Δευτέρα, 30 Ιανουαρίου 2012

Μια ιστορία από την Ιταλία... του Θανάση Γκαϊφύλλια


Η παρακάτω ιστορία του Θανάση Γκαϊφύλλια, μαζί με άλλες 25, υπάρχει στο βιβλίο "Vivere Pericolosamente" που κυκλοφόρησε το 2005 από τις "Εκδόσεις Αντίκτυπος". 
Είναι μια συλλογή διηγημάτων με 26 ιστορίες ανθρώπων που έζησαν κάποια περίοδο της ζωής τους στην Ιταλία. Ψυχή της έκδοσης είναι ένας από τους συγγραφείς, ο Πέτρος Κακολύρης. 


Ένα χειμωνιάτικο βράδυ του ΄71, γνώρισα στη μπουάτ του Γιάννη Αργύρη, τις «Εσπερίδες», έναν Ιταλό. Το Φούλβιο. Μια φάτσα βγαλμένη θαρρείς από ταινία των αδελφών Ταβιάνι. Ο Φούλβιο πήγαινε ως πολεμικός ανταποκριτής στην καυτή εμπόλεμη ζώνη της Παλαιστίνης. Ζόρικο παιδάκι για ζόρικα ταξίδια. Τον φιλοξένησα στο διώροφο αρχοντικό στην Πλάκα, που, ναι μεν «ανήκε στην αρχαιολογική υπηρεσία», αλλά με δυο φίλους μου το απαλλοτριώσαμε. Είχε αρκετά δωμάτια που έφταναν για μας και περίσσευαν και για φίλους. Ο Φούλβιο ενθουσιάστηκε από τη φιλοξενία που του πρόσφερα και με προσκάλεσε να επισκεφθώ τη Ρώμη ώστε να εμπλουτίσω τις εμπειρίες μου γύρω από το θέμα των καταλήψεων.

Το καλοκαίρι του ΄72 κι ενώ εμφανιζόμουν στην «5η Εποχή», ο Φούλβιο μου τηλεφώνησε και όλος χαρά μου ανακοίνωσε ότι είχαν «μετακομίσει» σ’ ένα υπέροχο κτίριο στο Στραστέβερε, που έπρεπε οπωσδήποτε να δω. Χωρίς δεύτερη σκέψη, σακίδιο, κιθάρα και δρόμο.

Στο λιμάνι της Πάτρας πέρασα από  εξονυχιστικό έλεγχο κι είδα κι έπαθα να πείσω τους ασφαλίτες ότι ταξίδευα για καλλιτεχνικούς λόγους κι ότι επιμελώς θα απέφευγα ενέργειες που θα στρεφόταν κατά της λαοπρόβλητης επανάστασης των συνταγματαρχών. Στο τέλος υπέγραψα και ίσα που πρόλαβα το πλοίο.

Μπρίντεζι, Ρώμη, Στραστέβερε. Ένα μαγικό δρομολόγιο στη ζώσα ιστορία. Η ομορφιά της Ρώμης σου κόβει την ανάσα. Αλλά το πιο γοητευτικό είναι ο ίδιος ο λαός, που εκφράζει τις χαρές και τα προβλήματά του μέσα από την πιο μελωδική γλώσσα του κόσμου. Μιλάει, τραγουδάει και χειρονομεί ταυτόχρονα μ΄ ένα μοναδικό, απολαυστικό τρόπο. Τυχερός λαός που δε σκλαβώθηκε ποτέ κι έτσι μπορεί να μετουσιώνει την πλούσια και αδιάκοπη παράδοση και κουλτούρα του σε καθημερινότητα.

Ο Φούλβιο με υπερηφάνεια με σύστησε στους φίλους του κι αυτοί ανέλαβαν να με ξεναγήσουν στο πραγματικά υπέροχο κτίριο, που η ηλικία του χανόταν στα βάθη των αιώνων. Οι Ιταλοί είναι πολύ ευαίσθητοι σ’ αυτό το θέμα και δεν επιτρέπουν σε κανέναν να αλλοιώσει την εικόνα της παλιάς πόλης. Εκεί δεν ευδοκίμησε ποτέ το καθεστώς των εργολάβων και της αντιπαροχής και οι μόνες παρεμβάσεις που επιτρέπονται είναι εσωτερικές.

Η ξενάγηση άρχισε από το «Μονοπάτι του λαγού», δηλαδή την έξοδο κινδύνου. Αν μας την έπεφταν οι μπάτσοι, θα βγαίναμε από την κουζίνα του ισογείου στον ακάλυπτο, θα πηδούσαμε τον τοίχο της διπλανής αυλής και θα σκορπίζαμε προς διάφορες κατευθύνσεις. Μελετημένα πράγματα. Τίποτα στην τύχη.

Το κοινόβιο ήταν άριστα οργανωμένο και η απόλυτη ελευθερία βασίλευε στο χώρο. Η ζωή κυλούσε χαλαρά ενώ τα πρόσωπα και ο αριθμός τους άλλαζαν σχεδόν καθημερινά. ΄Ηταν ένα κανονικό κέντρο διερχομένων, που αντηχούσε από γέλια, τραγούδια, καλωσορίσματα και αποχαιρετισμούς. Άγγλοι, Γάλλοι, Πορτογάλοι και κυρίως Ιταλοί και μέσα σ’ αυτούς κι εγώ ο Έλληνας, που λόγω χούντας συγκέντρωνα το μεγαλύτερο ενδιαφέρον και τη συμπάθεια όλων.

Με ορμητήριο το Στραστέβερε κάναμε καθημερινά περιπάτους στις όχθες και τις γέφυρες του Τίβερη, στο Βατικανό, στην Πιάτσα Ναβόνα, στην Πιάτσα ντ΄ Ισπάνια κι έτσι άρχισα να μαθαίνω την γεωγραφία της Ρώμης. Πολλές φορές έπαιρνα μαζί μου την κιθάρα, κι όταν βρίσκαμε ένα ωραίο μέρος καθόμαστε, εγώ τραγουδούσα, οι περαστικοί χάζευαν, σχολίαζαν, χειροκροτούσαν και όλο και κάποια κοπέλα από την παρέα σηκωνόταν και περιέφερε το καπέλο μου ευγενικά και χαριτωμένα, έτσι, για τα έξοδα της ημέρας. Στην Ελλάδα ήδη είχα αρχίσει να γίνομαι επώνυμος, αλλά με το γνωστό τρόπο της δισκογραφίας, των μπουάτ, της διαφήμισης. Στην Ιταλία έζησα το κάτι άλλο, άγνωστος μέσα στο πλήθος. Ο δρόμος είχε τη δική του γοητεία. Τραγουδούσα Ελληνικά κι όμως επικοινωνούσα. Απαλλαγμένος απ’ όλα τα «πρέπει» του κόσμου, άρχισα να πιστεύω ότι κάτι άξιζε αυτό που έκανα. Μοναδική εμπειρία.

Με το Φούλβιο βρισκόμασταν τα βράδια, γιατί την ημέρα ήταν απασχολημένος με την εφημερίδα «Λόττα Κοντίνουα» και σαν δημοσιογράφος έκανε ένα ταξίδι στο Μιλάνο, παρέα με τον φίλο και ομοϊδεάτη του, τον διάσημο Τζιάν Μαρία Βολοντέ. Εγώ όμως συνέχισα να μένω στο κοινόβιο.

Ένα βράδυ, σε μια πλατεία της γειτονιάς μου γεμάτη κόσμο, είδα μια φιγούρα να ξεχωρίζει, λόγω ύψους. Παρ’ όλη την απόσταση τον αναγνώρισα και φώναξα δυνατά: Φ ώ τ ο!!! Γύρισε να δει κι ήταν αυτός. Ο Φώτος Λαμπρινός. Αγκαλιές, φιλιά και συγκίνηση, γιατί άλλο είναι να συναντήσεις ένα γνωστό σου στην Αθήνα κι άλλο στην αλλοδαπή! ΄Ηταν με μια παρέα Ιταλών και μάλιστα τον έναν τον ήξερα. ΄Ηταν ο ηθοποιός Νόρμαν Μοτζάτο κι είχαμε γνωριστεί όταν ήρθε στην Ελλάδα για να πάρει μέρος στα γυρίσματα μιας ταινίας του Αγγελόπουλου κι ο Φώτος τον είχε φέρει στην «5η Εποχή». Νέοι φίλοι με πολλά ενδιαφέροντα, αφού όλοι τους είχαν σχέση με τον κινηματογράφο. Σκηνοθέτες, ηθοποιοί, οπερατέρ. ΄Εγινα μέλος της παρέας και για να αλλάξω περιβάλλον φρόντισαν να μου βρουν ένα διαμέρισμα στη Via Ania, πίσω από το Κολοσσαίο. Τώρα η παρέα διέθετε αυτοκίνητα κι έτσι άρχισα να γνωρίζω και την υπόλοιπη, εκτός ιστορικού κέντρου, Ρώμη. Πηγαίναμε σε κάτι απίθανες τρατορίες στα προάστια και περνούσαμε από τις εργατικές συνοικίες με τα τεράστια και απαίσια μπλοκ των  πολυκατοικιών. Παντού τα ίδια.
Μια Κυριακή πήγαμε στη θάλασσα κι ήρθε μαζί μας μια γοητευτική κυρία, που πρόσφατα είχε πάρει διαζύγιο αλλά κράτησε τα κλειδιά μιας ιδιωτικής καμπάνας σε μια περιφραγμένη παραλία στο Lido. H καμπάνα ανήκε στον πρώην σύζυγό της που δεν ήταν άλλος από τον Ούγκο Τονιάτσι. Στη λαϊκή πλαζ δεν έπεφτε καρφίτσα, εμείς όμως για λίγες ώρες θα απολαμβάναμε την άνεση των προνομιούχων. Οι καμπάνες ήταν ξύλινα δωμάτια με ντουζ και τουαλέτα κάτω απ’ τα δέντρα και μπροστά μια υπέροχη παραλία, έρημη και άδεια, που περίμενε τους λίγους και εκλεκτούς. Καθίσαμε στην άμμο και η πιο κοντινή παρέα ήταν στα δέκα μέτρα. Εγώ είχα μαζί μου την κιθάρα και τραγουδούσα το «Ωτοστόπ» στα Ιταλικά, έτσι όπως το είχε μεταφράσει ο Νόρμαν.

΄Αουτο στοπ αντιάμο πάρτο
ε νον σον σε τορνερό
άι αμίτσι αριβεντέρτσι
μίο αμόρε λα σερό
Ε σου μίλε στράτε
Σόλο ιο σαρό    κ.λπ.


Και τότε, μέσα από την άμμο και τα σώματα που την έκρυβαν, αναδύθηκε η Τζίλντα. Μια γυμνόστηθη κοπελάρα που σου έκοβε την ανάσα! Πόδια καλοφτιαγμένα κι ατελείωτα κι ένα υπέροχο στήθος που το πρόβαλε με χάρη καθώς τακτοποιούσε τα κοκκινωπά μαλλιά της.
Όλα τα μάτια είχαν καρφωθεί πάνω της και τα χαμηλόφωνα σχόλια, που δεν καταλάβαινα, έδιναν κι έπαιρναν. Εγώ ενθουσιασμένος άρχισα να τραγουδώ «σ΄ αγαπώ γιατί είσαι ωραία, σ’ αγαπώ γιατί...» και άρχισα να βάζω και δικά μου λόγια που δεν μπορώ να αναφέρω.
Και τότε συνέβη κάτι που δεν είχα υπολογίσει. Σηκώθηκε ένας τύπος μετρίου αναστήματος κι ήρθε προς το μέρος μας. Είχε μουσάκι και πλάτες που θύμιζαν τον Στηβ Ρηβς, κι έτσι όπως ρουφούσε το στομάχι του γινόταν απειλητικός. «Φτου, γαμώτο, έχει γούστο να κατάλαβε!» σκέφτηκα. Και πράγματι, δεν έπεσα έξω. Είχε καταλάβει. Γονάτισε μπροστά μου και μου είπε με σπασμένη προφορά:
«Εσύ τραγουδά Ελληνικός;». «Ναι!» του λέω, όσο πιο ψύχραιμα μπορούσα. «Από Ελλάντα;»  «Ναι!»  «Κι εγκώ από Ελλάντα! Μπιλ Κάρις» Και μου πρότεινε το χέρι του. «Χάρηκα», του λέω, «από πού είσαι;» Σκύβει τότε και μου λέει χαμηλόφωνα με άψογη προφορά: «Βασίλη Καραμεσίνη με λένε και είμαι από την Πελοπόννησο».
Η παρέα μου εν τω μεταξύ τον αναγνώρισε κι άρχισαν οι χειραψίες και τα χαμόγελα, ο πάγος έσπασε κι όλα μέλι γάλα. Ο Μπιλ μου εξήγησε ότι ήταν πρωταγωνιστής σε σπαγγέτι γουέστερν και η κοπελάρα ήταν η σύντροφός του στη ζωή και στο σινεμά. Με παρουσίασε στους φίλους του και στη Τζίλντα και κανονίσαμε να φάμε το βράδυ μαζί, στο σπίτι του. Του έδωσα τη διεύθυνσή μου και ήρθε ο ίδιος να με πάρει για να μη ταλαιπωρηθώ.

Έμενε σε μια όμορφη βίλα σε μια ακριβή συνοικία στις όχθες του Τίβερη. Η Τζίλντα ήταν εξαιρετική οικοδέσποινα και μαγείρισσα κι εμείς πίναμε κρασί και λέγαμε τις ιστορίες μας. Ξεκαρδιζόμασταν στα γέλια και κάθε τόσο ο Μπιλ αναγκαζόταν να μεταφράζει τα πιο χαριτωμένα. Την επόμενη, ο Μπιλ θα άρχιζε τα γυρίσματα μιας νέας ταινίας και μου πρότεινε να παίξω κι εγώ. «Τι θα κάνω εγώ, ρε;», του λέω. «Θα πάρεις την κιθάρα σου και θα ΄ρθεις και θα κανονίσω να πάρεις και καλά λεφτά».
Στο ταξί που επέστρεφα σκεφτόμουν τα γεγονότα της μέρας και η φωτισμένη Ρώμη μου φαινόταν ομορφότερη.

Πρωί πρωί ήρθε να με πάρει ο Μπιλ και ξεκινήσαμε για τη μεγάλη περιπέτεια. Βγήκαμε από την πόλη και διασχίσαμε μια αρκετά μεγάλη απόσταση μέσα από αμπελώνες και κτήματα με όμορφες αγροικίες. Εγώ βομβάρδιζα τον Μπιλ με τις απορίες μου κι εκείνος πάντα με το χαμόγελο και τις χαρακτηριστικές κινήσεις των Ιταλών, μου εξηγούσε τα πάντα.
Οι ταινίες που γύριζαν είχαν ως αποκλειστικό σχεδόν προορισμό τις χώρες της Αφρικής. Απλές ιστορίες, όπου το παλικαράκι, δηλαδή ο Μπιλ, με τη βοήθεια του μουγκού αλλά τετραπέρατου συντρόφου του, τιμωρούσαν τους κακούς που χαλβάδιαζαν την αθώα καμπαρετζού, δηλαδή τη Τζίλντα. Τα κορμιά έπεφταν αλύπητα απ’ τις γροθιές και τις σφαίρες του Μπιλ και μόλις η Τζίλντα έβλεπε ότι κινδύνευε με αφανισμό το ανδρικό γένος, έπεφτε στην αγκαλιά του Μπιλ κι ο μουγκός έκανε αστείες τούμπες απ’ τη χαρά του. FINE.
«Πάνω κάτω έτσι πρέπει να είναι και το σημερινό σενάριο και θα ξεκινήσουμε όπως πάντα από τον καβγά στο σαλούν!»

Φτάσαμε καμιά φορά και περάσαμε κάτω από μια αψίδα που έγραφε ELIOS STUDIOS. ΄Εξω από τα γραφεία που ήταν δίπλα στο θυρωρείο, μια μεγάλη ομάδα ανθρώπων περίμενε να πιάσει δουλειά. Ήταν κομπάρσοι και το σωματείο τους φρόντιζε να δουλεύουν εκ περιτροπής. Μόλις με είδαν ενδιαφέρθηκαν να μάθουν τι γύρευα εκεί και ο Μπιλ τους εξήγησε πως δεν ήμουν απλός κομπάρσος αλλά πως είχα ρόλο.
Πήραμε το πρωινό μας σε μια μεγάλη τραπεζαρία κι εκεί γνώρισα το σκηνοθέτη που εξηγούσε στο Μπιλ το πλάνο της ημέρας. Ύστερα με παρέδωσαν σε μια κοπέλα που με οδήγησε σ’ ένα τεράστιο βεστιάριο με στολές και ρούχα απ’ όλες τις εποχές. Μόνο φουστανέλες δεν είχε! Μου έδωσε να φορέσω μια στολή κάου μπόυ, δηλαδή καπέλο, πουκάμισο, γιλέκο, παντελόνι, μια ζώνη με δυο βαριά εξάσφαιρα κι ένα ζευγάρι μπότες. Όλα ήταν βρώμικα σε βαθμό που σιχαινόμουν να τα πιάσω, αλλά οι μπότες ήταν το κάτι άλλο. Φθαρμένες, βρώμικες μέσα κι έξω αλλά κυρίως στραβοπατημένες. Κάνοντας την ανάγκη φιλότιμο ντύθηκα και στάθηκα μπροστά σ’ έναν καθρέφτη να με καμαρώσω. ΄Ημουν για γέλια. Κι έτσι όπως στραβοπερπατούσα με τις άβολες μπότες, ήμουν ίδιος ο Τζων Γουαίην.

Γεμίσαμε το σαλούν, που ήταν μόνιμο σκηνικό, κι άρχισαν να δουλεύουν τις σκηνές. Κάτι τριτοκλασάτοι κασκαντέρ δίναν γροθιές στον αέρα, αποτελείωναν κάτι σπασμένες καρέκλες, τ’ αγιοβασιλιάτικα πιστόλια ντουμάνιαζαν την ατμόσφαιρα κι όσοι δεν παίρναμε μέρος στη μάχη καθόμασταν πίσω απ’ την κάμερα και κάναμε χάζι. Στο τέλος ο μουγκός έφαγε μια σφαίρα στο κωλομέρι κι έκανε μια τούμπα στον αέρα. Αυτό όμως εξόργισε τον Μπιλ, που σηκώθηκε και πυροβόλησε δυο πονηρούς που ήταν στον εξώστη κι αυτοί αφού παραμέρισαν τα κάγκελα έπεσαν με μεγάλη προσοχή πάνω στα προστατευτικά στρώματα. Σ’ αυτή τη σκηνή, τα παιδιά της Ζιμπάμπουε σίγουρα θα χειροκροτούσαν. Κάπως έτσι τελείωσε η πρώτη μέρα.

Η δεύτερη ήταν σημαντική για μένα αφού θα έπαιζα σε μια σκηνή με τη Τζίλντα! Τα τραπέζια του σαλούν γεμάτα από καθάρματα και χαρτοκλέφτες κι η Τζίλντα πάνω στη σκηνή ξεδίπλωνε το ταλέντο και τα ατελείωτα πόδια της χορεύοντας στο ρυθμό της κιθάρας μου. ΄Ημουν ο πιο τυχερός απ’ όλους γιατί καθόμουν στα σανίδια της σκηνής και η Τζίλντα «έπαιζε» μαζί μου σύμφωνα με τις οδηγίες του σκηνοθέτη. Φορούσε ένα διχτυωτό καλσόν με τεράστια ανοίγματα και, κάθε φορά που με πλησίαζε και σήκωνε το πόδι της, εγώ κατέβαλα φιλότιμες προσπάθειες να μη χάσω το ρυθμό. Αυτό δεν ήταν γύρισμα. Ήταν το μαρτύριο του Αγίου Αντωνίου! Μετά κάναμε διάφορα γκρο-πλαν κι εκεί τελείωσε ο ρόλος μου.

Αποχαιρέτισα την Ιταλία και τους πολλούς φίλους που έκανα πριν ολοκληρωθεί η ταινία. Μήνες αργότερα, περνώντας έξω από ένα κινηματογράφο της Ομόνοιας, είδα σε μια αφίσα το όνομα του Μπιλ. Είδα τις φωτογραφίες και αναγνώρισα την ταινία μας! Τρελάθηκα απ τη χαρά μου. Ο τίτλος ήταν «Ένα κτήνος που το έλεγαν άνθρωπο» και συνόδευε το κύριο μενού της αίθουσας που ήταν μια σκληρή τσόντα. Η ταινία ήταν από τις πιο cult που είχα δει, αλλά εγώ περίμενα με λαχτάρα τη δική μου σκηνή. ΄Ηταν έτσι όπως σας την περιέγραψα. Η Τζίλντα έδινε ρέστα κι εγώ ήμουν τέλειος στο ρόλο του ξελιγωμένου κιθαρίστα. Μόνο που, αντί για κιθάρα, ακουγόταν... πιάνο!

Θανάσης Γκαϊφύλλιας


Δεν υπάρχουν σχόλια: