Δευτέρα, 5 Δεκεμβρίου 2011

Θανάσης Γκαϊφύλλιας: Να ξαναβρεθούμε μέσα από τα ζόρια...



Συνέντευξη στο Γεώργιο Γιαπουντζή και στο περιοδικό «Touch» (Οκτώβριος – Νοέμβριος 2011)


Σαν μήνυμα στο μπουκάλι της ιστορίας... 
Θανάσης Γκαϊφύλλιας: «Να ξαναβρεθούμε μέσα από τα ζόρια…»





Όσες φορές κι αν τον ακούς δεν χορταίνεις τη σκέψη του και η αιχμή στο δόρυ του λόγου του σε τσιμπά για να σε ξυπνήσει ευχάριστα, σε ταρακουνά να ζήσεις επιτέλους αυτό που μέσα σου κοιμάται χρόνια τώρα, σε αυτόν εδώ τον τόπο, σε αυτές εδώ τις μέρες… Αυτό είναι καλλιτέχνης κι αυτό είναι ο Θανάσης Γκαϊφύλλιας. 
Αρκεί μόνο να είσαι απλά ένα ευήκοον ους και να μην περιχαρακώνεσαι σε τσιτάτα και σλόγκαν. Για το Θανάση Γκαϊφύλλια η τέχνη βαδίζει χέρι χέρι με την πολιτική ζωή αυτού του τόπου χρόνια τώρα αλλά και με τα βιώματα και τη στάση ζωής καλλιτεχνών και πολιτών. 
Αν τον ακούσουμε μέσα ίσως από την πιο χαλαρή και αποκαλυπτική κουβέντα που απολαύσαμε ποτέ, γιατί τα δικά μας λόγια και οι διθύραμβοι για έναν άνθρωπο, πολίτη και καλλιτέχνη που υπηρετεί τα κοινά και το κοινό του με αξιοπρέπεια και συνέπεια τόσα χρόνια είναι ίσως πλέον περιττά… 

Κύριε Γκαϊφύλλια, επιλέξατε να μείνετε εκτός κέντρων ή αν, όπως λένε «Ελλάδα είναι μόνο η Αθήνα», σεις επιλέξατε να μείνετε εκτός… Ελλάδας! Συνειδητή απόφαση;



Εγώ θεωρώ την Κομοτηνή κέντρο της Θράκης, δηλαδή ενός πολύ σημαντικού κομματιού της Ελλάδας και για μένα σημαίνει όχι απλά τον τόπο που μεγάλωσα, αλλά που έζησα τη ζωή μου και τη χάρηκα, είναι η πρωτεύουσά μου. 
Μου δόθηκε ωστόσο η ευκαιρία να ταξιδέψω και, αν ήταν να επιλέξω τόπο για να ζήσω, μπορούσα να κάνω καλύτερες επιλογές από το να ζήσω στο Λεκανοπέδιο που δεν μπορεί να απορροφήσει ούτε τα απόβλητά του, είτε υλικά είτε πνευματικά.



Ένας καλλιτέχνης που ζει στην επαρχία μπορεί να είναι αποδοτικός και αυτό που λέμε «μέσα στα πράγματα»;



Κανονικά θα έπρεπε να είναι προνόμιο, κυρίως των καλλιτεχνών, να ζουν στην περιφέρεια! Έτσι κι αλλιώς και στο Λεκανοπέδιο αποφεύγουν να ζουν εντός των Αθηνών, εντός των τειχών, και φροντίζουν να μένουν στην περιφέρεια, ας πούμε, της Αθήνας. 
Εάν ένα καράβι όμως δεν είναι σωστά φορτωμένο, είναι σίγουρο ότι θα έχει προβλήματα και σε μια ενδεχόμενη κακοκαιρία θα φουντάρει κιόλας. 
Η Ελλάδα από αυτό το γεγονός έχει φουντάρει εδώ και πολλές δεκαετίες, κυρίως μετά το ΄50 όταν άρχισε το ρεύμα της αστυφιλίας, που οφειλόταν στην κατάρα που δένει τη φυλή μας, τη διχόνοια, με τον Εμφύλιο και τα γνωστά του αποτελέσματα… και ξαφνικά άδειασε η Ελλάδα και γέμισε η Αθήνα! 


Αν ταξιδέψεις σε μία καθωσπρέπει ευρωπαϊκή χώρα, τουλάχιστον από αυτή την άποψη, οικιστικά, όλες ισορροπούν, γιατί έχουν δώσει ευκαιρία σε όλον τον τόπο για ν’ αναπτυχθεί και υπάρχουν υποδομές που σε έλκουν να ζήσεις στην περιφέρεια, χωρίς να στερηθείς τίποτα από τις αρετές του κέντρου.


Εδώ ήταν ένα ρεύμα αναγκαστικό, άδειασε η ύπαιθρος, έτρεχαν οι άνθρωποι να βρουν καταφύγιο σε μία μεγαλούπολη, όπου θα χανόταν τα ίχνη τους και αυτό ήταν αποτελέσματα του Εμφυλίου. 
Η μετεμφυλιακή εποχή ήταν τραγική, αλλά και η μετέπειτα, με την αβάσταχτη ελαφρότητα που διακρίνει πάντοτε τις κυβερνήσεις του ενός κόμματος, άντε δύο, αφού μετά τη μεταπολίτευση και το ΄81 μπήκε και άλλος παίκτης, για να γίνει πιο πλούσιο το παιχνίδι και να κρατήσει και άλλα 30 με 40 χρόνια. 
Εκείνος λοιπόν ο ένας παίκτης είχε κάνει τις επιλογές του, τόσο τού ‘κοβε τόσο έκανε… συγκέντρωσε τον κόσμο στην Αθήνα, για να έχει πολύ φτηνό εργατικό δυναμικό, κατέστρεψε την πόλη με τη λογική της αντιπαροχής και των εργολάβων, υψώθηκαν κτίρια τέρατα, από άποψη αισθητικής, και όλα αυτά πού;

Σε μία πόλη που πριν από αιώνες διακρινόταν για την αρχιτεκτονική της και ήταν μια πόλη ανοιχτή γκαλερί, που τη ζήλεψε πολύ η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και έχτισε την πρωτεύουσά της κυρίως βάσει της αισθητικής της Αθήνας και, επειδή ήταν πολύ ισχυρή και δεν κατακτήθηκε η Ρώμη από βαρβάρους, διατήρησε την ιστορία και την αισθητική και την αρχιτεκτονική της μέχρι τις μέρες μας και αν πας μαγεύεσαι.

Μιλώ για το ιστορικό κέντρο, μια ανοιχτή γκαλερί με απίστευτη αισθητική. Αυτό το διαφύλαξαν και το σεβάστηκαν οι Ρωμαίοι και οι Ιταλοί και απαγορεύεται δια ροπάλου η οποιαδήποτε παρέμβαση στην αρχιτεκτονική της πόλης.

Όχι όπως γίνεται εδώ, ακόμη και στην Κομοτηνή…



Κομοτηνή λοιπόν…



Ήταν μια πόλη που με εντυπωσίασε το ΄54. Όταν ήρθε η οικογένειά μου από το Σουφλί, μετανάστευσε στο πιο κοντινό - μακρινό αστικό κέντρο, αρκεί να ξέφευγε  από τα όρια του Σουφλίου και του νομού Έβρου, μια και ήταν από το στρατόπεδο των χαμένων, με απίστευτες διώξεις και αντιμετωπίσεις από την επίσημη πολιτεία, μια εκδικητική πολιτεία, σε βαθμό που έτρωγε τα παιδιά της, όπως κάνει ακόμα και σήμερα.

Εγώ κι ο αδερφός μου ήμασταν μικροί για να καταλάβουμε, να νιώσουμε τι συνέβαινε, μπορούσαμε βέβαια με το παιδικό ένστικτο να καταλάβουμε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά, γιατί μέσα στην οικογένεια υπήρχε πάντα ένας συνωμοτικός τρόπος, μιλούσαν πάντα όλοι χαμηλόφωνα.

Το σημαντικό ήταν ότι βγήκαμε για πρώτη φορά από τα όρια μιας πολύ μικρής επαρχιακής κωμόπολης, όπως ήταν το Σουφλί και ήρθαμε στην Κομοτηνή, που ήταν μια πολυπολιτισμική πόλη με διάχυτο το μουσουλμανικό στοιχείο, με τα ποτούρια και τους φερετζέδες. 
Αυτές δεν ήταν εικόνες που τις είχαμε ξαναδεί, ένας καινούργιος, παράξενος κόσμος, μια πόλη που άξιζε τον κόπο να την ανακαλύψουμε και καταλάβαμε ότι ήταν μια πόλη που ναι μεν μας εντυπωσίαζε, αλλά δεν διέφερε και πολύ από το Σουφλί, αφού ούτε καν ψηλά κτίρια δεν είχε εκτός από δύο, την Τσανάκλειο και τη Λέσχη των Κομοτηναίων.

Ανέκαθεν ήταν μια φτωχομάνα η Κομοτηνή, έζησε κάποιες εποχές ως σημαντικό εμπορικό διαμετακομιστικό κέντρο, είχε κάποια αξία ως γεωγραφικό στίγμα, αλλά είχε έξι αιώνες οθωμανικής κατοχής, όχι τέσσερις, όπως οι πόλεις της νότιας Ελλάδας και άφησαν πίσω τους μόνο τζαμιά και μιναρέδες, ούτε μία σχολική αίθουσα… 
Ακόμα και ο Στρατώνας και το Δικαστικό Μέγαρο ήταν της βουλγαρικής κατοχής, του 1900. Αυτά ήταν τα κτίρια που φάνταζαν μεγάλα στα μάτια μας. 


Δεν είχε ποτέ η πόλη τη γοητεία που είχε η διπλανή μας Ξάνθη ούτε ανθρώπους που κέρδισαν μέσα από το καπνεμπόριο και συναγωνίζονταν ο ένας τον άλλο ποιος θα κτίσει το καλύτερο σπίτι με αρχιτέκτονες, ζωγράφους και ποικίλα υλικά και έκτισαν τη μαγική παλιά πόλη της Ξάνθης, που, αν την περπατήσεις, μαγεύεσαι…

Μιλήστε μας για την πιο πρόσφατη δισκογραφική σας δουλειά…



Η τελευταία δισκογραφική παρουσία μου ήταν όταν τέτοια εποχή πέρυσι κυκλοφόρησε ένα διπλό cd από εμφανίσεις το Νοέμβριο του 2009 στο «Κύτταρο». 
Ήταν μια σημαντική επανεμφάνιση μετά το 1971 στο χώρο αυτό με τον οποίο είχα συνδέσει την κάθοδό μου στην Αθήνα, την έναρξη της πρώτης ελληνικής ροκ μουσικής σκηνής και 38 χρόνια μετά επανεμφανίστηκα. 
Αυτό η Lyra αποφάσισε να το εκμεταλλευτεί, έγινε η ηχογράφηση και κυκλοφόρησε με τίτλο «Αυτά που ρωτάς».



Θλίβεστε από τη μουσική του σήμερα;



Όχι, καθόλου! Από το δρόμο που είχε πάρει η μουσική παραγωγή ήταν βέβαιο ότι θα κατέληγε εδώ που κατέληξε, ήταν μαθηματικά βέβαιο ότι θα χρεοκοπούσε, όπως ήταν μαθηματικά βέβαιο ότι θα χρεοκοπούσε και η Ελλάδα. Τέχνη και πολιτική είναι βίοι παράλληλοι, μαζί στην ακμή μαζί και στην παρακμή. Τίποτα τυχαίο.



Μανώλης Ρασούλης, Νίκος Παπάζογλου, δύο καλλιτέχνες φίλοι που έφυγαν μαζί. Κενό μεγάλο;



Πρώτα κενό από την απουσία δύο αγαπημένων φίλων σε προσωπικό επίπεδο, δύο ανθρώπων που κόσμησαν με την παρουσία τους το πανελλήνιο, τους Έλληνες, όπου κι αν βρίσκονταν και συνεχίζουν με την αύρα της δημιουργίας τους να τους κοσμούν. 
Ήταν μοναδικοί σαν άνθρωποι, εξαιρετικοί και, σε αντίθεση με όσους ισχυρίζονται ότι πρέπει να διαχωρίζουμε τη ζωή του δημιουργού από το έργο του, επιμένω ότι το έργο είναι απόρροια της στάσης ζωής ενός δημιουργού.

Εκτός αν έχω να κάνω με ανθρώπους που συνειδητά υπηρετούν μόνο τη διασκέδαση και τίποτα περισσότερο, τους οποίους σέβομαι απόλυτα -και τους διασκεδαστές εννοώ- αρκεί να μην θέλουν να μου το παίξουν ξεχωριστοί σαν άνθρωποι, σαν στάση ζωής, πρότυπα δηλαδή, εάν δεν το αξίζουν. 


Ο Μανώλης και ο Νίκος ήταν δυο άνθρωποι που γλύκαναν τις ψυχές μας, πρώτα με τη στάση της ζωής τους, γιατί θέλουμε δεν θέλουμε οι καλλιτέχνες είναι δημόσια πρόσωπα και τους βλέπουμε και μπορούμε να τους χαρούμε στην καθημερινότητά τους και αυτό είναι πολύ σημαντικό κι αυτό μας βοηθάει να γινόμαστε καλύτεροι. 
Δεν μπορείς να είσαι ένα ρεμάλι κι επειδή έχεις καλή φωνή να γίνεις σώνει και καλά πρότυπο κι όταν ανοίγεις το στόμα σου να πετάς τις μεγαλύτερες αλητείες και κοτσάνες και αυτό να γίνεται σλόγκαν στο στόμα των μικρών κυρίως παιδιών ή των μικρών μυαλών! 


Με τη στάση σου θα πρέπει να παίρνεις από το χεράκι τον φίλο που σε εμπιστεύεται και να τον οδηγείς σε καλύτερα μονοπάτια, ένα σκαλί παραπάνω στη ζωή, προτείνοντάς του ποίηση ή μουσική, που μπορεί να μην τα καταλαβαίνει και να μην τα αισθάνεται άμεσα, αλλά σίγουρα πράγματα που θα τον κάνουν καλύτερο. 
Και δεν μπορείς να θεωρείσαι καλλιτέχνης όταν σκαλίζεις και βγάζεις στην επιφάνεια τα αρνητικά που κρύβει ο κάθε άνθρωπος, που κρύβουμε όλοι οι άνθρωποι μέσα μας.



Είστε ευχαριστημένος, ως καλλιτέχνης και πολίτης, από τις απόπειρες εκδηλώσεων που έγιναν φέτος σε τοπικό επίπεδο, στη Μαρώνεια, στο Αρχαίο Θέατρο, στη Μαρμαρίτσα, στη Χελιδονόπετρα; Γιατί είστε και από τους πρώτους που κόπιασαν για την ανάδειξη αυτού του τόπου…



Είναι ντροπή να εμπιστευόμαστε τη διαχείριση του πολιτισμού στα χέρια ανθρώπων που δεν έχουν καμία σχέση με τον πολιτισμό και κανένα όραμα γύρω από τον πολιτισμό και που τυχαίως βρέθηκαν εκεί μέσα, από διαδικασίες που κατέστρεψαν αυτόν τον τόπο, που λέγονται δημοκρατικές κι έχουν να κάνουν και με την Τοπική Αυτοδιοίκηση, που τη θεωρώ πολύ πιο σημαντική από την Κεντρική Διοίκηση.

Γιατί μόνο η Τοπική Αυτοδιοίκηση μπορεί πραγματικά να συμβάλει στην καλλιέργεια ενός τόπου, ενός συνόλου ανθρώπων, είναι η άμεση σχέση που μπορεί να αποκτήσει ο πολίτης με τις δημοκρατικές διαδικασίες και βλέπεις ότι μέσα από το καρκίνωμα αυτών των διαδικασιών βγαίνουν στην επιφάνεια άνθρωποι και αναλαμβάνουν να διαχειριστούν και τα οικονομικά και την αισθητική και τον πολιτισμό, άνθρωποι που βρέθηκαν ελέω κομμάτων σε αυτές τις θέσεις. 


Καλό είναι να υπάρχουν κονδύλια για τον πολιτισμό, που θα διαχειρίζεται η Τοπική Αυτοδιοίκηση, αρκεί να μπορεί να καταλάβει ότι σκοπός αυτών των χρημάτων, που είναι από το κοινό ταμείο, είναι να κάνει προτάσεις κι όχι να λειτουργεί ως επαρχιακό σκυλάδικο, προτάσεις που ο πολίτης δεν έχει την ευκαιρία κάθε μέρα να συναντήσει π.χ. αυτού του είδους το θέατρο, αυτού του είδους τη ζωγραφική, που από τη μικρή ηλικία θα μας κάνουν να μπορούμε να ξεχωρίσουμε το χυδαίο, από μια κατάσταση που δεν προσβάλλει την αισθητική και τη νοημοσύνη μας, όχι να μας καθορίζει η τηλεόραση… τότε το παιχνίδι είναι χαμένο! 


Καλά κάνουν και υπάρχουν επίκαιρα και μοδάτα τραγούδια κι εμπορικοί καλλιτέχνες, γιατί εξυπηρετούν διάφορες καταστάσεις και χώρους, αυτά πάντα υπήρχαν και δεν πρέπει να λείψουν ποτέ.

Πρέπει όμως να αφήνουν εντελώς αδιάφορο τον τομέα της διαχείρισης του πολιτισμού από την Τοπική Αυτοδιοίκηση. Είναι αδιανόητο να γίνεται ατζέντης ο δήμαρχος ή ο αντιδήμαρχος. Αυτά είναι απαράδεκτα πράγματα.

Η Τοπική Αυτοδιοίκηση έχει άλλο ρόλο να παίξει, πολύ σημαντικό: να κάνει προτάσεις και να ενθαρρύνει την τοπική παραγωγή πολιτισμού και να δίνει ευκαιρίες στους νέους να βρίσκουν υποδομές για να δημιουργούν. Να ο σπουδαίος ρόλος της, να δημιουργήσει παραγωγούς κι όχι καταναλωτές. 



Δίπλα η Ξάνθη το έχει πιάσει αυτό το νόημα κι έχει ανακαινίσει κτίρια που μπορεί να μην παράγουν αυτό για το οποίο φτιάχτηκαν, όπως τα εργοστάσια καπνού, αλλά γίνονται χώροι όπου πλέον μπαίνουν μέσα τα παιδιά και παράγουν μουσική και παίζουν ένα σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη της πόλης.

Εδώ έχουμε κτίρια τέτοια τα οποία δεν δίνονται στη νεολαία, αλλά στεγάζουν διάφορους συλλόγους – σφραγίδες που δεν παίζουν κανένα ρόλο πλην των γνωστών ψηφοθηρικών εξυπηρετήσεων. 


Δεν εμπιστεύονται τη νεολαία; Είναι δυνατόν; Δεν εμπιστεύονται το μέλλον, το φοβούνται μάλλον! Αυτό το έλλειμμα είναι τραγικό, ειδικά για την Κομοτηνή.

Με τον Καλλικράτη δε, η Τοπική Αυτοδιοίκηση έχει αναλάβει και τον ρόλο της παιδείας. Ποιος είναι τελικά αυτός ο ρόλος; Αυτό εννοούσε ο νομοθέτης προφανώς και όχι να διαχειρίζεται το πετρέλαιο των σχολείων.

Και στους φοιτητές δεν δίνονται οι ευκαιρίες να διοχετεύσουν την ενέργειά τους και να βγει και η πόλη κερδισμένη από όσα θα κόμιζαν από τους τόπους τους και τη νοοτροπία τους.

Αυτό το ζήσαμε στα πρώτα χρόνια του πανεπιστημίου, μια τρομερή παραγωγή πολιτισμού από τη συνένωση των ντόπιων με το φοιτητικό στοιχείο και η Κομοτηνή έζησε μοναδικές στιγμές. Και ύστερα το χάσαμε. Αφυπνίστηκε για μια στιγμή η πόλη, κυρίως η νεολαία, και μετά ξαναβρήκε τους παλιούς γνωστούς ράθυμους και «δε βαριέσαι» ρυθμούς…



Η συνεργασία στις Γιορτές Παλιάς Ξάνθης με τους Xanthi Brash Band πώς προέκυψε;



Από την πλευρά μου δεν ήταν δύσκολο να γίνει από τη στιγμή που υπάρχει τέτοια παραγωγή πολιτισμού στην Ξάνθη. Αν πάρεις τις Γιορτές Παλιάς Πόλης και δεις το φετινό πρόγραμμα θα διαπιστώσεις ότι υπήρχαν πάνω από είκοσι εκδηλώσεις που έγιναν με ντόπια συγκροτήματα, ντόπιες ομάδες παραγωγής πολιτισμού, στο θέατρο, στη μουσική, στα εικαστικά. Ιδού η μεγάλη μας διαφορά και είναι θέμα ανθρώπων, όπως τα πάντα. 


Κάποτε στήθηκε και στην Κομοτηνή εκ του μηδενός το ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ., μετά την απόφαση της Μελίνας για θεατρική αποκέντρωση. Κι έγινε από ανθρώπους της Τοπικής Αυτοδιοίκησης που το πίστεψαν, χωρίς υποδομές, αλλά το έκαναν.

Ο διευθυντής Βασίλης Κυρίτσης είχε συνεργαστεί θαυμάσια με την τότε διοίκηση και με ανθρώπους που είχαν στερηθεί τον πολιτισμό, όπως ο Ιορδάνης Ταουκίδης, ένας ρέκτης αυτού που είχε στερηθεί τόσα χρόνια, που βοήθησε πολύ εκ του μηδενός.

Και ξαφνικά ο κόσμος γνώρισε ένα δικό του θέατρο και του έδειξε τέτοια αγάπη, τέτοια συμμετοχή κι αυτό, αντί να το δεκαπλασιάσουμε, το καταστρέψαμε! 


Τα πρώτα χρόνια ήταν συγκλονιστικά… μετά ανέλαβαν άνθρωποι που δεν είχαν ούτε τη γνώση, ούτε τη θέληση και ποτέ δεν έβαλαν ως προτεραιότητα την προσφορά στον τόπο, αλλά την προσφορά στον εαυτό τους ή στο κόμμα. Οι πρώτοι άνθρωποι, που έστησαν και το πανεπιστήμιο και το θέατρο εδώ, ήταν άνθρωποι της προσφοράς.

Θα μνημονεύσω και τον Πέτρο Ματσκίδη που πρόσφερε πολλά κι αυτός, όπως κι άλλοι που το είχαν μέσα τους αυτό το αίσθημα της προσφοράς για τον άνθρωπο, το συμπολίτη, την προκοπή αυτού του τόπου. Γι’ αυτό και το έργο τους φάνηκε.



Πρόσφατα στην Ξάνθη ερμηνεύσατε ξανά την «Ιστορία του Διομήδη», ένα τραγούδι τόσο μα τόσο επίκαιρο σε κάθε του λέξη…



Αυτή πρέπει να είναι η ματιά του καλλιτέχνη. Να βλέπει μπροστά. Γιατί δεν γράφτηκε τώρα ο Διομήδης, όπως και τα περισσότερα τραγούδια μου, που μιλούσαν από τότε για το τι θα συμβεί τώρα…

Υποχρέωση του καλλιτέχνη είναι ο λόγος του να είναι προφητικός. 


Όταν ο Καβάφης έγραψε το «Περιμένοντας τους βαρβάρους» δεν φανταζόταν αυτό ακριβώς που μας συμβαίνει σήμερα. Τι ήταν ο Καβάφης, προφήτης; Σκεπτόμενο άτομο ήταν! 
Δεν χρειάζεται να είναι κάποιος ιδιαίτερα προικισμένος και χαρισματικός και καλλιεργημένος για να κάνει μια πρόβλεψη για το μέλλον. 


Αυτό το έκανε πάντα ο λαός κι έστελνε μηνύματα στο μέλλον. Ποιος είναι ο μύθος του Διομήδη λοιπόν; Είναι ο όγδοος άθλος του Ηρακλή, που έπιασε το Διομήδη, ο οποίος είχε διαταράξει την ισορροπία της φύσης, τα είχε κάνει σαρκοφάγα και ο Ηρακλής έπιασε τα άγρια άλογα κι τα άφησε στο δάσος να τα φάνε οι λύκοι κι αποκαταστάθηκε έτσι η φυσική ισορροπία.

Ήταν σαν μήνυμα μέσα στο μπουκάλι της μυθολογίας, ότι αυτό δεν πρέπει να το κάνετε, δεν πρέπει να ταΐσετε κρέας τα φυτοφάγα…

Όταν ο λαός έφτιαξε το παραμύθι του Νασταρδήν Χότζα που έκοβε το κλαδί πάνω στο οποίο καθόταν μέχρι που τσακίστηκε, δεν προμήνυε ότι εμείς με τα τόσα δάνεια κάποτε θα πέφταμε από το κλαδί που καθόμασταν τόσα χρόνια; 


Αν διάβαζε κανείς την ιστορία και όχι την προπαγάνδα, όπως στα σχολεία, και αν λέγαμε την αλήθεια στα παιδιά, δεν θα βρίσκαμε εμπόδια μπροστά μας, γιατί τα παιδιά μεγαλώνουν και καταλαβαίνουν το ψέμα, καταρρέουν τα πάντα στο μυαλό, την ψυχή και τη συνείδηση των παιδιών και τα βάζουν με το σύστημα και δεν το αγαπούν ποτέ… 


Βρεθήκατε κι εσείς μαζί με τους αγανακτισμένους. Πιστεύετε αλήθεια ότι μόνο έτσι θα αλλάξει κάτι, αν ξεσηκωθεί ο κόσμος, αν επαναστατήσει, αν ξυπνήσει τελικά;



Ήταν μία πρόβα τζενεράλε αυτό που έγινε στις πλατείες, άρχισε να ξαναβρίσκεται ο κόσμος, μετά από τρομερή επιμονή του ληστρικού κοινοβουλευτικού συστήματος, της διαφθαρμένης δημοκρατίας και δικαιοσύνης που απομόνωσε τον άνθρωπο σε μία επίπλαστη ευμάρεια, που τον έκανε να πιστέψει ότι έγινε προνομιούχος, τον έκλεισε στα σπίτια και στους καναπέδες, τον αποβλάκωσε, κυρίως τη γυναίκα. 


Στην πλατεία έγιναν τα πρώτα δειλά βήματα για να ξαναβρεθούν οι άνθρωποι και να κάνουν μια υπέρβαση. Δεν χάθηκε όμως και τίποτα ακόμα… Μόλις αρχίσουν να χάνονται και τα στοιχειώδη προνόμια, θα βρεθεί ο κόσμος με μεγαλύτερη ευκολία και θα θελήσει να ξανασχεδιάσει το μέλλον του, πρέπει όμως να το κάνει κοιτάζοντας πολύ βαθιά πίσω του, να βρει την αλήθεια  και να σκάψει για να βρει το θησαυρό του τρόπου με τον οποίο πρέπει να πορευθεί στο μέλλον, να βρει ακόμα κι αυτόν τον τρόπο της άμεσης δημοκρατίας στην εκκλησία του δήμου των Αθηνών τον 5ο αιώνα, να βρει τις αθάνατες έννοιες και να τις εφαρμόσει στην καθημερινότητά του, να βγουν άνθρωποι και να σώσουν ό,τι σώζεται πια σε αυτόν τον τόπο… 


Ακόμα δεν χαμπαριάζει ο Έλληνας τίποτα, ακόμα και τώρα που βυθίζεται το καράβι και είδατε τη μη αντίδραση του κόσμου όταν έγινε η κουβέντα για τα προνόμια των βουλευτών στη βουλή… 


Θα σας πω μια ιστορία του τι σημαίνει αρχηγός. Ο Μέγας Αλέξανδρος ήταν Μέγας διότι όταν είχε πίσω του ένα στράτευμα εκατό χιλιάδων και τους λέει «θα διασχίσουμε την έρημο», ενώ δεν ήξεραν πόσο μεγάλη είναι, δεν την είχαν καν χαρτογραφήσει. Συμφώνησαν λοιπόν αμέσως και στα μισά της ερήμου είχαν τελειώσει τα πάντα και άρχισαν να πεθαίνουν οι Μακεδόνες μέσα στην έρημο. Τότε, απογοητευμένοι, έβγαλαν ένα κράνος και στράγγισαν μέσα σε αυτό τις τελευταίες σταγόνες από τα παγούρια τους, το πήγαν στον Αλέξανδρο και του είπαν «εσύ τουλάχιστον πρέπει να ζήσεις». 
Εκείνος ευχαρίστησε το στράτευμα, πήρε το κράνος κι έχυσε το νερό κάτω. Και την πέρασαν την έρημο, με αυτόν τον αρχηγό. Στις σημερινές μέρες ισχύει ακριβώς το αντίθετο.



Είστε ένα άτομο που καθηλώνει το συνομιλητή του με το λόγο σας. Σκεφτήκατε να κατέβετε στην πολιτική;



Οποιοσδήποτε μιλάει μέσα από τη στάση ζωής του και μέσα από μία τακτοποιημένη σκέψη στην Ελλάδα, μπορεί να δημιουργήσει την εντύπωση ότι καθηλώνει τον κόσμο. Διότι είναι ακριβώς αυτό που λείπει. Οποιοσδήποτε μιλάει με συνέπεια και με συνείδηση του τι λέει. Γιατί έχουμε συνηθίσει να μιλούν αυτοί οι οποίοι δεν πιστεύουν σε τίποτα από αυτά που λένε. Αρθρώνουν ξένο λόγο και τσιτάτα. Αν τους ξύσεις, από πίσω θα δεις τη ματαιοδοξία, τη ρουφιανιά, την απατεωνιά,  την πρόθεση, τη δολοπλοκία.



Κάποτε λοιπόν αποφάσισα να κατέβω σε δημοτικές εκλογές και φαντάζομαι ότι, αν διαλυθεί το σύμπαν, θα καταλάβουμε τι σημαίνει η συμμετοχή στα κοινά, ότι  είναι υποχρέωση όλων μας. Η εκκλησία του δήμου δεν είναι το δημοτικό συμβούλιο, είναι  όλοι οι πολίτες, έχουν υποχρέωση να ενδιαφέρονται όλοι άμεσα και να συμμετέχουν όλοι για ένα διάστημα κι εκεί να δίνουν τις εξετάσεις τους στου υπόλοιπους. Έπεται βέβαια ότι, πριν αναλάβουν, θα έχουν ασκήσει κριτική στους προηγούμενους ή θα είχαν θαυμάσει τους προηγούμενους και θα προσπαθήσουν να είναι καλύτεροι, αλλά θα πρέπει να περάσουν όλοι, ακόμη και για να μην κάνουν εύκολη κριτική.

Αποφάσισα λοιπόν να κατέβω στις εκλογές μ’ ένα ψηφοδέλτιο του Γιώργου Παπαδριέλλη και δήλωσα ότι συμμετέχω για να συμβάλω με τις όποιες γνώσεις μου στον πολιτισμό, πίστευα ότι σε αυτό θα είμαι χρήσιμος. 


Πήρα λοιπόν κάτι παραπάνω από 200 ψήφους, όταν το πλαφόν για να εκλεγεί κάποιος  ήταν 700 ψήφοι. Η πόλη μου είπε ότι δεν έκανα γι’ αυτή τη θέση κι επέλεξε άλλους. Εγώ όμως το καθήκον μου το έκανα, δεν είμαι αδρανής σε σχέση με τα πολιτικά δρώμενα της πόλης.

Από εκεί και πέρα, δευτερόλεπτο δε σταμάτησα να συμμετέχω στην πολιτική ως πολίτης κι αν έχω την ευκαιρία να ακουστώ περισσότερο από κάποιον άλλο συμπολίτη μου, είμαι διπλά υποχρεωμένος και το κάνω. 


Συμμετοχή στην πολιτική δεν είναι η θέση, το πόστο. Αυτό είναι λάθος. Εξάλλου, αυτοί που δεν συμμετείχαν στα κοινά στην αρχαία Αθήνα ήταν «ιδιώτες», δεν υπήρχε μεγαλύτερη ρετσινιά από το να σε αποκαλεί η πόλη «ιδιώτη», άχρηστο, απόβλητο της κοινωνίας.


Να κλείσουμε με κάτι αισιόδοξο;



Αυτό που είπα και πριν, ότι μέσα από μεγάλα ζόρια ελπίζω να ξαναβρεθούμε, να αποκτήσουμε και πάλι την ουσία της πόλης και της εκκλησίας του δήμου κι όχι της εκκλησίας του παπά…


Συνέντευξη του αγαπημένου τραγουδοποιού Θανάση Γκαϊφύλλια, στο Γιώργο Γιαπουντζή και στο περιοδικό "Touch" της Κομοτηνής (Οκτώβριος - Νοέμβριος 2011, τεύχος 3ο). 
Ένα μεγάλο ευχαριστώ, για άλλη μια φορά, στον Αλέξανδρο Παρωτίδη για τις υπέροχες φωτογραφίες του.

Δεν υπάρχουν σχόλια: