Τετάρτη, 14 Σεπτεμβρίου 2016

Αηδονίδης και Γκαϊφύλλιας για τον Καζαντζίδη


Πέρασαν 15 χρόνια από τότε που έφυγε ο Στέλιος Καζαντζίδης (29 Αυγούστου 1931-14 Σεπτεμβρίου 2011), η φωνή που αγάπησαν οι Έλληνες σε όλο τον κόσμο. Πολλά θα μπορούσαμε να πούμε. Και άλλα τόσα ν' ακούσουμε. Ειδικά τα τραγούδια που έκανε με τον Άκη Πάνου, αλλά και με τον Τάκη Σούκα, το Χρήστο Νικολόπουλο, το Θόδωρο Δερβενιώτη, οι σύντομες "συναντήσεις" του με τους Μάνους, το Μίκη, το Χρήστο Λεοντή, ακόμα και με τον Σταμάτη Σπανουδάκη στα "Πέτρινα Χρόνια". 


Ιδιαίτερο ενδιαφέρον όμως παρουσιάζουν δύο παλαιότερα κείμενα που γράφτηκαν για τον Καζαντζίδη, από δύο σημαντικούς θρακιώτες καλλιτέχνες. Το πρώτο από τον τραγουδοποιό Θανάση Γκαϊφύλλια και το δεύτερο από τον τραγουδιστή και δάσκαλο της παραδοσιακής και βυζαντινής μουσικής, Χρόνη Αηδονίδη

Η ΑΠΟΛΥΤΗ ΦΩΝΗ

Τα πρώτα παιδικά μου χρόνια στην Κομοτηνή, τα έζησα σε μια φτωχογειτονιά με πλίνθινα σπίτια. Εκεί είδα φτώχεια, που δε θα ξεχάσω ποτέ. Όλοι όσοι έμεναν εκεί ήθελαν να ξεφύγουν απ’ τη μίζερη και αδιέξοδη ζωή τους. Ακόμα και η διεύθυνση μας το θύμιζε καθημερινά. Οδός Πύργου - Αδιέξοδος Α. Στη διπλανή αυλή έμενε μια οικογένεια με τέσσερα παιδιά. Τρία κορίτσια κι ένα αγόρι, που ήταν τρίτο στη σειρά. Ο Χρήστος μόλις είχε τελειώσει τη θητεία του, αλλά τα πραγματικά ζόρια τώρα άρχιζαν γι’ αυτόν. Θα έπρεπε πρώτα να παντρέψει τα κορίτσια και ύστερα, αν του έμενε χρόνος και κουράγιο, θα έκανε κι αυτός οικογένεια.
Τα κορίτσια στο βελόνι κι ο Χρήστος εργάτης, που έκανε μεροκάματο, όταν και όπου έβρισκε. Δύσκολες μέρες και το χειρότερο, χωρίς προοπτική. Υπήρχε όμως μια μέρα που ξεχώριζε. Η Κυριακή. Τότε ο Χρήστος έβγαινε στην αυλή φορώντας ένα άσπρο φανελάκι κασκορσέ, που τόνιζε το γεροδεμένο και ηλιοκαμένο του κορμί, στερέωνε ένα καθρεφτάκι πάνω στο μουσλούκι (δοχείο με νερό κρεμασμένο στον τοίχο) και καθώς ξυριζόταν, από ένα φορητό πικάπ άκουγε τα αγαπημένα του δισκάκια. Αποκλειστικά Καζαντζίδη. Μόλις άκουγα μουσική πήγαινα κι εγώ στην αυλή τους, γιατί μου άρεσε το σκηνικό, αλλά τα τραγούδια του Στέλιου μου ήταν αδιάφορα. Μια Κυριακή άκουσα έναν άλλο τραγουδιστή (αργότερα έμαθα ότι τον έλεγαν Αγγελόπουλο) κι όταν πήγα στην αυλή, ο Χρήστος δεν ήταν εκεί. Είχε πάει στη Γερμανία και προφανώς είχε πάρει τα αγαπημένα δισκάκια μαζί του.
Τα χρόνια περνούσαν και καθώς μεγάλωνα στην καινούργια μου γειτονιά, κάθε φορά που άκουγα τις…φάμπρικες της Γερμανίας, έφερνα την εικόνα του Χρήστου στο μυαλό μου να λιώνει εκείνα τα δισκάκια στην καταραμένη ξενιτιά. Άκουγα αχόρταγα από το ραδιόφωνο κάθε τι καινούργιο (κυρίως Νέο Κύμα) κι αργότερα ξόδευα το χαρτζιλίκι μου στα juke box για χάρη του Elvis, των Beatles και των Stones, αλλά ποτέ δεν χάλασα μια δραχμή για χάρη του Στέλιου. Είδα με συμπάθεια την προσπάθειά του να μπει στα χωράφια του Μπιθικώτση, τραγουδώντας Μίκη και Μάνο, αλλά ως εκεί. Έπρεπε να ωριμάσω για να γίνω πιο διαλλακτικός με τις επιλογές μου και τότε πρόσεξα την ερμηνεία του στο «Ποια είσαι εσύ» του Νικολόπουλου κι έπαθα την πλάκα μου. Δεν χόρταινα να τον ακούω να παίζει με μια jazz διάθεση με τα ημιτόνια, να βυθίζει τη φωνή του στα έγκατα του πενταγράμμου και με άνεση να την εκτοξεύει δυο οκτάβες επάνω, χωρίς να χάσουν οι νότες τίποτε απ’ τη δυναμική τους. Άνοιγε το στόμα του για το αγαπημένο του ΑΑΑΑ και νόμιζε κανείς πως έκρυβε τον τρούλο της Αγιά-Σοφιάς στο λαρύγγι του.
Ανακάλυψα το «Μίσος» του Άκη Πάνου και υποκλίθηκα. Και κάποια στιγμή επέτρεψα στον εαυτό μου να βουρκώσει ακούγοντας «Το μερτικό μου απ’ τη χαρά» του Λοΐζου. Α ρε Χρήστο, δίκιο είχες που λάτρευες την «απόλυτη φωνή».

Θανάσης Γκαϊφύλλιας
Κομοτηνή 07-09-2009

Πηγή: Εφημερίδα "Εποχή"


Με τον μεγάλο Στέλιο, ενώ τον ήξερα και με ήξερε από τότε που πρωτοβγήκαν οι φωνές μας στον αέρα, δηλαδή αρχές της δεκαετίας του 1950, η γνωριμία μας από κοντά έγινε το 1980 στο Σισμανόγλειο Νοσοκομείο, όπου εργαζόμουν στις οικονομικές υπηρεσίες επί πολλά χρόνια.

Ο Στέλιος την περίοδο εκείνη έφερε για πρώτη φορά, ως ασθενή στο καρδιολογικό τμήμα, τη μητέρα του, την οποία υπεραγαπούσε και επισκεπτόταν κάθε μέρα. Έβρισκε λοιπόν το χρόνο και περνούσε και από το γραφείο μας για να τα πούμε. Θυμάμαι ότι συζητούσαμε διάφορα γύρω από τα καλλιτεχνικά μας ενδιαφέροντα. Ήταν η εποχή που είχε κάποιες διαμάχες με τις εταιρείες και τις δεσμεύσεις που του είχαν επιβάλει μέσω συμβολαίων, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να έρχεται σε επαφή με το κοινό του, που τόσο τον θαύμαζε και τον αγαπούσε, κι έτσι μου εξέφραζε συχνά την πικρία και το παράπονό του.

Ο Στέλιος Καζαντζίδης ήταν και θα μείνει ανεπανάληπτος όχι μόνο για το μοναδικό θείο χάρισμα της φωνής του αλλά και για το ήθος, το ύφος και την ευαισθησία του.

Τη φωνή του σίγουρα θα την χαρακτήριζα βυζαντινή. Εξάλλου η καταγωγή του (Μ. Ασία) και μόνο, την επικυρώνει. Πιστεύω πως, πέραν από τα υπέροχα λαϊκά κομμάτια που ανέδειξε, θα μπορούσε κάλλιστα, αν είχε ασχοληθεί ειδικά με την βυζαντινή μουσική, να αποδώσει και εκκλησιαστικούς βυζαντινούς ύμνους αλλά και δημοτικά τραγούδια της παράδοσής μας.

Ο Στέλιος Καζαντζίδης αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα κεφάλαια στη μουσική ιστορία της χώρας μας, γιατί όχι μόνο ανέθρεψε μουσικά γενιές και γενιές αλλά και γιατί προσέφερε παρηγοριά στον πόνο των ανθρώπων, την εποχή που την είχαν ανάγκη, συμπάσχοντας ειλικρινά και από καρδιάς, με όλη του την ψυχή, μέσα από τα τραγούδια του.

Καλή μας αντάμωση Στέλιο!

Χρόνης Αηδονίδης
2009



Δεν υπάρχουν σχόλια: