Δευτέρα, 30 Ιανουαρίου 2012

Μια ιστορία από την Ιταλία... του Θανάση Γκαϊφύλλια


Η παρακάτω ιστορία του Θανάση Γκαϊφύλλια, μαζί με άλλες 25, υπάρχει στο βιβλίο "Vivere Pericolosamente" που κυκλοφόρησε το 2005 από τις "Εκδόσεις Αντίκτυπος". 
Είναι μια συλλογή διηγημάτων με 26 ιστορίες ανθρώπων που έζησαν κάποια περίοδο της ζωής τους στην Ιταλία. Ψυχή της έκδοσης είναι ένας από τους συγγραφείς, ο Πέτρος Κακολύρης. 


Ένα χειμωνιάτικο βράδυ του ΄71, γνώρισα στη μπουάτ του Γιάννη Αργύρη, τις «Εσπερίδες», έναν Ιταλό. Το Φούλβιο. Μια φάτσα βγαλμένη θαρρείς από ταινία των αδελφών Ταβιάνι. Ο Φούλβιο πήγαινε ως πολεμικός ανταποκριτής στην καυτή εμπόλεμη ζώνη της Παλαιστίνης. Ζόρικο παιδάκι για ζόρικα ταξίδια. Τον φιλοξένησα στο διώροφο αρχοντικό στην Πλάκα, που, ναι μεν «ανήκε στην αρχαιολογική υπηρεσία», αλλά με δυο φίλους μου το απαλλοτριώσαμε. Είχε αρκετά δωμάτια που έφταναν για μας και περίσσευαν και για φίλους. Ο Φούλβιο ενθουσιάστηκε από τη φιλοξενία που του πρόσφερα και με προσκάλεσε να επισκεφθώ τη Ρώμη ώστε να εμπλουτίσω τις εμπειρίες μου γύρω από το θέμα των καταλήψεων.

Το καλοκαίρι του ΄72 κι ενώ εμφανιζόμουν στην «5η Εποχή», ο Φούλβιο μου τηλεφώνησε και όλος χαρά μου ανακοίνωσε ότι είχαν «μετακομίσει» σ’ ένα υπέροχο κτίριο στο Στραστέβερε, που έπρεπε οπωσδήποτε να δω. Χωρίς δεύτερη σκέψη, σακίδιο, κιθάρα και δρόμο.

Στο λιμάνι της Πάτρας πέρασα από  εξονυχιστικό έλεγχο κι είδα κι έπαθα να πείσω τους ασφαλίτες ότι ταξίδευα για καλλιτεχνικούς λόγους κι ότι επιμελώς θα απέφευγα ενέργειες που θα στρεφόταν κατά της λαοπρόβλητης επανάστασης των συνταγματαρχών. Στο τέλος υπέγραψα και ίσα που πρόλαβα το πλοίο.

Μπρίντεζι, Ρώμη, Στραστέβερε. Ένα μαγικό δρομολόγιο στη ζώσα ιστορία. Η ομορφιά της Ρώμης σου κόβει την ανάσα. Αλλά το πιο γοητευτικό είναι ο ίδιος ο λαός, που εκφράζει τις χαρές και τα προβλήματά του μέσα από την πιο μελωδική γλώσσα του κόσμου. Μιλάει, τραγουδάει και χειρονομεί ταυτόχρονα μ΄ ένα μοναδικό, απολαυστικό τρόπο. Τυχερός λαός που δε σκλαβώθηκε ποτέ κι έτσι μπορεί να μετουσιώνει την πλούσια και αδιάκοπη παράδοση και κουλτούρα του σε καθημερινότητα.

Ο Φούλβιο με υπερηφάνεια με σύστησε στους φίλους του κι αυτοί ανέλαβαν να με ξεναγήσουν στο πραγματικά υπέροχο κτίριο, που η ηλικία του χανόταν στα βάθη των αιώνων. Οι Ιταλοί είναι πολύ ευαίσθητοι σ’ αυτό το θέμα και δεν επιτρέπουν σε κανέναν να αλλοιώσει την εικόνα της παλιάς πόλης. Εκεί δεν ευδοκίμησε ποτέ το καθεστώς των εργολάβων και της αντιπαροχής και οι μόνες παρεμβάσεις που επιτρέπονται είναι εσωτερικές.

Η ξενάγηση άρχισε από το «Μονοπάτι του λαγού», δηλαδή την έξοδο κινδύνου. Αν μας την έπεφταν οι μπάτσοι, θα βγαίναμε από την κουζίνα του ισογείου στον ακάλυπτο, θα πηδούσαμε τον τοίχο της διπλανής αυλής και θα σκορπίζαμε προς διάφορες κατευθύνσεις. Μελετημένα πράγματα. Τίποτα στην τύχη.

Το κοινόβιο ήταν άριστα οργανωμένο και η απόλυτη ελευθερία βασίλευε στο χώρο. Η ζωή κυλούσε χαλαρά ενώ τα πρόσωπα και ο αριθμός τους άλλαζαν σχεδόν καθημερινά. ΄Ηταν ένα κανονικό κέντρο διερχομένων, που αντηχούσε από γέλια, τραγούδια, καλωσορίσματα και αποχαιρετισμούς. Άγγλοι, Γάλλοι, Πορτογάλοι και κυρίως Ιταλοί και μέσα σ’ αυτούς κι εγώ ο Έλληνας, που λόγω χούντας συγκέντρωνα το μεγαλύτερο ενδιαφέρον και τη συμπάθεια όλων.

Με ορμητήριο το Στραστέβερε κάναμε καθημερινά περιπάτους στις όχθες και τις γέφυρες του Τίβερη, στο Βατικανό, στην Πιάτσα Ναβόνα, στην Πιάτσα ντ΄ Ισπάνια κι έτσι άρχισα να μαθαίνω την γεωγραφία της Ρώμης. Πολλές φορές έπαιρνα μαζί μου την κιθάρα, κι όταν βρίσκαμε ένα ωραίο μέρος καθόμαστε, εγώ τραγουδούσα, οι περαστικοί χάζευαν, σχολίαζαν, χειροκροτούσαν και όλο και κάποια κοπέλα από την παρέα σηκωνόταν και περιέφερε το καπέλο μου ευγενικά και χαριτωμένα, έτσι, για τα έξοδα της ημέρας. Στην Ελλάδα ήδη είχα αρχίσει να γίνομαι επώνυμος, αλλά με το γνωστό τρόπο της δισκογραφίας, των μπουάτ, της διαφήμισης. Στην Ιταλία έζησα το κάτι άλλο, άγνωστος μέσα στο πλήθος. Ο δρόμος είχε τη δική του γοητεία. Τραγουδούσα Ελληνικά κι όμως επικοινωνούσα. Απαλλαγμένος απ’ όλα τα «πρέπει» του κόσμου, άρχισα να πιστεύω ότι κάτι άξιζε αυτό που έκανα. Μοναδική εμπειρία.

Με το Φούλβιο βρισκόμασταν τα βράδια, γιατί την ημέρα ήταν απασχολημένος με την εφημερίδα «Λόττα Κοντίνουα» και σαν δημοσιογράφος έκανε ένα ταξίδι στο Μιλάνο, παρέα με τον φίλο και ομοϊδεάτη του, τον διάσημο Τζιάν Μαρία Βολοντέ. Εγώ όμως συνέχισα να μένω στο κοινόβιο.

Ένα βράδυ, σε μια πλατεία της γειτονιάς μου γεμάτη κόσμο, είδα μια φιγούρα να ξεχωρίζει, λόγω ύψους. Παρ’ όλη την απόσταση τον αναγνώρισα και φώναξα δυνατά: Φ ώ τ ο!!! Γύρισε να δει κι ήταν αυτός. Ο Φώτος Λαμπρινός. Αγκαλιές, φιλιά και συγκίνηση, γιατί άλλο είναι να συναντήσεις ένα γνωστό σου στην Αθήνα κι άλλο στην αλλοδαπή! ΄Ηταν με μια παρέα Ιταλών και μάλιστα τον έναν τον ήξερα. ΄Ηταν ο ηθοποιός Νόρμαν Μοτζάτο κι είχαμε γνωριστεί όταν ήρθε στην Ελλάδα για να πάρει μέρος στα γυρίσματα μιας ταινίας του Αγγελόπουλου κι ο Φώτος τον είχε φέρει στην «5η Εποχή». Νέοι φίλοι με πολλά ενδιαφέροντα, αφού όλοι τους είχαν σχέση με τον κινηματογράφο. Σκηνοθέτες, ηθοποιοί, οπερατέρ. ΄Εγινα μέλος της παρέας και για να αλλάξω περιβάλλον φρόντισαν να μου βρουν ένα διαμέρισμα στη Via Ania, πίσω από το Κολοσσαίο. Τώρα η παρέα διέθετε αυτοκίνητα κι έτσι άρχισα να γνωρίζω και την υπόλοιπη, εκτός ιστορικού κέντρου, Ρώμη. Πηγαίναμε σε κάτι απίθανες τρατορίες στα προάστια και περνούσαμε από τις εργατικές συνοικίες με τα τεράστια και απαίσια μπλοκ των  πολυκατοικιών. Παντού τα ίδια.
Μια Κυριακή πήγαμε στη θάλασσα κι ήρθε μαζί μας μια γοητευτική κυρία, που πρόσφατα είχε πάρει διαζύγιο αλλά κράτησε τα κλειδιά μιας ιδιωτικής καμπάνας σε μια περιφραγμένη παραλία στο Lido. H καμπάνα ανήκε στον πρώην σύζυγό της που δεν ήταν άλλος από τον Ούγκο Τονιάτσι. Στη λαϊκή πλαζ δεν έπεφτε καρφίτσα, εμείς όμως για λίγες ώρες θα απολαμβάναμε την άνεση των προνομιούχων. Οι καμπάνες ήταν ξύλινα δωμάτια με ντουζ και τουαλέτα κάτω απ’ τα δέντρα και μπροστά μια υπέροχη παραλία, έρημη και άδεια, που περίμενε τους λίγους και εκλεκτούς. Καθίσαμε στην άμμο και η πιο κοντινή παρέα ήταν στα δέκα μέτρα. Εγώ είχα μαζί μου την κιθάρα και τραγουδούσα το «Ωτοστόπ» στα Ιταλικά, έτσι όπως το είχε μεταφράσει ο Νόρμαν.

΄Αουτο στοπ αντιάμο πάρτο
ε νον σον σε τορνερό
άι αμίτσι αριβεντέρτσι
μίο αμόρε λα σερό
Ε σου μίλε στράτε
Σόλο ιο σαρό    κ.λπ.


Και τότε, μέσα από την άμμο και τα σώματα που την έκρυβαν, αναδύθηκε η Τζίλντα. Μια γυμνόστηθη κοπελάρα που σου έκοβε την ανάσα! Πόδια καλοφτιαγμένα κι ατελείωτα κι ένα υπέροχο στήθος που το πρόβαλε με χάρη καθώς τακτοποιούσε τα κοκκινωπά μαλλιά της.
Όλα τα μάτια είχαν καρφωθεί πάνω της και τα χαμηλόφωνα σχόλια, που δεν καταλάβαινα, έδιναν κι έπαιρναν. Εγώ ενθουσιασμένος άρχισα να τραγουδώ «σ΄ αγαπώ γιατί είσαι ωραία, σ’ αγαπώ γιατί...» και άρχισα να βάζω και δικά μου λόγια που δεν μπορώ να αναφέρω.
Και τότε συνέβη κάτι που δεν είχα υπολογίσει. Σηκώθηκε ένας τύπος μετρίου αναστήματος κι ήρθε προς το μέρος μας. Είχε μουσάκι και πλάτες που θύμιζαν τον Στηβ Ρηβς, κι έτσι όπως ρουφούσε το στομάχι του γινόταν απειλητικός. «Φτου, γαμώτο, έχει γούστο να κατάλαβε!» σκέφτηκα. Και πράγματι, δεν έπεσα έξω. Είχε καταλάβει. Γονάτισε μπροστά μου και μου είπε με σπασμένη προφορά:
«Εσύ τραγουδά Ελληνικός;». «Ναι!» του λέω, όσο πιο ψύχραιμα μπορούσα. «Από Ελλάντα;»  «Ναι!»  «Κι εγκώ από Ελλάντα! Μπιλ Κάρις» Και μου πρότεινε το χέρι του. «Χάρηκα», του λέω, «από πού είσαι;» Σκύβει τότε και μου λέει χαμηλόφωνα με άψογη προφορά: «Βασίλη Καραμεσίνη με λένε και είμαι από την Πελοπόννησο».
Η παρέα μου εν τω μεταξύ τον αναγνώρισε κι άρχισαν οι χειραψίες και τα χαμόγελα, ο πάγος έσπασε κι όλα μέλι γάλα. Ο Μπιλ μου εξήγησε ότι ήταν πρωταγωνιστής σε σπαγγέτι γουέστερν και η κοπελάρα ήταν η σύντροφός του στη ζωή και στο σινεμά. Με παρουσίασε στους φίλους του και στη Τζίλντα και κανονίσαμε να φάμε το βράδυ μαζί, στο σπίτι του. Του έδωσα τη διεύθυνσή μου και ήρθε ο ίδιος να με πάρει για να μη ταλαιπωρηθώ.

Έμενε σε μια όμορφη βίλα σε μια ακριβή συνοικία στις όχθες του Τίβερη. Η Τζίλντα ήταν εξαιρετική οικοδέσποινα και μαγείρισσα κι εμείς πίναμε κρασί και λέγαμε τις ιστορίες μας. Ξεκαρδιζόμασταν στα γέλια και κάθε τόσο ο Μπιλ αναγκαζόταν να μεταφράζει τα πιο χαριτωμένα. Την επόμενη, ο Μπιλ θα άρχιζε τα γυρίσματα μιας νέας ταινίας και μου πρότεινε να παίξω κι εγώ. «Τι θα κάνω εγώ, ρε;», του λέω. «Θα πάρεις την κιθάρα σου και θα ΄ρθεις και θα κανονίσω να πάρεις και καλά λεφτά».
Στο ταξί που επέστρεφα σκεφτόμουν τα γεγονότα της μέρας και η φωτισμένη Ρώμη μου φαινόταν ομορφότερη.

Πρωί πρωί ήρθε να με πάρει ο Μπιλ και ξεκινήσαμε για τη μεγάλη περιπέτεια. Βγήκαμε από την πόλη και διασχίσαμε μια αρκετά μεγάλη απόσταση μέσα από αμπελώνες και κτήματα με όμορφες αγροικίες. Εγώ βομβάρδιζα τον Μπιλ με τις απορίες μου κι εκείνος πάντα με το χαμόγελο και τις χαρακτηριστικές κινήσεις των Ιταλών, μου εξηγούσε τα πάντα.
Οι ταινίες που γύριζαν είχαν ως αποκλειστικό σχεδόν προορισμό τις χώρες της Αφρικής. Απλές ιστορίες, όπου το παλικαράκι, δηλαδή ο Μπιλ, με τη βοήθεια του μουγκού αλλά τετραπέρατου συντρόφου του, τιμωρούσαν τους κακούς που χαλβάδιαζαν την αθώα καμπαρετζού, δηλαδή τη Τζίλντα. Τα κορμιά έπεφταν αλύπητα απ’ τις γροθιές και τις σφαίρες του Μπιλ και μόλις η Τζίλντα έβλεπε ότι κινδύνευε με αφανισμό το ανδρικό γένος, έπεφτε στην αγκαλιά του Μπιλ κι ο μουγκός έκανε αστείες τούμπες απ’ τη χαρά του. FINE.
«Πάνω κάτω έτσι πρέπει να είναι και το σημερινό σενάριο και θα ξεκινήσουμε όπως πάντα από τον καβγά στο σαλούν!»

Φτάσαμε καμιά φορά και περάσαμε κάτω από μια αψίδα που έγραφε ELIOS STUDIOS. ΄Εξω από τα γραφεία που ήταν δίπλα στο θυρωρείο, μια μεγάλη ομάδα ανθρώπων περίμενε να πιάσει δουλειά. Ήταν κομπάρσοι και το σωματείο τους φρόντιζε να δουλεύουν εκ περιτροπής. Μόλις με είδαν ενδιαφέρθηκαν να μάθουν τι γύρευα εκεί και ο Μπιλ τους εξήγησε πως δεν ήμουν απλός κομπάρσος αλλά πως είχα ρόλο.
Πήραμε το πρωινό μας σε μια μεγάλη τραπεζαρία κι εκεί γνώρισα το σκηνοθέτη που εξηγούσε στο Μπιλ το πλάνο της ημέρας. Ύστερα με παρέδωσαν σε μια κοπέλα που με οδήγησε σ’ ένα τεράστιο βεστιάριο με στολές και ρούχα απ’ όλες τις εποχές. Μόνο φουστανέλες δεν είχε! Μου έδωσε να φορέσω μια στολή κάου μπόυ, δηλαδή καπέλο, πουκάμισο, γιλέκο, παντελόνι, μια ζώνη με δυο βαριά εξάσφαιρα κι ένα ζευγάρι μπότες. Όλα ήταν βρώμικα σε βαθμό που σιχαινόμουν να τα πιάσω, αλλά οι μπότες ήταν το κάτι άλλο. Φθαρμένες, βρώμικες μέσα κι έξω αλλά κυρίως στραβοπατημένες. Κάνοντας την ανάγκη φιλότιμο ντύθηκα και στάθηκα μπροστά σ’ έναν καθρέφτη να με καμαρώσω. ΄Ημουν για γέλια. Κι έτσι όπως στραβοπερπατούσα με τις άβολες μπότες, ήμουν ίδιος ο Τζων Γουαίην.

Γεμίσαμε το σαλούν, που ήταν μόνιμο σκηνικό, κι άρχισαν να δουλεύουν τις σκηνές. Κάτι τριτοκλασάτοι κασκαντέρ δίναν γροθιές στον αέρα, αποτελείωναν κάτι σπασμένες καρέκλες, τ’ αγιοβασιλιάτικα πιστόλια ντουμάνιαζαν την ατμόσφαιρα κι όσοι δεν παίρναμε μέρος στη μάχη καθόμασταν πίσω απ’ την κάμερα και κάναμε χάζι. Στο τέλος ο μουγκός έφαγε μια σφαίρα στο κωλομέρι κι έκανε μια τούμπα στον αέρα. Αυτό όμως εξόργισε τον Μπιλ, που σηκώθηκε και πυροβόλησε δυο πονηρούς που ήταν στον εξώστη κι αυτοί αφού παραμέρισαν τα κάγκελα έπεσαν με μεγάλη προσοχή πάνω στα προστατευτικά στρώματα. Σ’ αυτή τη σκηνή, τα παιδιά της Ζιμπάμπουε σίγουρα θα χειροκροτούσαν. Κάπως έτσι τελείωσε η πρώτη μέρα.

Η δεύτερη ήταν σημαντική για μένα αφού θα έπαιζα σε μια σκηνή με τη Τζίλντα! Τα τραπέζια του σαλούν γεμάτα από καθάρματα και χαρτοκλέφτες κι η Τζίλντα πάνω στη σκηνή ξεδίπλωνε το ταλέντο και τα ατελείωτα πόδια της χορεύοντας στο ρυθμό της κιθάρας μου. ΄Ημουν ο πιο τυχερός απ’ όλους γιατί καθόμουν στα σανίδια της σκηνής και η Τζίλντα «έπαιζε» μαζί μου σύμφωνα με τις οδηγίες του σκηνοθέτη. Φορούσε ένα διχτυωτό καλσόν με τεράστια ανοίγματα και, κάθε φορά που με πλησίαζε και σήκωνε το πόδι της, εγώ κατέβαλα φιλότιμες προσπάθειες να μη χάσω το ρυθμό. Αυτό δεν ήταν γύρισμα. Ήταν το μαρτύριο του Αγίου Αντωνίου! Μετά κάναμε διάφορα γκρο-πλαν κι εκεί τελείωσε ο ρόλος μου.

Αποχαιρέτισα την Ιταλία και τους πολλούς φίλους που έκανα πριν ολοκληρωθεί η ταινία. Μήνες αργότερα, περνώντας έξω από ένα κινηματογράφο της Ομόνοιας, είδα σε μια αφίσα το όνομα του Μπιλ. Είδα τις φωτογραφίες και αναγνώρισα την ταινία μας! Τρελάθηκα απ τη χαρά μου. Ο τίτλος ήταν «Ένα κτήνος που το έλεγαν άνθρωπο» και συνόδευε το κύριο μενού της αίθουσας που ήταν μια σκληρή τσόντα. Η ταινία ήταν από τις πιο cult που είχα δει, αλλά εγώ περίμενα με λαχτάρα τη δική μου σκηνή. ΄Ηταν έτσι όπως σας την περιέγραψα. Η Τζίλντα έδινε ρέστα κι εγώ ήμουν τέλειος στο ρόλο του ξελιγωμένου κιθαρίστα. Μόνο που, αντί για κιθάρα, ακουγόταν... πιάνο!

Θανάσης Γκαϊφύλλιας


Η Μαρία Δημητριάδη σε Φεστιβάλ Πολιτικού Τραγουδιού στη Γερμανία


Η αξέχαστη Μαρία Δημητριάδη ερμηνεύει το τραγούδι "Αυτά τα δέντρα" από τη "Ρωμιοσύνη" των Μίκη Θεοδωράκη - Γιάννη Ρίτσου, σ' ένα φεστιβάλ πολιτικού τραγουδιού στο Ανατολικό Βερολίνο. 

Aυτά τα δέντρα δε βολεύονται με λιγότερο ουρανό,
αυτές οι πέτρες δε βολεύονται κάτου απ' τα ξένα βήματα,
αυτά τα πρόσωπα δε βολεύονται παρά μόνο στον ήλιο,
αυτές οι καρδιές δε βολεύονται παρά μόνο στο δίκιο.

Eτούτο το τοπίο είναι σκληρό σαν τη σιωπή,
σφίγγει στον κόρφο του τα πυρωμένα του λιθάρια,
σφίγγει στο φως τις ορφανές ελιές του και τ' αμπέλια του.
Δεν υπάρχει νερό. Mονάχα φως.

O δρόμος χάνεται στο φως
κι ο ίσκιος της μάντρας είναι σίδερο.



Αυτό το σπουδαίο μουσικό ντοκουμέντο ανέβασε στο YouTube (07/01/2012) ο μουσικός κ. Κώστας Γεωργίου από τη Βέροια. Αγαπημένος φίλος και στενός συνεργάτης της αξεπέραστης ερμηνεύτριας. Γράφει ο ίδιος στις πληροφορίες:


Σήμερα κλείνουν τρία χρόνια χωρίς τη Μαρία Δημητριάδη. Το βίντεο είναι αφιερωμένο στη μνήμη της. Το τραγούδι αυτό μας πάει πίσω, σχεδόν 31 χρόνια, τότε που όλη η ζωή ήταν μπροστά μας και από το μυαλό κανενός μας δε μπορούσε να περάσει η σκέψη της απώλειας ενός φίλου. 

Περάσαμε τρεις εκπληκτικές εβδομάδες από τις 22 Ιανουαρίου μέχρι τις 13 Φεβρουαρίου με αξέχαστες εμπειρίες. Το σπίτι των «Νέων Ταλέντων» ήταν το καθημερινό στέκι μας, όπου μπορούσαμε να παίζουμε, αλλά και να ακούμε και να βλέπουμε όλους τους εκπληκτικούς μουσικούς που είχαν μαζευτεί από όλες τις γωνιές της γης. 
Να κάνουμε φιλίες και να γνωρίσουμε μέσω της μουσικής τόσους πολλούς διαφορετικούς πολιτισμούς. 

Μαιρούλα σ' ευχαριστώ! 

Τα παρακάτω είναι δημοσιεύματα από την εφημερίδα του φεστιβάλ (FZ) - ένα φύλλο ανά ημέρα - με τα προγράμματα και τις εκδηλώσεις της κάθε ημέρας:

Δευτέρα 9.2.81
Kongreßhalle
20.00Uhr:
(Die bäume brauchen diesen Himmel ganz) Φόρος τιμής στο Γιάννη Ρίτσο. 
Αυτή η εκδήλωση θα είναι μια τιμητική διάκριση για τον μεγάλο Έλληνα ποιητή.

Μαρία Δημητριάδη (Ελλάδα): Η Μαρία Δημητριάδη είναι μια εξαιρετική Ελληνίδα ερμηνεύτρια, η οποία διέδωσε σε όλο τον κόσμο τα αντιφασιστικά τραγούδια του λαού της. Οι ερμηνείες της στα τραγούδια του Μίκη Θεοδωράκη, του Θάνου Μικρούτσικου και άλλων συνθετών συγκίνησαν τους ακροατές πολλών χωρών, ενίσχυσαν την αλληλεγγύη στον ελληνικό λαό και έδωσαν στους ακροατές δύναμη και αισιοδοξία για τον δικό τους προσωπικό αγώνα.

Στο 11ο φεστιβάλ, από το οποίο είναι και η ηχογράφηση του τραγουδιού, εκτός της Μαρίας Δημητριάδη, συμμετείχαν και οι: 

Θάνος Μικρούτσικος : Ως συνθέτης και διευθυντής της ορχήστρας
Κώστας Θωμαϊδης: τραγούδι και μπουζούκι
Σάκης Μπουλάς: τραγούδι
Νίκος Τουλιάτος: ντράμς
Ανδρέας Μικρούτσικος: ηλεκτρικό μπάσσο
Θανάσης Νικόπουλος: πιάνο
Κώστας Γεωργίου: ηλεκτρική κιθάρα
Εύη Αρνάκη: παρουσίαση προγράμματος
Επίσης συνέπραξαν με το παραπάνω μουσικό σχήμα μουσικοί από την Κούβα που έπαιξαν πνευστά: κλαρινέτα, τρομπέτες και τρομπόνια
και η χορωδία της Δρέσδης ( E O S Kreuzschule ) αποτελούμενη από μαθητές.

Κυριακή, 29 Ιανουαρίου 2012

Ιστορία τραγουδιού: Ανταλλάγματα, της Μαρίας Παπαγεωργίου


Η Μαρία Παπαγεωργίου, μία από τις καλύτερες νέες ερμηνεύτριες, κυκλοφόρησε τον πρώτο προσωπικό της δίσκο τον Απρίλιο του 2010 σε μουσική και στίχους του Αλέξανδρου Εμμανουηλίδη. Στο δίσκο αυτό, ένα από τα δώδεκα τραγούδια ήταν σε δικούς της στίχους και μουσική, με τίτλο «Ανταλλάγματα». 
Η Μαρία Παπαγεωργίου γράφει τραγούδια, κυρίως αγγλόφωνα, και αρκετά από αυτά τα παρουσιάζει στις ζωντανές της εμφανίσεις. Μάλιστα ένα από τα καλύτερα τραγούδια του πρόσφατου δίσκου της Ρίτας Αντωνοπούλου «Μία πόλη για δύο», είναι σε δική της μουσική και στίχους του Σταύρου Σταύρου: «Γυάλινη». 
Περιμένουμε στο άμεσο μέλλον έναν ολοκληρωμένο δίσκο με δικές της δημιουργίες. Η ίδια επέλεξε να γράψει δύο λόγια για το πρώτο τραγούδι που έγραψε και κυκλοφόρησε στη δισκογραφία. 

«Ανταλλάγματα»
Στίχοι – Μουσική – Ερμηνεία: Μαρία Παπαγεωργίου
Δίσκος: Όμορφοι και Ηττημένοι (2010)

Έχεις μια ευκαιρία / και μια δικαιολογία / να γελάς και να δίνεσαι.

Μια αγάπη που λείπει / όποιον σ’ εγκαταλείπει / προσκυνάς και αφήνεσαι.

Οι κρυφοί σου οι δρόμοι / έχουν πίσσα και σκόνη / μα γυρνάς, περιφέρεσαι
στου ποτού σου τη ζάλη / ντύνεσαι κάποια άλλη / που αγαπά και αποδέχεται

Για μια νύχτα ακόμα / θα σου κλείνουν το στόμα / μη μιλάς για διδάγματα.

Όποιος σ’ έχει πιστέψει / τα μισά σού έχει κλέψει / μη ζητάς ανταλλάγματα.



Το κείμενο που μας έστειλε η Μαρία Παπαγεωργίου για το παραπάνω τραγούδι: 

Τα ανταλλάγματα ήταν από τις πρώτες μου προσπάθειες να εκφραστώ έμμετρα μέσω του ελληνικού λόγου. Η σκέψη γεννήθηκε για μια γυναίκα. Έναν πολύ δικό μου άνθρωπο που ο τρόπος που επέλεγε να ζει, ή μάλλον να μην ζει, με θύμωνε πολύ. Ποτέ δεν βρήκα το θάρρος να της μιλήσω ανοιχτά και ποτέ δεν ένιωσα ότι κατάφερα να τη βοηθήσω να δει τα πράγματα αλλιώς. Είναι ένας άνθρωπος εξαναγκαστικά ευγενικός, με ταμπού και καθώς πρέπει, δοτικός εκεί που δεν πρέπει και ανήμπορος να ζήσει τον έρωτα και να ακούσει την καρδιά του. Και άλλα πολλά που με κάνουν να τον αγαπώ δυνατά.

Στην εικόνα της και μόνο οι στίχοι μου ήρθαν κατεβατοί, μελοποιήθηκαν αμέσως και δεν ένιωσα (ούτε και νιώθω) την ανάγκη να αλλάξω κάποιους από αυτούς. Το τραγούδι αγαπήθηκε αμέσως και από τον Αλέξανδρο Εμμανουηλίδη, τον βασικό μου πλέον συνεργάτη και αποφασίσαμε να του δώσουμε μια θέση μέσα στα τραγούδια του για το δίσκο μας «Όμορφοι και Ηττημένοι».




Απόσπασμα από παλιότερη συνέντευξη που έδωσε η Μαρία Παπαγεωργίου στον «Ορφέα»:

Στον καινούργιο αυτό δίσκο υπάρχει και ένα δικό σου τραγούδι. Γράφεις γενικά τραγούδια; Σου βγαίνουν εύκολα στίχοι και μουσικές; Θα έκανες ένα δίσκο μόνο με δικά σου τραγούδια;

Δε νομίζω ότι γράφω εύκολα. Δεν έχω συστηματοποιήσει ακόμη τη γραφή μου. Ό,τι γράφω είναι σε μια στιγμή έμπνευσης που μετά φεύγει. Έχω όμως κάποια τραγούδια που νιώθω καλά "μέσα" τους, τα περισσότερα αγγλόφωνα. Θα ήθελα να παρουσιάσω κάποια στιγμή ένα υλικό που θα έχει και ελληνικά και ξένα τραγούδια μου, είναι στα επόμενα σχέδια μου.



Αρχική δημοσίευση στο διαδικτυακό μουσικό περιοδικό "Ορφέας": 

Σάββατο, 28 Ιανουαρίου 2012

Παρουσίαση δίσκου με ποιήματα του Καβάφη στη Θράκη (Σίμογλου-Θεοδωρίδου)


Η υψίφωνος Σόνια Θεοδωρίδου από τη Βέροια είναι επικεφαλής μιας ομάδας εμπνευσμένων ανθρώπων που καθοδηγούνται από τη μουσική, προβάλλουν σε κάθε βήμα τους την πατρίδα μας, την «Όμορφη Ελλάδα» όπως έχουν τιτλοφορήσει τη νέα σειρά συναυλιών και προσπαθούν να ανατρέψουν τη θολή εικόνα που έχει δημιουργηθεί για την Ελλάδα στο εξωτερικό. Δίπλα της, ο μαέστρος Θεόδωρος Ορφανίδης από το Κιλκίς, ο συνθέτης Αθανάσιος Σίμογλου από το Διδυμότειχο, ο βαρύτονος Κώστας Ραφαηλίδης από την Αθήνα και ο πιανίστας Μάρκος Κότσιας, από την Αθήνα επίσης.



Από το Βερολίνο, με τη δισκογραφική εταιρεία «The human voice» που έχουν δημιουργήσει ασχολούνται με νέες μουσικές παραγωγές ελλήνων συνθετών και ελλήνων ποιητών, ανακαλύπτουν νέους μουσικούς και παίζουν τη μουσική τους σε μεγάλες αίθουσες της Ευρώπης.



Τα βιβλιοπωλεία +Καφετζή είναι διοργανωτές των εκδηλώσεων που έγιναν στην Ξάνθη (26/01/2012) και στην Κομοτηνή (27/01/2012), όπου οι καλλιτέχνες είχαν την ευκαιρία να παρουσιάσουν την τελευταία δισκογραφική εργασία τους: Δώδεκα μελοποιημένα ποιήματα του Κωνσταντίνου Π. Καβάφη από τον Αθανάσιο Σίμογλου και ερμηνευμένα από τη Σόνια Θεοδωρίδου. 


Απόψε (28/01/2012) θα γίνει η παρουσίαση στην Αλεξανδρούπολη, στο χώρο εκδηλώσεων του βιβλιοπωλείου +Καφετζή. Και αύριο (Κυριακή 29/01/2012) η Σόνια Θεοδωρίδου θα εμφανιστεί στο "Δημοτικό Θέατρο Αλεξανδρούπολης".



Λίγα λόγια για τους δημιουργούς:



Η σοπράνο Σόνια Θεοδωρίδου γεννήθηκε στη Βέροια. Αποφοίτησε από το Εθνικό Ωδείο «Μανώλης Καλομοίρης» με διάκριση και με βραβείο «Άριστης και Διακεκριμένης Εκτέλεσης» ενώ της χορηγήθηκε η υποτροφία «Μαρία Κάλλας» για να πραγματοποιήσει περαιτέρω σπουδές στη Μουσική Ακαδημία της Κολωνίας και αργότερα στο Λονδίνο. Από τον Μάρτιο του 2010 είναι καθηγήτρια τραγουδιού στο Πανεπιστήμιο Καλών Τεχνών του Βερολίνου, όπου και διαμένει μόνιμα.


Έχει εμφανισθεί στα πιο σημαντικά λυρικά θέατρα της Ευρώπης, ενώ ως σολίστ έχει δώσει πολυάριθμες συναυλίες και ρεσιτάλ τραγουδιού σε όλο τον κόσμο. Έχει συνεργαστεί με διάσημους μαέστρους απ’ όλο τον κόσμο, ενώ το κλασικό της ρεπερτόριο συμπεριλαμβάνει μερικούς από τους πιο σημαντικούς ρόλους όπερας.



Έχει κυκλοφορήσει δύο CD με όπερες, την «La Calisto» του Cavalli και την «Conrois and his copies» του Περικλή Κούκου. Επίσης τα CD «Η Σόνια Θεοδωρίδου συναντά τον Μάνο Χατζιδάκι» (Σείριος, «Ρεσιτάλ») (Σείριος – Οδός Πανός), Γιάννης Μαρκόπουλος «Αναγέννηση» (Κίνησις), Θάνος Μικρούτσικος «Warna» (Arcardia), Χάρης Περσίδης «Storiae d’ Amor» (Eros), Arie Antiche (Legend Classics), «Sonia Thedoridou sings Jacques Brel» (Et’cetera), Θανάσης Μωραϊτης «Pictures for the sadness of the blonde girls and of Eleni» (EMI Classics), Γιάννης Κωνσταντινίδης «30 Songs» (The Human Voice), «Cavafy – Shades of Love…» (The Human Voice).



Ο συνθέτης και ιατρός Αθανάσιος Σίμογλου γεννήθηκε το 1954 στο Διδυμότειχο.
Στα δέκα του χρόνια ξεκίνησε τα μαθήματα Μουσικής και Τρομπέτας και μέχρι το 1970 ήταν Εξάρχων στη Φιλαρμονική του Δήμου.

Τα επόμενα τέσσερα χρόνια σπούδασε πιάνο και σύνθεση στο Κρατικό Ωδείο Βορείου Ελλάδος, ενώ μεταξύ 1974 και 1981 σπούδασε Ιατρική στο Πανεπιστήμιο του Μιλάνου στην Ιταλία.

Ένα χρόνο αργότερα μετοίκησε στη Στουτγάρδη της Γερμανίας, όπου διατηρεί ιατρείο μέχρι και σήμερα, ενώ παράλληλα ασχολείται με τη σύνθεση.


Ο μαέστρος και ενορχηστρωτής Θεόδωρος Ορφανίδης κατάγεται από το Κιλκίς, αλλά γεννήθηκε στην Ελβετία.
Σπούδασε μουσική στη Θεσσαλονίκη όπου και ανέλαβε τη θέση του βοηθού μαέστρου στη χορωδία και ορχήστρα του Αγίου Χρυσοστόμου υπό την διεύθυνση του Χρυσόστομου Σταμούλη. Το 2005 πήγε στην Ολλανδία όπου συνεργάστηκε με μουσικά σύνολα ως προσκεκλημένος μαέστρος.
Μαθήτευσε δίπλα σε μεγάλους Ευρωπαίους και Έλληνες μαέστρους και έχει διευθύνει ορχήστρες στην Ελλάδα και σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες.

Το 2010 ίδρυσε μαζί με τη σύζυγό του Σόνια Θεοδωρίδου την «Orchestra mobile» την πρώτη ορχήστρα που φέρνει κοντά μουσικούς απ’ ολόκληρη την Ευρώπη. Αυτή τη στιγμή η «Orchestra mobile» δραστηριοποιείται στο Βερολίνο, στην Αθήνα, στο Άμστερνταμ κ.ά. 
 




Για περισσότερες πληροφορίες και στοιχεία, στους παρακάτω συνδέσμους: 














Από την παρουσίαση του cd "CAVAFY – SHADES OF LOVE..." στην "Πολιτιστική Κίνηση Κομοτηνής". Στη φωτογραφία ο τραγουδοποιός Θανάσης Γκαϊφύλλιας με τον Αθανάσιο Σίμογλου και τη Σόνια Θεοδωρίδου (Παρασκευή 27 Ιανουαρίου 2012).

Πέμπτη, 26 Ιανουαρίου 2012

Τιμητική πλακέτα από το Δήμο Αλεξανδρούπολης στο Θόδωρο Αγγελόπουλο (2002)


Το πρώτο μέρος της τριλογίας που δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει ο Θόδωρος Αγγελόπουλος, ήταν η ταινία "Το λιβάδι που δακρύζει". Κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων (2001-2004) αυτής της ταινίας -κάποιες σκηνές είναι γυρισμένες στον Έβρο- έγινε επίτιμος δημότης της πόλης μας και ο Δήμος Αλεξανδρούπολης τον τίμησε για τη συνολική προσφορά του στην τέχνη του κινηματογράφου με μια εκδήλωση στο Δημοτικό Θέατρο και με την απονομή της παραπάνω πλακέτας, ως ελάχιστο δείγμα τιμής. 


Η κηδεία του Θόδωρου Αγγελόπουλου θα γίνει αύριο στις 4 το απόγευμα από το Α΄ Νεκροταφείο Αθηνών, δημοσία δαπάνη.



Φωτογραφίες:
1. Με το Μαρτσέλλο Μαστρογιάννι στα μέσα της δεκαετίας του 1980.
2 & 3. Με τον Χάρβεϊ Καϊτέλ και τον αξεπέραστο Θανάση Βέγγο στα γυρίσματα της ταινίας "Το βλέμμα του Οδυσσέα" (1995).
4. Με την αξέχαστη Τζένη Καρέζη και τη σύντροφό του Φοίβη Οικονομοπούλου (Σπάνια φωτογραφία, από την πρεμιέρα της "Έντα Γκάμπλερ" του Ερρίκου Ίψεν, το 1984). 

Τετάρτη, 25 Ιανουαρίου 2012

Ο "Θίασος" θα περιοδεύει χωρίς τις οδηγίες του από δω και πέρα...


Στο νοσοκομείο όπου νοσηλευόταν έπειτα από τροχαίο, πέθανε αργά το βράδυ της Τρίτης 24 Ιανουαρίου 2012, ο μεγάλος Έλληνας σκηνοθέτης Θόδωρος Αγγελόπουλος (γεν. 27/04/1935), ένας από τους σπουδαιότερους δημιουργούς του παγκόσμιου κινηματογράφου. 

Ο Θόδωρος Αγγελόπουλος μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο σε κρίσιμη κατάσταση, με βαριές εγκεφαλικές κακώσεις, εξ αιτίας του τραυματισμού του σε τροχαίο ατύχημα στη Δραπετσώνα το απόγευμα της Τρίτης. 
Προσπαθώντας να διασχίσει τον δρόμο, παρασύρθηκε από μοτοσικλέτα που οδηγούσε ειδικός φρουρός ο οποίος ήταν εκτός υπηρεσίας. Ο 77χρονος σκηνοθέτης βρισκόταν στον περιφερειακό δρόμο της Δραπετσώνας για γυρίσματα του τελευταίου μέρους της τριλογίας του με τίτλο «Η άλλη θάλασσα». 
Στο σημείο έφθασε ασθενοφόρο -μετά από 45 λεπτά- το οποίο παρέλαβε τον σκηνοθέτη και τον μετέφερε σε νοσοκομείο του Φαλήρου, όπου νοσηλεύθηκε στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας. 
Σύμφωνα με συνεργάτες του, χρειάστηκε να γίνει τηλεφώνημα στον υπουργό Υγείας Ανδρέα Λοβέρδο προκειμένου να παρέμβει για την ταχεία έλευση του ασθενοφόρου. Στην αρχή πάντως -και σύμφωνα με τους ίδιους αυτόπτες μάρτυρες- ο Αγγελόπουλος, αν και είχε υποστεί σοκ από το χτύπημα, διατηρούσε τις αισθήσεις του και αντάλλαξε μερικές φράσεις με τα μέλη του συνεργείου. 
Ο ειδικός φρουρός που οδηγούσε την μοτοσικλέτα τραυματίστηκε και ο ίδιος και νοσηλεύεται σε νοσοκομείο. 


Αυτή ήταν η τραγική είδηση της ημέρας, της εβδομάδας, του μήνα, της χρονιάς. Αμέτρητα τα βραβεία που πήρε και τα βιβλία που έχουν γραφτεί γι’ αυτόν και το έργο του, εντός και κυρίως εκτός Ελλάδας. Περισσότερες πληροφορίες για τη ζωή και το έργο του θα βρείτε στην επίσημη ιστοσελίδα : http://www.theoangelopoulos.gr/ 

Εμείς τον αποχαιρετούμε μ' ένα δικό του ποίημα και με τις μελωδίες της Ελένης Καραΐνδρου...



«Ξεχάστε με στη θάλασσα»

«Σας εύχομαι υγεία και ευτυχία αλλά δεν μπορώ να κάνω το ταξίδι σας/ Είμαι επισκέπτης/ Το κάθε τι που αγγίζω με πονάει πραγματικά/ κι έπειτα δεν μου ανήκει/ Όλο και κάποιος βρίσκεται να πει "δικό μου είναι"/ Εγώ δε
ν έχω τίποτε δικό μου είχα πει κάποτε με υπεροψία/ Τώρα καταλαβαίνω πως το τίποτε είναι τίποτε/ Ότι δεν έχω καν όνομα/ Και πρέπει να γυρεύω ένα κάθε τόσο/ Δώστε μου ένα μέρος να κοιτάω/ Ξεχάστε με στη θάλασσα/ Σας εύχομαι υγεία και ευτυχία».

(ανέκδοτο ποίημα του Θόδωρου Αγγελόπουλου γραμμένο το 1982 λίγο πριν από την έναρξη συγγραφής του σεναρίου της ταινία «Ταξίδι στα Κύθηρα»)



Κυριακή, 22 Ιανουαρίου 2012

Ο φωτογράφος Αρά Γκιουλέρ στο "Εθνολογικό Μουσείο Θράκης"


Πλήθος κόσμου παρακολούθησε χτες την ομιλία του σπουδαίου Τούρκου φωτογράφου Ara Guler στο φιλόξενο και δραστήριο "Εθνολογικό Μουσείο Θράκης", στην Αλεξανδρούπολη. 







Ο Αρά Γκιουλέρ μας μίλησε για την πορεία του στη ζωή και την τέχνη, παρακολουθήσαμε κάποιες από τις σημαντικότερες φωτογραφίες του, απάντησε σε μερικές ερωτήσεις και υπέγραψε ένα από τα πολλά βιβλία που έχει γράψει. 

Η Αγγελική Γιαννακίδου και οι συνεργάτες της θα πρέπει να είναι ευτυχισμένοι μιας και το "Εθνολογικό Μουσείο Θράκης" ήταν για άλλη μια φορά γεμάτο, όπως σε κάθε εκδήλωση εξάλλου.
Είναι όμως επιτακτική ανάγκη -το γνωρίζουν και το προσπαθούν και οι ίδιοι βέβαια- να βρεθεί ένας άλλος, μεγαλύτερος χώρος για τις εκδηλώσεις του Μουσείου, μιας και ο πολυχώρος του Ε.Μ.Θ. είναι μικρός και προβληματικός όσον αφορά την ηχητική κάλυψη των εκδηλώσεων.

Παρακάτω, μερικές μαγικές στιγμές ενός σημαντικού φωτορεπόρτερ, από την επίσημη ιστοσελίδα του: http://www.araguler.com.tr/

Η Θρυλική Μαρία Κάλλας και η Κωνσταντινούπολη του χθες, του σήμερα και του αύριο...





Και τέλος, μια φωτογραφία που θυμίζει ρεμπέτικο τραγούδι! 
Είναι Τούρκοι μουσικοί και τραγουδιστές σε κάποιο στέκι της Πόλης... 


Φωτογραφίες από την εκδήλωση (21/01/2012): Θεοδόσης Βαφειάδης

Πέμπτη, 19 Ιανουαρίου 2012

Γνωριμία (Γκαϊφύλλιας-Ελευθερίου)


Στίχοι: Μάνος Ελευθερίου
Μουσική - Ερμηνεία: Θανάσης Γκαϊφύλλιας
Δίσκος: "Η Ατέλειωτη Εκδρομή" (1975)

Σε γνώρισα αρχές του '64
σαν έφευγε το τρένο για τη Χαλκίδα
είναι κλουβί μου λες ο κόσμος και παγίδα
ν' ακούς απ' το transistor τα ρεμπέτικα

Μαλαματένια λέπια είχε το σώμα σου
κι έτσι από τότε πιάστηκα και δέθηκα (Χ2)

Στα μάτια σου έτρεχε μεγάλος ποταμός
μες στο στενό και στο μηχανουργείο
τώρα τη ζωή σου τη βρίσκω στο σφαγείο
να έχει γίνει αέρας και καπνός

Πάλι ρίχνεις πέτρες μες στα κύματα
με σκοπό ρεμπέτικο και ποιήματα (Χ2)


Ένα από τα τρία τραγούδια που έγραψε ο Θανάσης Γκαϊφύλλιας με το Μάνο Ελευθερίου. Η θρυλική "Ατέλειωτη Εκδρομή", το λιγότερο γνωστό "Οι κιθάρες των νερών" και η αξεπέραστη "Γνωριμία" που ακούμε απόψε... 
Ένα από τα καλύτερα τραγούδια που έχω ακούσει στη ζωή μου!


Τρίτη, 17 Ιανουαρίου 2012

Ο Λευτέρης Χαψιάδης εφ' όλης της ύλης... (συνέντευξη-αφιέρωμα)


Δεκέμβριος 2011. Πηγαίνοντας στα Κοίλα του Έβρου για να συναντήσω από κοντά το γνωστό λαϊκό στιχουργό Λευτέρη Χαψιάδη. Αποτέλεσμα των συναντήσεών μας (δύο φορές πήγα στο χωριό) η παρακάτω εφ' όλης της ύλης συνέντευξη που έγινε για λογαριασμό του διαδικτυακού μουσικού περιοδικού "Ορφέας".



 





«Να είμαι νέος κι άνεργος
Τί κρίμα κι αδικία / Να ψάχνω μεροκάματο / Και νά’ μαι 23
Σαν άνθρωπος να μη μπορώ / Να πιω και εγώ ένα ποτό

Γράμματα, σπουδές, πτυχία / Και τ’ όνειρό μου γκρίζο
Ούτε μια ευκαιρία / Για να δείξω πως αξίζω
Φταίνε τα συστήματά σας / Που παιδεύουν τα παιδιά σας»












Φωτογραφίες: Θεοδόσης Βαφειάδης

Ολόκληρη η συνέντευξη στον "Ορφέα" και περισσότερες (παλιές) φωτογραφίες από το προσωπικό αρχείο του στιχουργού και από δημοσιεύματα του τύπου: