Κυριακή, 17 Απριλίου 2016

Χάρις Αλεξίου - Από την Ατελείωτη λέξη στο Χειρόγραφο


Το Φεβρουάριο του 1985 η Χάρις Αλεξίου, γράφει ένα μικρό βιβλίο, την "Ατελείωτη Λέξη", την εκδίδει το 1989, το 1990 ακολουθεί και δεύτερη έκδοση, ενώ τα Χριστούγεννα του 2008 διαβάζει η ίδια την "Ατελείωτη Λέξη" και την ηχογραφεί σε cd, με τη συνοδεία μουσικής.




«Είμαι καλά. Απόψε είμαι καλά. Χτες βράδυ ο ουρανός είχε μόνο ένα αστέρι. Το περίμενα ώρες να πέσει, αλλά αυτό μίλαγε με άλλους φαίνεται. Δε μου έκανε ούτε ένα σινιάλο. Απόψε ούτε κι αυτό. Ίσως να ‘πεσε την ώρα που κοιμήθηκα πια. Ίσως και να μην ήθελε να‘χει μάρτυρες στην πτώση του. Ύστερα είναι και τόσοι πολλοί αυτοί που ελπίζουν,ποιον να προλάβει.
  Αύριο ίσως χιονίσει. Μακάρι! Εγώ όμως απόψε θα καλέσω τους παλιούς μου φίλους πάλι. Τόσα χρόνια ζούμε χώρια. Τους ξέχασα, με ξέχασαν, ποιος ξέρει. Απόψε όμως θα έρθουν. Έχουμε ορκιστεί: Θα μαζευόμαστε μόλις ο πρώτος θυμάται. Θα χανόμαστε μόλις ο πρώτος ξεχνά. Και αφού απόψε εγώ πρώτη θυμήθηκα θα ‘ρθουν σε μένα. Βέβαια, μπορεί ν΄αργήσουν λίγο γιατί δεν έχω κρασί, αλλά θα μείνουν πιο πολύ γιατί δε θα νυστάξω γρήγορα...»
  Πρώτος απ΄όλους θα έρθει ο πιο παλιός, ο πρώτος – πρώτος, ο πιο αγαπημένος. Άσπρος, πεντακάθαρος,χωρίς γκέμια, χωρίς σέλα. Θα του χτενίσω την ουρά. Θα του βάλω μια τιρκουάζ πέτρα ανάμεσα στα μάτια του και θα πάμε βόλτα. Θα τρέχει σαν πουλί και γω θα΄χω πέσει μπροστά, θα ΄χω αγκαλιάσει το λαιμό του και με κλειστά μάτια θα του πω όλα τα τραγούδια που έμαθα όσο έλειπε. Θα του μιλώ για τα ταξίδια που έκανα,στο Βορρά, στο Νότο, στα νησιά, στα βουνά, στη νύχτα. Θα του πω και για το αστέρι που δεν πέφτει. Θα είναι τόσο ευτυχισμένος. Θα γελάει. Θα γελάμε. Δεν θα του πω τίποτα πικρό γιατί θα θυμάμαι μόνο ότι μου έδωσε χαρά. Ύστερα θα γυρίσουμε πίσω να προλάβουμε τους άλλους. Να γυρίσουμε πριν να έρθουν. Θα του δώσω να πιεί νερό και θα κάτσω δίπλα του, και θα περιμένουμε μαζί τον Αλέξανδρο και τον Φοίβο. Αυτοί πάντα μαζί έρχονται. Είναι αδέρφια. Τα γέννησε η μάνα τους σε ένα χωράφι και τα άφησε και έφυγε. Ήτανε γριά και άσχημη, και λένε πως δεν ήθελε να τη γνωρίσουν έτσι στα παιδιά της. Αδέσποτη όπως ήταν χάθηκε. Τα μάζεψε ο Ορφέας ένα βράδυ. Τα πήρε μαζί του και τα έμαθε να φυλάνε και αυτά το κοπάδι.Αυτός ήταν ο αργηγός. Αυτός φύλαγε. Αυτός οδηγούσε. Ζήσανε πολλά χρόνια μαζί.Το κοπάδι μεγάλωνε. Είδαν πολλές ζωές να γεννιούνται. Αλλά δεν άντεχαν άλλο τις σφαγές.. Ένα βράδυ, την ώρα που οι άνθρωποι κοιμόντουσαν, άνοιξαν τους φράχτες και έφυγαν όλοι μαζί.
  Τον Αλέξανδρο και τον Φοίβο τους γνωρίσαμε ένα πρωί. Είχαμε βγει τη νύχτα πάλι βόλτα και ξεχαστήκα. Είχε πανσέληνο και στοιχηματίσαμε να βρούμε μέλισσες. Έτσι ξημέρωσε και ΄μείς ψάχναμε ακόμη. Τους συναντήσαμε μέσα στο καμένο δάσος, δίπλα στις μέλισσες.Περιμέναμε όλη τη νύχτα το αστεράκι μας είπανε μήπως και πέσει, να του πουν για τον Ορφέα που χάθηκε. Τους είπαμε να ΄ρθουν μαζί μας. Τους είπαμε πως ο Ορφέας είναι ευτυχισμένος που διάλεξε να είναι μόνος του και μας πίστεψαν αμέσως. Στο δρόμο, θέλανε να μάθουν τη δική μας ιστορία για να γίνουμε φίλοι. Και όταν τους είπαμε ότι εμείς δεν έχουμε ιστορία, ότι εμείς είμαστε ευτυχισμένοι γιατί μιλάμε μόνο για τραγούδια και για ταξίδια, γιατί δεν ξέρουμε τίποτα άλλο,ανακουφίστηκαν.
  Απόψε θα΄ρθουν. Αγαπούλες μου! Όλα είναι έτοιμα. Χαμήλωσα και τα φώτα, χτένισα τα μαλλιά μου, φόρεσα το καινούργιο μου δαχτυλίδι.. Θέλω πολύ να το δούνε, και περιμένω.
«Το χρόνο δεν το μετράμε ποτέ εμείς όπως οι άλλοι. Όταν είμαστε μαζί, δε λέμε ποτέ «Πώ-πώ, η ώρα είναι τέσσερις» ή «δεν ξέρω αν θα προλάβω». Εγώ δεν το ‘ξερα αυτό. Εκείνοι μου το μάθανε»
  Με περίμεναν στο γυμνό βουνό, και είχα αργήσει πολύ. «Όταν έφτασα, με ρώτησε η Ισμήνη: «Γιατί είσαι λυπημένη;». Κι όταν την κοίταζα χωρίς να καταλαβαίνω μου είπε: «Λευτερώσου και γίνε σαν κι εμάς και θα δεις πως όλα διαρκούν αιώνια όταν θυμάσαι». Μετά μου έδειξε κάτι μικρά, πολύ μικρά δέντρα, που μόλις τα είχαν φυτέψει. Μου έδειξε και κάτι μικρά κυκλάμινα, που τα είχαν πατήσει λέει, όταν πήγαν να φυτέψουν τα δέντρα. «Όλα θα ξαναγίνουν μου είπε! Μην είσαι λυπημένη». Ύστερα κρύφτηκε κάτω από τις πέτρες για να ψάχνω να τη βρω, και μόλις τη ξεσκέπαζα πεταγόταν σε άλλη πέτρα, σα σαϊτα. Κι ύστερα σε άλλη και σε άλλη, για να τους κάνει να γελάνε μαζί μου και έτσι να γελάω και γω. Μετά, καθίσαμε στην άκρη του βουνού, και ύστερα ξαπλώσαμε μπρούμυτα στη σειρά, και κρεμάσαμε τα κεφάλια μας και τα χέρια μας κοιτώντας κάτω στην χαράδρα, και ξύναμε το χώμα με τα νύχια μας,προσπαθώντας να χαράξουμε τα αρχικά μας. Ο Αλέξανδρος, όταν τέλειωσε το δικό του, χάραξε και του Ρωμανού, γιατί αυτός δεν έχει νύχια. Και έκανε το ίδιο ο Σίμος για την Ειρήνη.

Όλοι στη σειρά.
Η Ειρήνη,
ο Φοίβος,
εγώ,
ο Αλέξανδρος,
ο Ρωμανός,
η Ισμήνη,
ο Σίμος
κι ο Τρύγος.
Μόνο ο Ορφέας δεν ήτανε.

Ο Τρύγος είπε να του το γράψουμε εμείς. «Τι πειράζει που λείπει; Πρέπει να κλείσει η λέξη», είπε. Ο Σίμος είπε τότε ότι η λέξη δε θα τελειώσει ποτέ αν δεν έρθει ο Ορφέας.

Μόνο αυτός πρέπει να γράψει το αρχικό του, αλλιώς το «ΟΜΙΚΡΟΝ» μπορεί να σήμαινε «ΜΗΔΕΝ».
Κι έτσι η λέξη έμεινε πάλι ατέλειωτη.

ΕΦΧΑΡΙΣΤ...

  Ο Τρύγος είπε πως αυτή τη φορά θα μου φέρει ένα δώρο που θα μου αρέσει πολύ. Ίσως να μου φέρει το πανί που του έλεγα πως θέλω να τυλίγω το σώμα μου. Είναι ένα διάφανο κόκκινο πανί, που με τρελαίνει να το ακουμπάω, να το χαΪδεύω. Του είχα πει, πως ονειρεύομαι να κοιμηθώ μια φορά τυλιγμένη μέσα στο κόκκινο αυτό πέπλο. Είναι περίεργο, αλλά είμαι σίγουρη ότι είναι αρωματισμένο. Έχει ένα άρωμα που σε μεθάει και σε κάνει να ταξιδεύεις όπου θέλεις. Το ξέρω! Το έχω ζήσει στα όνειρά μου. Και μένα τα όνειρά μου είναι σαν αλήθεια, και πιο ζωντανά ακόμα! Δεν μπορεί να κάνω λάθος. Το έχω ζήσει όλο αυτό το μαγικό πράγμα. Όταν τυλίγεσαι με αυτό μπορείς να κάνεις τα πάντα. Μπορείς να πετάξεις ή να μείνεις μέσα στο νερό όσες ώρες θέλεις. Και ξέρεις τι είναι να βλέπεις το βυθό της θάλασσας για ώρες ατέλειωτες, χωρίς να τελειώνει η αναπνοή σου; Κολυμπάς και χάνεσαι, ξεχνιέσαι.Και όταν βγεις κάποια στιγμή και ακουμπήσεις σε κανένα βραχάκι ή καμιά σπηλιά,μπορείς μετά από αυτό το ταξίδι να μιλήσεις ακόμα και με τις πεταλίδες, ακόμα και με τα κόκκινα φύκια. Το πέπλο μου με βυθίζει, με τυλίγει, με σφίγγει και χάνομαι σα χρυσό δαχτυλιδάκι στο βυθό. Δε με βρίσκει ποτέ κανείς. Μια φορά σε όνειρο,τα είχα ζήσει όλα αυτά. Και ήταν ωραία, και η θάλασσα είχε γίνει κόκκινη..
  Ο Τρύγος θα μου το φέρει! Το ξέρω ότι θα μου το φέρει γιατί μόνο σε αυτόν έχω μιλήσει για τα όνειρά μου. Μια φορά μου είχε πεί: - Θέλω να είσαι ευτυχισμένη! Θέλω να γελάς,να είσαι όμορφη, και να σ΄αγαπώ! Τότε του είπα για τα όνειρα.. Για το κόκκινο πέπλο. Του είπα ότι θέλω να έχω ένα δικό μου. Ότι δεν αντέχω τόσο πόνο όταν ξυπνάω δίχως το πέπλο μου! Και αυτός είπε: «Θα ψάξω όλο τον κόσμο να στο βρω!Κι αν δεν μπορέσω, θα έρθω στα όνειρά σου, να σου δείξω τη σπηλιά που μένω, για να έρχεσαι εκεί να το φοράς. Εγώ θα φεύγω και θα σε αφήσω μόνη, να πετάς, να κολυμπάς,να το δένεις στα μαλλιά σου, στα πόδια σου.. Φτάνει να γελάς! Και ας μην είναι πάντα δικό σου».
  Λοιπόν, είμαι σίγουρη ότι τα αστέρια μας κοροϊδεύουν! Κάθομαι πολλές φορές και τα χαζεύω. Μια φορά, μια νύχτα, το καλοκαίρι, είχα ξαπλώσει δίπλα στη θάλασσα και τα κοίταζα για ώρες.. Δεν είχε φεγγάρι ο ουρανός και ήταν δισεκατομμύρια! Όταν κοίταζα πολύ ώρα ένα από αυτά, ξαφνικά χανότανε και μόλις πήγαινα να κοιτάξω το διπλανό του, ξανάβγαινε πάλι και χανότανε το άλλο! Ήτανε τόσο σκοτεινή η βραδιά και είχα τόσο πολύ ξεχαστεί μαζί τους, που κάποια στιγμή ένιωσα ότι δεν είμαι στη Γη, αλλά πετάω ολομόναχη μέσα στο μαύρο αυτό πράγμα και ότι μπορεί να με ακουμπήσουνε.. Ήτανε τόσα πολλά, που φωτίζανε και τα κενά που ήταν ανάμεσά τους!Φοβήθηκα. Θεέ μου! Τρόμος με έπιασε! Κάνανε σαν τρελά, και συνέχεια πέφτανε-πέφτανε!Σκέφτηκα ότι με βλέπουνε και ότι για να με πειράξουνε που ήμουνα μόνη μου,στήσανε αυτό το πανηγύρι. Λες και τους είχα κάνει τίποτα! Λες και ήθελα να μπώ ανάμεσά τους. Λες και όταν πέφτουν τα ρωτάω εγώ σε ποιους χαρίζονται. Εγώ μια φορά το ζήτησα κάτι, και αυτά..
  Ο Φοίβος μου είχε πει μια φορά πως ο Ορφέας τους μίλαγε κιόλας, γιατί λέει πίστευε πως αυτός δε γεννήθηκε από μάνα, αλλά ότι τον είχε λέει ο Μικρός Πρίγκιπας για το δικό του άστρο να του φυλάει το αρνί. Επειδή όμως τον ζωγραφίσανε λίγο πιο μεγάλο, δεν χώραγε να τον πάρει μαζί του και τον άφησε στην έρημο. Αυτός ορκίστηκε τότε να πάει κάποτε! Θα έβρισκε αυτός τον τρόπο,  θα έπιανε ένα καταδικό του αστέρι και θα ζούσε εκεί μέχρι να έβρισκε σε ποιον θα χαριζόταν. Και έτσι από τότε φύλαγε κοπάδια και τις νύχτες καθότανε μόνος του και μίλαγε στα άστρα. Μόνος του. Μακρία από τους άλλους για να μην τον ακούνε. Ο Ορφέας φύλαγε τα κοπάδια, μάζευε αδέσποτα και έπαιζε ένα όργανο μαγικό, «πεταλούδα της θάλασσας»  το λένε.. Από την Ανατολή! Και εκείνη τη νύχτα που έφυγε όμως, πώς χάθηκε; Γιατί δεν πήγε με τον Φοίβο ή τον Αλέξανδρο;
  Και η Ειρήνη μου είχε πει ότι τον άκουσε πολλές φορές να κλαίει κρυφά. Αλλά δεν του το φανέρωσε ποτέ.. Γιατί αυτή τόσο μικρούλα και τιποτένια, πώς είναι δυνατόν να παρηγορήσει ένα τόσο δυνατό πλάσμα; Κι ύστερα.. Αυτός ήταν ο αρχηγός τους, ο φύλακάς τους..Αυτή ζούσε κρυμμένη σχεδόν κάτω απ΄τη γη, ενώ αυτός κοιτούσε μόνο ψηλά. Το ήξερε η Ισμήνη ότι δεν θα έμενε πολύ μαζί τους. Τον ήξερε πολύ καλά. Όπως τον ήξερε και ο Σίμος και ας ήταν τα δυο άκρα αντίθετα. Τον αγαπάω πολύ αυτόν, και το ξέρει. Όταν παίζουμε κρυφτό με τους άλλους του αρέσει να κρυβόμαστε μέσα σε οικοδομές. Η οικοδομή μου λέει είναι η καλύτερη κρυψώνα! Όχι μόνο για το κρυφτό αλλά για τα πάντα! Σκέψου πρώτα εκείνους που χτίζουν αυτό το σπίτι. Ξέρεις πόσα έχουνε να κρύψουνε μόλις το κατοικήσουν; Πρώτα απ΄όλα την αλήθεια. Μόλις κατοικήσουν το δικό τους σπίτι όλα θα ΄ναι μια χαρά και θα μπορούν να λένε: «Καλημέρα σας»  – και δεν θα υποψιάζεται κανένας τίποτα. Ούτε το φόβο τους, ούτε τη ντροπή τους, ούτε τη μοναξιά τους. Ίσως παίρνουν και ΄μενα μαζι τους, να χουρχουρίζω στα πόδια τους ή κοντά στη φωτιά και να παίζω με το κουβαράκι της κυρίας, και ενώ θα συγχωρούν τις αταξίες μου, έτσι θα μπορούν να συγχωρούν και τους εαυτούς τους. Και όταν μια μέρα θα ξεχάσουν ανοιχτό το παράθυρο και γω θα φύγω, θα ρίχνει τα βάρη ο ένας στον άλλον, ενώ κατά βάθος θα ξέρουν και οι δυο ότι ήθελαν να φύγω, γιατί δεν αντέχουν να έχουν μάρτυρα στο ψέμα τους, και ειδικά εμένα που ξέρω τι θα πει ευτυχία. Εμένα, που έχω μείνει στην παγωμένη οικοδομή τους πολύ πριν πάνε αυτοί και ας έμπαινε η βροχή από τα παράθυρα και μου έλουζε το πρόσωπο. Γιατί εγώ ξέρω να πίνω τη βροχή και να πλένω το πρόσωπό μου με αυτήν, κι ύστερα να βγαίνω στον ήλιο να στεγνώνω, να λέω «καλημέρα σας» και να είμαι ευτυχισμένος. Αυτοί βάζουνε λουκέτα στις πόρτες και αφήνουνε τα παράθυρα ανοιχτά για να πηδήσω. Γιατί εγώ φέρνω μόνο ευτυχία. Το ξέρω ότι τους δίνω ευτυχία όταν πάω να μείνω μαζί τους και ανακούφιση όταν φεύγω.. Γι΄αυτό μ΄αγαπάνε!

-Σίμο του λέω, εσύ ζείς πιο κοντά στους ανθρώπους απ΄ότι οι άλλοι μας φίλοι.. Δεν τους αγαπάς πιο πολύ;

-Εγώ ζω κοντά τους για να επιβιώσω.. μου είπε. Αλλά δεν είμαι φτιαγμένος για αυτούς! Εσύ που είσαι; Γιατί έχεις ανάγκη από εμάς;

-Γιατί εσείς με ταξιδεύετε στο όνειρο Σίμο.. Γιατί με σας, μπορώ να πάω όπου θέλω. Στο καμένο δάσος, στο γυμνό βουνό, στα νησιά, ακόμα και στη σπηλιά του Τρύγου με το πέπλο μου. Ακόμα και στ΄αστεράκι του Ορφέα αν δε φοβόμουνα, αλλά βλέπεις φοβάμαι.

«Κάποτε θα πας εκεί, στο δικό σου αστέρι και δε θα φοβάσαι. Αλλά είσαι πολύ λυπημένη ακόμα για να το κάνεις. Τ’ αστέρια θέλουνε μόνο τους ευτυχισμένους, γι’ αυτό λάμπουν.

Γι’ αυτό είμαι σίγουρος πως ούτε ο Ορφέας έχει πάει. Γιατί δεν ήταν ποτέ ευτυχισμένος».

  Και τι με νοιάζει εμένα εάν θα πάω ποτέ στα αστέρια; Μήπως για μένα γίνανε; Η μάνα μου έλεγε πως είμαι φτιαγμένη για τη γη όταν με έβλεπε να παίζω με τη λάσπη. Μάζευα το χώμα, έφτιαχνα βουναλάκια και έχυνα το νερό επάνω για να φτιάξω κούπες, πιατάκια,βαρκούλες. Έχυνα προσεκτικά το νερό φτιάχνοντας το σχέδιο που ήθελα - και μετά,μόλις το ρούφαγε το χώμα, αφαιρούσα μαλακά το υπόλοιπο που δεν είχε βραχεί και έπαιρνα τα πήλινά μου και τα στέγνωνα στον ήλιο. Βέβαια αυτά, μόλις ξεραινόντουσαν σκάγανε. Αλλά εμένα δεν με ένοιαζε αυτό. Εμένα με ένοιαζε να τα φτιάχνω. Η μάνα μου μου έλεγε: - Γιατί δεν κάνεις κάτι χρήσιμο να σου μείνει κιόλας; Δεν μπορούσε να καταλάβει ότι για μένα χρήσιμο ήταν να φτιάχνω πράγματα, όχι επειδή έχουν κάποιο προορισμό, αλλά επειδή έτσι ήθελα. Και ούτε μου άρεσε να με ρωτάνε κάθε φορά: -Τι είναι αυτό ή τι συμβολίζει εκείνο; Λες και όταν ήθελα να μιλάω τόσες ώρες μαζί τους, θα καθόμουνα να φτιάχνω βάρκες από λάσπη ή ψάθες. Και όλα έπρεπε πια να τα αιτιολογώ! Έτσι και γω, μόλις τα τέλειωνα τα χάλαγα και δεν τα έβλεπε κανείς. Τώρα, εδώ που τα λέμε, δεν μου είχε πει κανείς ότι του άρεσε κάτι από αυτά, και ντρεπόμουν να τα βλέπουν. Έτσι κράταγα τις χαζοκατασκευές μου μακριά από όλους, μέχρι να τις καταστρέψω!
   Η μάνα μου έλεγε ότι πιάνουν τα χέρια μου,αλλά μόνο όταν έκανα δουλειές.. Κι όλο με παίνευε στο σόι του πατέρα μου! – Είναι νοικοκυραδάκι, έλεγε. Τα κορίτσια της ηλικίας της παίζουν με τις κούκλες ακόμα, είναι μπασμένα. Ενώ αυτό να το δείς να στρώνει κρεβάτι.. Αλφάδι η κουβέρτα! Κι αργότερα στο μπακάλικο, να ζυγίζω, να περνάω τα τιμολόγια στα βιβλία.. Μην με έβλεπε όμως στον καθρέφτη.. “Ayna Guzeli”, μου λεγε. Η ωραία του καθρέφτη θα πει στα τούρκικα! Εγώ τότε ήθελα να ανοίξει η γη να με καταπιεί.. Και δεν καταλάβαινα ένα πράγμα!Αφού καμάρωνε που ήμουνα πιο μεγάλη από την ηλικία μου, γιατί σε καμιά συζήτηση, που γινότανε μπροστά μου βέβαια και έπαιρνα το λόγο, με πρόσβαλε,λέγοντάς με «μικρομέγαλο»; Αλλά βλέπεις και μενα, δεν μου έκοβε τότε να της δώσω τη σωστή απάντηση, παρά κοκκίνιζαν τα αυτιά μου, βούρκωνα, και το πολύ πολύ να τη μισούσα για κανα δυο ώρες, μέχρι να αρχίσει να μιλάει για τα βάσανά της πάλι.Που χήρεψε μικρή κοπέλα, που η μάνα της την εγκατέλειψε τριών μηνών, που ο πατέρας της μάζευε γυναίκες στο σπίτι και δεν τη θέλανε, που ο αδερφός μου αντί να διαβάζει και να τη βοηθάει στο μπακάλικο, που τον έχανες που τον έβρισκες γύριζε στα λούνα πάρκ ή έπαιζε γκαζές(βόλοι).. Και δώστου να γεμίζουμε τύψεις όλοι εμείς για όλα τα κακά που της συμβαίνανε..

"Αχ, και να σας είχα γνωρίσει τότε, φιλαράκια μου, πόσο αλλιώτικη θα ήταν η ζωή μου. Αλλά πού καιρός για όνειρα εκείνα τα χρόνια. Για όνειρα,παιχνίδια και ταξίδια. Έπρεπε να καούμε για να αγαπήσουμε τα καμένα δάση. Έπρεπε να παγώσουμε για ν΄αγαπήσουμε το γυμνό βουνό. Έπρεπε να ναυαγήσουμε για να γνωρίσουμε τα νησιά. Έπρεπε να σκοτώσουμε ο ένας τον άλλον για να σμίξουμε και ν΄αγαπηθούμε έτσι όπως τώρα αγνοί και ακυβέρνητοι."

"Μπορεί όταν χανόμαστε , όταν ξεχνάμε, να ανήκουμε σε κάποιους άλλους, αλλά όταν φτάνει η ευλογημένη ώρα να σμίξουμε πόσο αλλιώτικη είναι η αλήθεια. Πόσο πιο αληθινή. Και να μη χρειάζεται να την αποδείξεις σε κανένα. Γιατί, αφού εμείς ξέρουμε, μας φτάνει."
  
   Όταν με παίρνει ο Ρωμανός και με ταξιδεύει μέσα στη γη, δε φοβάμαι το σκοτάδι, ούτε το κρύο. Και πώς μπορώ και γίνομαι και γω τόσο λεπτή και μικρή, και περνάω μέσα από αυτές τις μικρές τρύπες! Μυρίζουμε το χώμα και ακούμε τους ανθρώπους που περπατάνε από πάνω μας, ανήσυχους, κουρασμένους, βιαστικούς.. Και όταν συναντηθούμε με τη ρίζα κανενός φυτού, βάζουμε στοίχημα ποιος θα βρεί πρώτος τι φυτό είναι αυτό.Συνήθως είναι άγρια χόρτα.
 Μ΄ αρέσει το χώμα και μ΄αρέσει να κυλιέμαι με τον Ρωμανό ώρες ολόκληρες. Τα νύχια μου γίνονται μαύρα,τα γόνατά μου ματώνουν, οι ώμοι μου γδέρνονται, αλλά το χώμα τα γιατρεύει όλα.Όταν με αγκαλιάζει και γίνεται στρώμα πάνω στο σώμα μου, μεταμορφώνομαι και γίνομαι ότι θέλω. Μόνο τα μάτια μου μπορεί να δει κανείς και από κει να καταλάβει αν μπορεί τι είμαι. Μπορώ έτσι να βαδίζω στους δρόμους χωρίς να με γνωρίζει κανείς. Να μπαίνω στα σπίτια και να γελάω με αυτούς που είναι λυπημένοι, ή να χτυπάω αλύπητα αυτούς που με αγαπάνε και δεν μου το είπανε ποτέ.Να κάνω δηλαδή όσα φοβάμαι να κάνω, όταν φοράω τα ρούχα μου. Γι΄αυτό μισώ τα ρούχα μου! Γιατί τα ρούχα με δείχνουν καλή, γιατί με δείχνουν λογική και πρέπει να συμμορφώνομαι αναλόγως, γιατί αντί να αρπάξω το μαχαίρι και να ξεσκίσω τη κοιλιά της μάνας μου, της κόβω ζεστό ψωμί, της αλείφω βούτυρο και μέλι και τη ταίζω στο στόμα.. Ενώ μόλις τα βγάλω, όλα γύρω μου αλλάζουν. Ακόμα και τα χρώματα. Και αυτό γίνεται πολύ εύκολα. Μόλις γδυθώ, με πιάνει το κλάμα. Κλαίω,κλαίω, κλαίω.. και σιγά σιγά αρχίζει η μεταμόρφωση. Στην αρχή αλλάζει η θερμοκρασία του κορμιού μου. Ανεβαίνει, ανεβαίνει.. και τότε όλα τα χρώματα σβήνουν. Γίνονται άσπρα και μαύρα πρώτα, και ύστερα ξανάρχονται αλλαγμένα. Τα δέντρα είναι χρυσαφιά και κόκκινα σκούρα. Τα πουλιά είναι διάφανα σαν το γυαλί.Γυαλίζουν όπως πετάνε. Η θάλασσα είναι μωβ και τα κύματα χρυσοπράσινα. Η γη είναι σαν τη χρυσόμυγα. Όλα λάμπουν γύρω μου. Μόνο εγώ είμαι ντυμένη με το χώμα μου.. Καφέ και θαμπή. Αόρατη και μόνη μου. Μακριά από όλους. Μόνη μου. Με την ατέλειωτη λέξη μου. Με τους φίλους μου. Με αυτούς που δεν γνωρίζουν όσοι φοράνε τα ρούχα τους. Αυτοί που δεν ξέρουν το κόκκινο πέπλο και τη γλώσσα των φίλων μου. Πώς να τους εξηγήσω ότι φοράω την Ισμήνη σκουλαρίκι και έτσι την ακούω που μου λέει όλα τα μυστικά της; Εκεί.. μιλάει, μιλάει και την ακούω μόνο εγώ!Κανείς δε φαντάζεται ότι ένα τόσο μικροσκοπικό πλάσμα έχει τόση γνώση του Έρωτα και της χαράς.. Ότι η Ισμήνη μπορεί να κλαίει όταν τη παίρνουμε στα χέρια μας,  και έτσι όπως την έχουμε παγιδευμένη και πηγαίνει από το ένα δάχτυλο στο άλλο, και μια πάνω και μια κάτω απ΄τη παλάμη μας,την ώρα που γαργαλάει το δέρμα μας, κλαίει όταν μυρίζει τον θάνατο. Κλαίει που δεν τη γνωρίζουμε και που δεν την αφήνουμε να σκαρφαλώσει στη μύτη μας, στα χείλια μας, στ΄αυτιά μας. Εγώ την αφήνω να κάθεται στο βλέφαρό μου και να κοιτάμε μαζί τ΄αστέρια. Γιατί είμαστε οι μόνες, τελικά, που πιστεύουμε πως η λέξη μας θα μείνει ατέλειωτη."

«Απόψε είμαι καλά. 
Γι΄αυτό θέλω να έρθετε. 
Δεν θα σας πληγώσω.
Θα σας βάλω μουσική, θα ξαπλώσουμε όλοι στο πάτωμα, 
θα ακουμπάει ο ένας τον άλλον, κι όπως θα ακούμε, 
θα βγούμε από τα σώματά μας και θα πάμε στα στέκια μας πάλι, 
να μιλήσουμε για την Αγάπη..»

Καλώς τους!


Τριάντα χρόνια πριν γράψει και παρουσιάσει το "Χειρόγραφό" της, τη θαυμάσια αυτοβιογραφική μουσικοθεατρική παράσταση που παρακολουθήσαμε στο "Θέατρο Κατερίνα Βασιλάκου" (http://www.alexiou.gr/newsdetails.asp?id=92) και παράλληλα με τα τραγούδια (στίχους και μουσική) που ξεκίνησε να γράφει από τα τέλη του '70 (http://theovaf.blogspot.gr/2016/03/10.html), η σπουδαιότερη ίσως Ελληνίδα ερμηνεύτρια όλων των εποχών, είχε γράψει το παραπάνω μικρό διήγημα. Επίσης, το 2014 κυκλοφόρησε από τις "Εκδόσεις Μεταίχμιο" το βιβλίο του γνωστού Γάλλου τραγουδοποιού Φαμπιέν Μαρσό, με τίτλο "Πάντα Ήρωες", το οποίο μετέφρασε στα ελληνικά η Χάρις Αλεξίου (http://www.metaixmio.gr/products/2474--.aspx). Γι' αυτή την εργασία της, κέρδισε το "Βραβείο καλύτερη μετάφραση ξένου λογοτεχνικού έργου" από την "Ελληνική Εταιρεία Μεταφραστών Λογοτεχνίας". Η Χάρις Αλεξίου διαβάζει πολύ και γράφει πολύ. Και έχω την πεποίθηση πως στο μέλλον θα μας εκπλήξει ακόμα περισσότερο, και με την ιδιότητα της συγγραφέως!

Δεν υπάρχουν σχόλια: