Πέμπτη, 19 Μαΐου 2016

Μερόπη Κολλάρου – Το πορτρέτο μιας σπουδαίας πιανίστριας



Η Μερόπη Κολλάρου, με καταγωγή από τη Μικρά Ασία και τη Σύρο, γεννήθηκε το 1955 στην ανοιχτή και πολυπολιτισμική πόλη των εκατό πιάνων και των οκτώ προξενείων, την Αλεξανδρούπολη. Οι γονείς της, καλλιεργημένοι και φιλόμουσοι άνθρωποι, την έστειλαν από μικρή να μάθει πιάνο. Πρώτη δασκάλα η Ελένη Δελημιχάλη, μια πολιτισμένη γυναίκα που είχε δημιουργήσει έναν αξιόλογο πυρήνα μαθητών πιάνου. Έπειτα, συνέχισε τα μαθήματα με μια γλυκύτατη Αρμένισα δασκάλα, την Τσολίτ Καγιάτ, η οποία δίδασκε στο Δημοτικό Ωδείο Αλεξανδρούπολης. Το Δ.Ω.Α. λειτούργησε το 1958, ως παράρτημα του Κρατικού Ωδείου Θεσσαλονίκης, μετά από προσπάθειες πολλών ανθρώπων, αλλά κυρίως της σπουδαίας λαογράφου, Ελένης Φιλιππίδη, μιας χαρισματικής προσωπικότητας του τόπου μας. 

Δίπλα σ’ αυτές τις δασκάλες, που υπήρξαν γενναιόδωρες μαζί της, πήρε τις βάσεις για να μπορέσει αργότερα να δημιουργήσει ένα δικό της κόσμο. Μελετούσανε παρτιτούρες και ακούγανε μουσική πολλές ώρες με την ταλαντούχα μικρή πιανίστα. Για πρώτη φορά άκουσε κονσέρτα του Μπετόβεν και άλλων σημαντικών συνθετών στο περίφημο ραδιόφωνο της Κωνσταντινούπολης, το οποίο μετέδιδε εξαιρετική μουσική και είχε μεγάλη εμβέλεια, σε αντίθεση με το ελληνικό κρατικό ραδιόφωνο. Δυστυχώς, δεν προσέφερε η επαρχία πολλές δυνατότητες. Όλοι όσοι μεγαλώσανε στην "εκτός Αθηνών" Ελλάδα, ξεκινήσανε σχεδόν αυτοδίδακτοι.

Έψαχνε όμως και μόνη της, να βρει παρτιτούρες προχωρημένων και δύσκολων συνθετών... Σοπέν, Προκόφιεφ... και τις έβρισκε στο κατάστημα ενός εξαίρετου εμπόρου και μουσικού, του Χριστόφορου Παπαδόπουλου, ενός πραγματικά θαυμάσιου και πολιτισμένου ανθρώπου της παλιάς Αλεξανδρούπολης.
Από τα εφηβικά - νεανικά της χρόνια είχε μια μανία για την τελειότητα. Πέρα από την αξιοθαύμαστη δεξιοτεχνία της, σύμφωνα με τις απόψεις των ειδικών κριτικών, η ακρίβεια και η καθαρότητα είναι από τα σημαντικότερα χαρακτηριστικά της μουσικής της ιδιοσυγκρασίας. Στις κριτικές συχνά εκθειάστηκε η ενέργεια του παιξίματός της και οι δυνατές ερμηνείες του πολύπλευρου ρεπερτορίου της. Στο λεξικό της ελληνικής μουσικής του Τάκη Καλογερόπουλου υπάρχει εκτενής αναφορά για την καλλιτεχνική δραστηριότητα της Μερόπης Κολλάρου. 
Σπούδασε, σύμφωνα με το πλούσιο βιογραφικό της σημείωμα, στο «Κρατικό Ωδείο Θεσσαλονίκης», στην τάξη του σπουδαίου αρχιμουσικού Γεώργιου Θύμη (1924-2009) και πήρε δίπλωμα πιάνου με ειδική διάκριση βραβείου. Με υποτροφία της Ουγγρικής Κυβέρνησης μαθήτευσε από το 1982 έως το 1987 στη Μουσική Ακαδημία Ferenc Liszt της Βουδαπέστης, κοντά στους Ferenc Rados (πιάνο) και στο σημαντικό συνθέτη Gyorgy Kurtag (μουσική δωματίου), οι οποίοι καθόρισαν τη μουσική της πορεία. 
Στη συνέχεια, μελέτησε σύγχρονη αμερικανική μουσική στο Βέλγιο με τον Noel Lee και ισπανική μουσική με τη Rosa Sabater, καθώς και με άλλους σπουδαίους ερμηνευτές του καιρού μας, όπως οι Leonard Bernstein, Dimitri Baskiroff, Maria Cursio, Gyorgy Sebok, Tamas Vasary. Συνδέθηκε με φιλία και συνεργασίες με τους σημαντικότερους Ούγγρους πιανίστες (Zoltan Kocsis, Dezso Ranki, Andras Schiff, Peter Nagy και πολλούς άλλους). 

Έχει συνεργαστεί με το «Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος» σε μουσικές παραγωγές έργων των Kurt Weil (Όπερα της Πεντάρας του Μπέρτολτ Μπρεχτ - 1980) και Βασίλη Τενίδη (Τύχη της Μαρούλας του Δημήτρη Κορομηλά - 1981). Με την εταιρεία «Πράξις» δισκογράφησε (στα μέσα της δεκαετίας του '80) τη σουίτα για πιάνο «Το φως της Κάκτου» του Κυριάκου Σφέτσα και αργότερα το δίσκο «Τοπίο – 5 Τραγούδια σε ποίηση Μίλτου Σαχτούρη» με την Anna Marie Muller, του ίδιου συνθέτη.
Τα τελευταία 40 χρόνια εμφανίζεται σε σόλο ρεσιτάλ, συναυλίες μουσικής δωματίου, ραδιοφωνικές ηχογραφήσεις στην ΕΡΤ (Τρίτο Πρόγραμμα Ελληνικής Ραδιοφωνίας) και συμπράττει ως σολίστ με όλες τις σημαντικές ελληνικές ορχήστρες, καθώς και με σημαντικές ευρωπαϊκές ορχήστρες. Συμμετείχε όλα αυτά τα χρόνια σε πολλά διεθνή φεστιβάλ εντός και εκτός Ελλάδας και σε συναυλίες σε ολόκληρη την Ελλάδα, την Κύπρο, στο Βέλγιο, στη Φινλανδία, στη Σουηδία, στην Αυστρία, στην Ουγγαρία, στην Τσεχία, στη Βουλγαρία... για τα ραδιοτηλεοπτικά δίκτυα των οποίων έχει πραγματοποιήσει ηχογραφήσεις σε ευρύ ρεπερτόριο. 

Το όνομά της συνδέθηκε με την ερμηνεία έργων -σε πρώτη εκτέλεση στην Ελλάδα- των B.Britten (Κ.Ο.Θ. το 1983 σε διεύθυνση Λευτέρη Χαλκιαδάκη), A.Copland (Κ.Ο.Θ. το 1985 σε διεύθυνση Ανδρέα Παρίδη), Θάνου Μικρούτσικου, Κυριάκου Σφέτσα, Γιώργου Σισιλιάνου (Αντιθέσεις για δύο πιάνα και ορχήστρα - Ορχήστρα των Χρωμάτων το 1990 σε διεύθυνση Μάνου Χατζιδάκι), O. Messian (Visiondel Amen για δύο πιάνα το 1993 στην Αθήνα).
Στις συναυλίες της συνεργάστηκε επίσης με μαέστρους, όπως ο Andreas Rentsch (W.A.Mozart Φινλανδία 1986), Guntram Simma (Αυστρία 1989), Βύρων Φιδετζής (Κ.Ο.Θ., Κ.Ο.Α. 1992), Rolf Reuter (R. Schumann - Εθνική Συμφωνική Ορχήστρα 1998), Richard Studt, Σταύρος Ξαρχάκος.

Στις συναυλίες δωματίου συνεργάστηκε με γνωστούς ερμηνευτές όπως Petri Allanko, Michel Arrignon, Benoit Fromanger, Szoltan Kotscis, Νέλλη Σεμιτέκολο, Χρήστο Σφέτσα, Λόλα Τότσιου, Δημήτρη Μαγκριώτη, με το νέο κιθαριστή και συμπατριώτη της Γιάννη Γιαγουρτά.

Έχει επανειλημμένα εμφανιστεί στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών (Αίθουσα Δημήτρη Μητρόπουλου 1995 & 2001, Αίθουσα Φίλων της Μουσικής με την Καμεράτα 1998) και συνεργάστηκε επί σειρά ετών στα εκπαιδευτικά προγράμματά του στην Αθήνα και σε άλλες πόλεις. Είναι σταθερή συνεργάτης της «Ένωσης Ελλήνων Μουσουργών» με εμφανίσεις σε διοργανώσεις και workshop (Αφιέρωμα στο Νίκο Σκαλκώτα 1991, Έργα Ελλήνων συνθετών για δύο πιάνα στην Sibelius Academy Ελσίνκι 1994 και Αθήνα 1997, Μουσική αμερικανικού κινηματογράφου 2008, κ.ά.).
Από το 1985 άρχισαν τις εμφανίσεις τους ως piano duo με το Φινλανδό πιανίστα και σύντροφό της, Ρέιμα Ράιας (Reima Raijas) μέχρι το 2001 και διέγραψαν σημαντική καριέρα μ’ ένα ευρύ ρεπερτόριο και πρώτες εκτελέσεις μεταγραφών των ίδιων (Χοροί Νίκου Σκαλκώτα για τέσσερα χέρια, J.Sibelius 5η Συμφωνία, κ.ά.). 

Το εκπαιδευτικό έργο της Μερόπης Κολλάρου είναι εξίσου σημαντικό για εκείνη με αυτό της καριέρας της. Δίδαξε στο «Κρατικό Ωδείο Θεσσαλονίκης», στο «Zaborsky Music School» της Βουδαπέστης, στο «Ωδείο Φίλιππος Νάκας Αθηνών» (όπου ήταν υπεύθυνη της σχολής πιάνου από το 1993 έως το 1997) και από το 1988 μέχρι σήμερα, είναι διευθύντρια του Δημοτικού Ωδείου Αλεξανδρούπολης και εργάζεται για την οργάνωση θεσμών που προάγουν τη μουσική παιδεία ευρύτερα στη Θράκη. Πολλοί μαθητές της διαπρέπουν στον καλλιτεχνικό χώρο.

Συνέβαλε στη διοργάνωση του διεθνούς διαγωνισμού Steinway στην Αθήνα και του σεμιναρίου πιάνου του διάσημου Αμερικανού πιανίστα Leon Fleisher, καθώς και του Peter Nagy για το Ωδείο Φίλιππος Νάκας. Συχνά συμμετέχει σε επιτροπές διαγωνισμών πιάνου, καθώς και συστηματικά είναι μέλος εξεταστικών επιτροπών πολλών ωδείων. Και συνεχίζει να διδάσκει μέχρι σήμερα σε σεμινάρια πιάνου και μουσικής δωματίου στην Ελλάδα και το εξωτερικό.

Το 1988 την πλησίασε ο τότε Δήμαρχος Αλεξανδρούπολης, ο Τάσος Σουλακάκης και της πρότεινε ν’ αναλάβει τη διεύθυνση του Δημοτικού Ωδείου Αλεξανδρούπολης. Το ανέλαβε και έβαλε εξ αρχής τους δικούς της όρους. Μένανε με το Φινλανδό πιανίστα και σύζυγό της Ρέιμα Ράιας στην Αθήνα, όπου και διδάσκανε στο Ωδείο Φίλιππος Νάκας και παράλληλα πηγαινοερχόντουσαν στην Αλεξανδρούπολη. Ανοίξανε καινούργια τμήματα, φέρανε αξιόλογους καθηγητές από την Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη, κάνανε πολλά σεμινάρια και έφτασε αυτό το ωδείο να είναι εδώ και 25 χρόνια ένα από τα καλύτερα της Ελλάδας, αναγνωρισμένο παντού.

Είχε δεχτεί τρομερό πόλεμο στην αρχή από τη μιζέρια που επικρατούσε και γενικά υπήρχε μια επαρχιώτικη, τρισάθλια και ελεεινή κατάσταση όταν ανέλαβε τα καθήκοντά της. Και ποια είναι αυτή; Και πόσα λεφτά παίρνει; Και γιατί είναι τόσο αυστηρή με τα παιδιά μας; Και αν είναι τόσο σπουδαία όσο λένε, τι ήρθε να κάνει εδώ, ας φύγει στο εξωτερικό πάλι... τέτοια τραγικά πράγματα! Έκανε μεγάλο αγώνα για ν' ανατρέψει αυτό το κλίμα. Σύντομα όμως κατάλαβαν όλοι (μαθητές, γονείς, συνάδελφοι και τοπικές αρχές) τι σημαίνει ειλικρίνεια, αξιολόγηση, στόχος, επίπεδο σπουδών.

Χτίστηκε γύρω από το όνομά της η φήμη της αυστηρής, επειδή λέει τα πράγματα με το όνομά τους και είναι ξεκάθαρη. Θεωρήθηκε πολλές φορές αυστηρή από συναδέλφους και μαθητές. Αυτό όμως νομίζω πως είναι μια παρεξήγηση, αναφέρει η ίδια.

Το Δημοτικό Ωδείο Αλεξανδρούπολης, υπό τη διεύθυνσή της, απέκτησε πανελλαδικά ένα κύρος και οι Αλεξανδρουπολίτες σεβάστηκαν και εκτίμησαν το γεγονός πως έχουν ένα καλό ωδείο στον τόπο τους. Έτσι μπόρεσαν ν’ ανθίσουν και οι ιδιωτικές σχολές μουσικής εκπαίδευσης.
Εργάστηκε για την οργάνωση θεσμών που προάγουν τη μουσική παιδεία ευρύτερα στη Θράκη. Έχει κάνει πολλές μεταφορές μουσικής Μάνου Χατζιδάκι, Μίκη Θεοδωράκη, Σταύρου Ξαρχάκου σε όργανα μουσικής δωματίου (τσέλο, πιάνο, βιολί) και τα παρουσίασε σε πολλά αφιερώματα ως τρίο, με τη βοήθεια των συναδέλφων της. Προσπάθησε επίσης να πάρει κομμάτια της σοβαρής μουσικής που είναι λαοφιλή και εύληπτα και να τα παρουσιάσει στο κοινό της περιοχής, με την Καμεράτα Θράκης και με την Ορχήστρα Δωματίου Θράκης. Επίσης, έκανε για αρκετά χρόνια ένα πιλοτικό πρόγραμμα σε συνεργασία με την πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση, έτσι ώστε να έρθουν σε επαφή οι μαθητές με την κλασική μουσική και τα κλασικά όργανα.

Κάθε χρόνο διοργανώνει μαθητικές ασκήσεις – συναυλίες στο Δημοτικό Θέατρο Αλεξανδρούπολης. Πιστεύει πως είναι σημαντικό να παίζουν τα παιδιά, οι μαθητές των ωδείων, σαν καλλιτέχνες, μπροστά σε κοινό. Να μάθουν τί θα πει συνεργασία και συνδυασμός μουσικών οργάνων. Και αυτό τους δίνει απίστευτη χαρά, αλλά και μια υπευθυνότητα που δεν την κερδίζουν από άλλες πλευρές της εκπαίδευσης.

Στην εκπαίδευση έχει αφιερωθεί. Βάζοντας μάλιστα κάποια στιγμή σε δεύτερη μοίρα την προσωπική της δημιουργία. Είναι μεγάλη πολυτέλεια ν’ ασχολείσαι με την προσωπική σου δημιουργία. Θέλει αυτοσυγκέντρωση και χρόνο. Να είσαι κλεισμένος και μόνος σε μια μελέτη ωρών, όπου πρέπει να τελειοποιήσεις την εκφορά σου μέσα από το όργανο. Υπάρχει ένα ατελείωτο ρεπερτόριο που θέλεις να παίξεις, και νιώθεις πως δεν το προλαβαίνεις. Ποτέ δεν μπορείς να τα τακτοποιήσεις όλα σε μια ισορροπία.  Προσφέροντας στον τομέα των μαθημάτων και των σεμιναρίων, αφαιρείς πολύ από την προσωπική σου δημιουργία, που είναι το πιο σημαντικό κομμάτι του εαυτού σου. Υπάρχουν εποχές που δεν προλαβαίνεις να μελετήσεις, να διεκδικήσεις, με τον τρόπο που είναι καθιερωμένο να διεκδικεί κανείς τις συναυλίες, να είσαι μέρος ενός κοινωνικού γίγνεσθαι που χρειάζεται και γι’ αυτές τις δουλειές.
Για τα ταλαντούχα παιδιά που θέλουν να σταδιοδρομήσουν στη μουσική, πιστεύει πως πάντα κάτι βρίσκεται για έναν άνθρωπο που έχει έντονη αυτή τη σφραγίδα και που είναι στοχοπροσηλωμένος με την έννοια όχι της επιτυχίας, αλλά της αφοσίωσης και του απόλυτου δοσίματος. Ένα «ταλαντούχο παιδί», και η Μερόπη Κολλάρου χρησιμοποιεί με φειδώ αυτή τη λέξη, αν δει ότι έχει τα εχέγγυα θα το στηρίξει με κάθε τρόπο και θα το οδηγήσει στις σωστές υποτροφίες. Και το έχει κάνει αρκετές φορές. Όταν λέει εχέγγυα όμως, πέρα από το ταλέντο και τις γνώσεις, εννοεί τα γερά νεύρα, τη χαρισματική προσωπικότητα, τη σκηνική δύναμη, το ένστικτο και ν’ αντέχει τις δυσκολίες. Δεν μπαίνει δίλλημα σ’ αυτή την περίπτωση. Τα δίνεις όλα και ελπίζεις στην καλή τύχη!

Για τη Μερόπη Κολλάρου, ένας μουσικός είναι σπουδαίος όταν μπορείς να αισθανθείς, μέσα από τον τρόπο που προσεγγίζει τα πράγματα, μια αληθινή μουσική κοσμοθεωρία. Απεχθάνεται τους φανφαρόνους. Μεγάλος καλλιτέχνης είναι αυτός που σε κάνει να αισθάνεσαι περιεχόμενο, ιδέες, ισχυρές δομές, το βάθος που αναδεικνύει και μεταφράζει μέσα από τα έργα που παρουσιάζει.

Δε διστάζει να μιλήσει για συναδέλφους της που ανήκουν στην παραπάνω κατηγορία. Ο Κυπριανός Κατσαρής που γεννήθηκε στη Μασσαλία, με καταγωγή από την Κύπρο και η Δόμνα Ευνουχίδου από τη Θεσσαλονίκη είναι δύο πιανίστες που εκτιμά.

Είναι απαραίτητες οι δημόσιες σχέσεις και στο δικό της χώρο, αλλά είναι κάτι που ποτέ δεν χρησιμοποίησε στην πορεία της. Ήρθαν ωραία πράγματα στην καριέρα της, χωρίς ποτέ να τα κυνηγήσει. Δεν επιδίωξε ποτέ τη δημοσιότητα στην καριέρα της, ούτε ήθελε να φαίνεται πάντα στη σκηνή. Δεν είναι φιλόδοξος άνθρωπος. Οι περισσότεροι άνθρωποι με τους οποίους συνεργάστηκε ήταν και φίλοι της. Είναι περήφανη για τους φίλους της. Και η φιλία στο δικό της τομέα είναι δύσκολη υπόθεση, γιατί υπάρχει ανταγωνισμός.

Αγαπά πολύ τις συνεργασίες. Ειδικά τις μουσικές δωματίου, αλλά και τις συνεργασίες της με τις μεγάλες ορχήστρες. Δεν της αρέσουν τα ρεσιτάλ, γιατί είναι πιο μοναχικά.

Οι φωτογραφίες είναι από δημοσιεύματα του τύπου και από το προσωπικό αρχείο της κ. Μερόπης Κολλάρου. Το παραπάνω κείμενο είναι αποτέλεσμα του βιογραφικού της πιανίστας και της κουβέντας που κάναμε πριν δύο χρόνια στο γραφείο της. Αφορμή της ανάρτησης του άρθρου στάθηκε (στο πλαίσιο των εκδηλώσεων Ελευθέρια Θράκης) η τιμητική εκδήλωση του Δήμου Αλεξανδρούπολης και του Συλλόγου Κυριών και Δεσποινίδων Αλεξανδρούπολης, στο πρόσωπο της Μερόπης Κολλάρου, το βράδυ της Τετάρτης 18  Μαΐου 2016 όσο και τα εγκαίνια του νέου κτιρίου του "Δημοτικού Ωδείου Αλεξανδρούπολης", που πραγματοποιήθηκαν το βράδυ της Δευτέρας 16 Μαΐου 2016, παρουσία τοπικών αρχών και πλήθους φίλων και μαθητών του "Δ.Ω.Α."

 Το Δημοτικό Ωδείο Αλεξανδρούπολης (ΔΩΑ), ζωτικό κύτταρο της πολιτιστικής παραγωγής και μουσικής εκπαίδευσης της πόλης στεγάζεται σε ένα από τα ελάχιστα εναπομείναντα νεοκλασικά κτίρια στην καρδιά της Αλεξανδρούπολης. Με αδιάλειπτη παρουσία, που μετρά πάνω από μισό αιώνα, στην ιστορία της Αλεξανδρούπολης, το ΔΩΑ συνεχίζει με συνέπεια να μεταλαμπαδεύει τη γνώση και την αγάπη για τη μουσική. Με το πέρασμα των χρόνων κατέστη επιτακτική η ανάγκη εκσυγχρονισμού και επέκτασης του κτιρίου. Ενός εκσυγχρονισμού που αντιστέκεται στην αισθητική αλλοίωση της ιδιαίτερης αρχιτεκτονικής ταυτότητάς του, ενώ ταυτόχρονα προσαρμόζεται στις σύγχρονες προδιαγραφές λειτουργίας ενός μουσικού εκπαιδευτικού ιδρύματος και ανταποκρίνεται στις ειδικές απαιτήσεις των προγραμμάτων του. Υπό την καλλιτεχνική διεύθυνση, τα τελευταία 28 χρόνια, της διεθνώς αναγνωρισμένης σολίστ πιάνου, Μερόπης Κολλάρου, το ΔΩΑ καλύπτει ευρύ φάσμα μουσικής εκπαίδευσης και διδασκαλίας, από την κλασική μουσική ως τα σύγχρονα ρεύματα και από την παραδοσιακή και τη βυζαντινή μουσική μέχρι τη τζαζ. Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται στον τομέα της μουσικής προπαιδείας, αλλά και στην ανάπτυξη ταχύρρυθμων συστημάτων ενηλίκων, που απευθύνονται σε όσους επιθυμούν ν’ ανακαλύψουν τη μαγεία της μουσικής ή να συνεχίσουν τις σπουδές τους, χωρίς να διαθέτουν πολύ χρόνο για μελέτη. Τέλος, στο νέο κτήριο θα λειτουργήσει μουσική βιβλιοθήκη, με σημαντική συλλογή βιβλίων μουσικής, παρτιτούρες και πλούσιο ηχητικό υλικό. Από την ίδρυσή του, το 1958, ως παράρτημα του Κρατικού Ωδείου Θεσσαλονίκης, την αναγνώρισή του το 1984 από το υπουργείο Πολιτισμού, μέχρι σήμερα, το Δημοτικό Ωδείο Αλεξανδρούπολης έχει καθιερωθεί σε πανελλήνιο επίπεδο ως ένα μουσικό εκπαιδευτικό ίδρυμα υψηλού κύρους, που καλύπτει όλο το φάσμα της μουσικής εκπαίδευσης. Αδιάψευστος μάρτυρας του ρόλου που έχει διαδραματίσει στην πολιτιστική ανάπτυξη της Αλεξανδρούπολης στη διάρκεια των ετών λειτουργίας του, είναι οι αξιόλογες διακρίσεις σε Ελλάδα και εξωτερικό σημαντικού αριθμού αποφοίτων του. Το 1958, οι επίμονες προσπάθειες λογίων, μουσικόφιλων και πολιτιστικά ανήσυχων Αλεξανδρουπολιτών οδήγησαν στην ίδρυση του ΔΩΑ. Περίπου 50 χρόνια μετά, ο νυν Δήμαρχος Αλεξανδρούπολης, Ευάγγελος Λαμπάκης, αφουγκράστηκε την αγωνία των συμπολιτών του για την απρόσκοπτη συνέχιση του πολυδιάστατου έργου του Δημοτικού Ωδείου και την περαιτέρω ανάπτυξή του υποστηρίζοντας και ολοκληρώνοντας την αναπαλαίωση και επέκταση ,όχι απλά ενός κτιρίου, αλλά ενός φορέα πολιτισμικής διαμόρφωσης με όραμα και δυναμική.


Δεν υπάρχουν σχόλια: