» , «Άπληστον κέρδος» και για την ταινία της Πελίν Μποντούρ «Ξενιτεμένη αγάπη». Όταν γράφεις μουσική για ταινία, για ντοκιμαντέρ, για θέατρο, επεμβαίνεις και ενισχύεις τα συναισθήματα της εικόνας. Είναι ένας άλλος τρόπος έκφρασης που πηγάζει σε συνεργασία με την εικόνα. Μοιάζει αρκετά με τη σύνθεση, αλλά νομίζω πώς πρέπει να υπάρχει ικανότητα και έμπνευση στον κινηματογραφικό τρόπο έκφρασης. Η ικανοποίηση έχει να κάνει μ’ εκείνη του συνθέτη δημιουργού.

Μέχρι σήμερα έχουν κυκλοφορήσει τέσσερις δισκογραφικές σας δουλειές. Πείτε μας δυο λόγια για την καθεμιά και πώς μπορεί να τις προμηθευτεί ο μελλοντικός ακροατής σας;

Ο πρώτος δίσκος είναι τα «Χελιδονίσματα». Ανοιξιάτικα κάλαντα σε συνεργασία με το Μουσικό Σχολείο Κομοτηνής και τον Πολιτιστικό Σύλλογο Περιοχής Βυζαντινού Φρουρίου Κομοτηνής το 2004. Σ΄ αυτήν τη δουλειά μελοποίησα τα παραδοσιακά κάλαντα «Χελιδονίσματα», τα οποία η ορχήστρα και η χορωδία του Μουσικού Σχολείου τραγουδά στους δρόμους της Κομοτηνής την περίοδο της άνοιξης. Επίσης, έκανα τη μουσική επιμέλεια, την ενορχήστρωση και την παραγωγή στο cd που περιλαμβάνει τα κάλαντα και 12 άλλα παραδοσιακά μουσικά κομμάτια. 
Η δεύτερη δισκογραφική μου δουλειά έχει τίτλο «Θράκης φωνή» και περιέχει 12 τραγούδια σε μουσική δική μου και στίχους της Ελένης Μπενέκου. Κυκλοφόρησε από την Μ.Β.Ι. το Μάρτιο του 2007 και στην Τουρκία από την ΑDA με τίτλο «Trakyamın Canşarkısι». Συνεργάστηκα με καταξιωμένους μουσικούς όπως η Βασιλική Παπαγεωργίου, ο Νικηφόρος Μεταξάς, ο Χασάν Εσσέν, ο Τάκης Κανέλλος, ο Ενγκίν Αρσλάν, ο Τζιχάν Γιουρτσού, ο Χουσνού Σενλεντιριντζί, ο Παντελής Θαλασσινός και πολλοί άλλοι. Χάριν αυτού του δίσκου το Φεβρουάριο του 2009 τιμήθηκα από την Μ.Β.Ι. για τη συμμετοχή μου στο χρυσό δίσκο «Από άλλα περιβόλια» του Παντελή Θαλασσινού, με το τραγούδι μου «Πικροθάλασσα».
Η τρίτη δουλειά κυκλοφόρησε τον Οκτώβρη του 2010 με τίτλο «Πέτρινο Δαχτυλίδι» και είναι αφιερωμένη στην πόλη της Κομοτηνής. Περιέχει τραγούδια σε ύφος λαϊκό χασάπικο, βαλς, βυζαντινό και ένα παιδικό τραγούδι με βίντεο κλιπ όπου συμμετέχουν παιδιά απ’ όλα τα Δημοτικά σχολεία της πόλης.
O τέταρτος δίσκος έχει τίτλο «Θα τραγουδήσω αγαλινά». Έκανα σ΄ αυτόν την ενορχήστρωση και την μουσική επιμέλεια. Κυκλοφόρησε την άνοιξη του 2015. Μία δουλειά με μαθητές και καθηγητές του Μουσικού Σχολείου Κομοτηνής, σε παραδοσιακά τραγούδια απ' όλη την Ελλάδα.
Παλιότερα όταν υπήρχαν τα δισκοπωλεία μπορούσες να προμηθευτείς όλα τα C.D. εύκολα. Σήμερα όμως άλλαξαν τα πράγματα. Κάποια μπορούν να τα αναζητήσουν από εμένα και κάποια από το Σύλλογο του Μουσικού Σχολείου Κομοτηνής. Το σίγουρο όμως είναι ότι μπορεί ο καθένας ν’ ακούσει όλα τα τραγούδια από το διαδίκτυο, στο YouTube!


Ποιες είναι οι επόμενες καλλιτεχνικές σας κινήσεις, τα άμεσα επαγγελματικά σας σχέδια;

Μέσα στους στόχους μου για την συνέχεια είναι να τελειώσω τις δύο μουσικές παραγωγές που ξεκίνησα πριν καιρό και να δώσω στον κόσμο να καταλάβει ότι τα «Χελιδονίσματα» είναι μια γιορτή της άνοιξης, των τεχνών, των γραμμάτων, του εθελοντισμού και κάθε «άνοιξης» που κρύβουμε μέσα μας. Ένας θεσμός που πρέπει να αγκαλιαστεί απ’ όλους τους Κομοτηναίους, σα να είναι κάτι δικό τους.

Κύριε Χατζόπουλε, ολοκληρώνοντας την κουβέντα μας, για ποιο απ’ όλα όσα έχετε κάνει στο χώρο της μουσικής, νιώθετε περήφανος;

Δεν ξέρω αν λέγεται υπερηφάνεια ή ικανοποίηση αυτό που νιώθω κ. Βαφειάδη, αλλά είμαι σίγουρος πως ακολούθησα το δρόμο της καρδιάς μου και αυτό είναι το πιο σημαντικό πράγμα που έχω καταφέρει.

Φωτογραφίες: Θεοδόσης Βαφειάδης. Περισσότερες πληροφορίες και στοιχεία για το μουσικό Χρήστο Χατζόπουλο και τις εκπαιδευτικές – καλλιτεχνικές του δραστηριότητες, στους παρακάτω συνδέσμους:
 

Δεν υπάρχουν σχόλια: