Πέμπτη, 5 Μαΐου 2016

Εύθυμο - σατιρικά


Πρόσφατα έπεσε στα χέρια μου ένα εξαιρετικό βιβλίο, από αυτά που έγραψε τη δεκαετία του '80 ο Αλέκος Σακελλάριος με το "μαθητή" του Δήμο Λεβιθόπουλο, τα "Ευθυμοσατιρικά" από τις "Εκδόσεις Σμυρνιωτάκη" και σκέφτηκα να αντιγράψω δύο αποσπάσματα και να τα μοιραστώ μαζί σας. Το πρώτο είναι από τις "Συνεντεύξεις με τα αγάλματα - Χαρίλαος Τρικούπης" και το δεύτερο από την ενότητα "Όποιος γελάει τελευταίος..."

Μια μέρα, λέει, που ο κύριος Στυλιανός Πατακός περπατούσε κοντά στο άγαλμα του Χαρίλαου Τρικούπη, στην Οδό Κολοκοτρώνη, άκουσε μια χαμηλή φωνή:
-Ψιτ… κύριε Ταξίαρχε…
Γύρισε ο Πατακός, για να δει ποιος τον φωνάζει, αλλά δεν είδε κανέναν. Έρημος εντελώς ο δρόμος. Δεν υπήρχαν παρά τα δύο μόνο αγάλματα. Του Χαρίλαου Τρικούπη από τη μια μεριά κι απέναντι του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, που δεν τον είχανε μεταφέρει, ακόμα, μπροστά από την Παλιά Βουλή, που βρίσκεται σήμερα.
-Ψιτ… κύριε Αντιπρόεδρε
Τρελάθηκε ο αδερφός Στυλιανός!... Ποιος τον φώναζε; Κοίταξε δεξιά, κοίταξε αριστερά, κοίταξε μπρος, κοίταξε πίσω.  Κανείς.
-Ψιτ… κύριε Στέλιο
-Ποιος;
-Εγώ…
-Και πού είσαι εσύ;
-Εδώ… εδώ, κύριε Στέλιο…
-Πού
-Εδώ
Ξανακοίταξε ο κύριος Στέλιος δεξιά, ξανακοίταξε αριστερά, ξανακοίταξε μπρος, ξανακοίταξε πίσω, τίποτα.
-Ποιος ,ε φωνάζει παρακαλώ;
-Εγώ, κύριε Ταξίαρχε…
-Και ποιος είσαι εσύ;
-Ο Τρικούπης… ο Χαρίλαος Τρικούπης…
Τότε σήκωσε το κεφάλι του ο κύριος Ταξίαρχος και είδε τον Τρικούπη, που τα μαρμάρινα χείλη του σαλεύανε
-Ναι… Εγώ, κύριε Αντιπρόεδρε… Εγώ ο Χαρίλαος…
-Μέγας είσαι, Κύριε…
-Ελάτε πιο κοντά, κύριε Ταξίαρχε, γιατί δεν μπορώ να φωνάζω.
Προχώρησε ο κύριος Στυλιανός και στάθηκε ακριβώς κάτω από το άγαλμα, αφού πρώτα, σαν θεοφοβούμενος που ήτανε, σταυροκοπήθηκε ακόμα μια φορά.
-Μ’ ακούτε, κύριε Ταξίαρχε;
-Σας ακούω…
-Θα ήθελα να σας παρακαλέσω να μου κάνετε μια χάρη.
-Τι;
-Να, ένα ρουσφετάκι, που δε θα σας κοστίσει τίποτα.
-Τι ρουσφετάκι, δηλαδή;
-Ακούστε, κύριε Ταξίαρχε… Εγώ εδώ σ’ αυτή τη θέση είμαι πάρα πολλά χρόνια, όπως ξέρετε. Κι όλα αυτά τα χρόνια είμαι έτσι, όπως με βλέπετε, όρθιος… Ξημερώνει και βραδιάζει, περνάνε οι μήνες, περνάνε τα χρόνια, κι εγώ εδώ, όρθιος. Κι από μάρμαρο να είναι κανένας, όπως είμαι εγώ, τόσα χρόνια όρθιος, κουράζεται.
-Δεν καταλαβαίνω τι θα μπορούσα να σας κάνω εγώ, κύριε Πρόεδρε.
-Αφήστε με να τελειώσω, κύριε Αντιπρόεδρε…
-Ορίστε…
-Τόσα χρόνια όρθιος, λοιπόν, και να βλέπω απέναντί μου το Στρατηγό.
-Ποιο Στρατηγό, το Ζωϊτάκη;
-Όχι, καλέ, τον Κολοκοτρώνη.
-Α, μάλιστα…
-Τον Κολοκοτρώνη που κάθεται σε άλογο, όπως βλέπεται…
-Ναι…
-Τον βλέπω, λοιπόν, να κάθεται σε άλογο και με πιάνει το παράπονο. Γιατί εμένα μ’ έχουν όρθιο; Χάθηκε και για μένα ένα άλογο…
-Άλογο;
-Ναι… Ένα άλογο, για να κάθομαι… Κι ας μη δείχνω…
Ανάστατος ο κύριος Ταξίαρχος έτρεξε αμέσως στον αδερφό Γιώργο.
-Κύριε Πρόεδρε…
-Τι τρέχει, κύριε Αντιπρόεδρε;
-Ο Τρικούπης.
-Ποιος Τρικούπης;
-Ο Χαρίλαος.
-Ε, τι;
-Θέλει άλογο…
-Τι λες τώρα, ρε Στέλιο; Τρελάθηκες;
-Όχι λόγω τιμής… Θέλει άλογο… Μου το είπε…
-Ποιος σου το είπε;
-Ο Χαρίλαος Τρικούπης, δηλαδή το άγαλμά του που είναι στην Παλιά Βουλή.
-Σου μίλησε το άγαλμα;
-Ναι, κύριε Πρόεδρε…
-Δουλεύεις πολύ το μυστρί, Στέλιο, κι έχουνε σμπαραλιάσει τα νεύρα σου…
-Πάμε, κύριε Πρόεδρε, μαζί μέχρι εκεί να ακούσετε κι εσείς το άγαλμα να μιλάει…
-Θα έρθω υπό έναν όρο…
-Ποιον;
-Αν δε μιλήσει το άγαλμα, θα μπεις σε μια νευρολογική κλινική για λίγες μέρες, να συνέλθεις.
-Εντάξει.
Μια και δυο, λοιπόν, ξεκίνησαν και φτάσαν κάτω από το άγαλμα του Τρικούπη… ο Χαρίλαος τους κοίταξε και τους δύο (Γεώργιος Παπαδόπουλος – Στυλιανός Πατακός) και μίλησε στον δεύτερο:
-Άλογο είπα να μου φέρετε, κύριε Ταξίαρχε… Άλογο… Όχι γαϊδούρι!


-Μπαμπά, γιατί κάθε μέρα σκοτώνονται τόσοι άνθρωποι;
-Δεν ξέρω, παιδί μου.
-Επειδή γίνονται πόλεμοι και ξεσηκωμοί;
-Ίσως…
-Και γιατί γίνονται πόλεμοι και ξεσηκωμοί;
-Δεν ξέρω, παιδί μου.
-Επειδή υπάρχουν μεγάλα συμφέροντα;
-Ίσως…
-Γιατί υπάρχουν μεγάλα συμφέροντα;
- Δεν ξέρω, παιδί μου.
-Επειδή υπάρχει απανθρωπιά;
-Ίσως…
-Και γιατί, μπαμπά, υπάρχει μεγάλη απανθρωπιά και τρανή κτηνωδία;
- Δεν ξέρω, παιδί μου.
-Επειδή μας μαστίζει μια κατάρα;
-Ίσως…
-Γιατί υπάρχει αυτή κατάρα;
- Δεν ξέρω, παιδί μου.
-Επειδή οι άνθρωποι τη θέλουν;
-Ίσως…
-Και γιατί άλλοι πεινούν, ενώ άλλοι είναι χορτάτοι;
- Δεν ξέρω, παιδί μου.
-Μήπως φταίει το σύστημα;
-Ίσως…
-Γιατί φταίει το σύστημα;
- Δεν ξέρω, παιδί μου.
-Θα μάθεις, τουλάχιστον, τα «γιατί»;
-Ίσως…
-Έψαξες ποτέ να τα βρεις;
- Δεν ξέρω, παιδί μου. Ίσως…
-Ούτε έψαξες, ούτε θα μάθεις ποτέ πια, μπαμπά!
-Τι πράγμα δε θα μάθω, παιδί μου;
- Δεν ξέρω, μπαμπά…
-Τα προβλήματα που μας καίνε;
-Ίσως…
-Θέλεις να πεις ότι έχω άγνοια;
- Δεν ξέρω, μπαμπά…
-Επειδή δεν ερεύνησα ποτέ γύρω μου;
-Ίσως…
-Είμαι αδιάφορος, δηλαδή, για τους άλλους;
-Δεν ξέρω, μπαμπά…
-Αυτό σημαίνει ότι κουβαλάω μέρος απ’ την απανθρωπιά που υπάρχει;
-Ίσως…
-Θέλεις να πεις ότι είμαι ένα μικρό εξάρτημα της χαλασμένης μηχανής;
-Δεν ξέρω, μπαμπά… Ίσως. Μα τέλος πάντων, τι είναι αυτό που δε σ’ άφηνε να κοιτάζεις και γύρω σου, μπαμπά;
- Δεν ξέρω, παιδί μου.
-Μήπως ήταν η δική σου καλοπέραση;
-Ίσως…
-Και οι φτωχοί, οι πεινασμένοι, οι αδικημένοι από νόμους, συστήματα κι ανθρώπους τι θ’ απογίνουνε, μπαμπά;
- Δεν ξέρω, παιδί μου.
-Τότε «ΙΣΩΣ» το μάθεις! ΙΣΩΣ!
-Ποιο πράγμα θα μάθω, παιδί μου.
-Δεν ξέρω, μπαμπά…


Δεν υπάρχουν σχόλια: