Δευτέρα, 13 Ιουνίου 2011

Τον Νίκο Παπάζογλου τον γνώρισα ακουσίως




Γράφει ο τραγουδοποιός Βασίλης Νικολαΐδης


Τον Νίκο τον γνώρισα ακουσίως.
Μία φίλη μου είχε ζητήσει να της γράψω τα τραγούδια μου σε κασέτα «για να τ’ ακούει». Εκείνη τα πήγε του Νίκου. Κι αυτός ενδιαφέρθηκε να τα ηχογραφήσει στο στούντιο της οδού Παπάφη.

Ήταν άνοιξη του 1980. Είχα πάρει πτυχίο τον Μάρτιο, και ετοιμαζόμουν να φύγω διακοπές τον Ιούνιο στο εξωτικό Κέντρον Εκπαιδεύσεως «Παλάσκας». Περιμένοντας, γέμιζα το κενό μου στην Θεσσαλονίκη, φιλοξενούμενος σ’ ένα διαμέρισμα της οδού Δαγκλή, παρέα με αιώνιους φοιτητές, φρικιά, περιθωριακούς, χρήστες, μηχανόβιους, γόνους καλών οικογενειών και γάτες. Μάλιστα, ο ενοικιαστής του διαμερίσματος ανήκε σε όλες τις πιο πάνω κατηγορίες, εξαιρουμένης ίσως της τελευταίας.
Όμως δεν ήταν η πανίδα του διαμερίσματος που με χάλαγε. Η αγωνία μου –κρυφή, αλλά συνειδητή– άλλη ήταν: Άξιζαν άραγε τίποτα τα τραγούδια μου; Κι αν ναι, υπήρχε τρόπος να ακουστούν έξω από το αμφιθέατρο της Νομικής του Αριστοτελείου; Ερχόταν λοιπόν ο πέραν πάσης προσδοκίας Νίκος να δικαιώσει τους πόθους μου. Γιατί δεν ήταν ένας σκέτος παραγωγός. Εκείνο τον καιρό, το Δευτέρα ξημερώματα είχε γίνει το σάουντρακ της νύχτας μου.
Στο σαλονάκι του στούντιο ήπιαμε καφέ, καπνίσαμε πολλά τσιγάρα και παίξαμε τραγούδια. Μου τραγούδησε τον Αύγουστο. Όμως απαλλαγμένος από το φορτίο της αποδοχής φορτώθηκα τον άλλο νταλκά του καλλιτέχνη: το τρακ. Από τη μια μεριά της τζαμαρίας, ο Νίκος μπροστά στην κονσόλα. Από την άλλη, εγώ μπροστά στο μικρόφωνο. Ύστερα, αυτοπροσκαλέστηκαν στο στούντιο γνωστοί και φίλοι, κι έκαναν έναν απίστευτο χαλασμό, πάρτι στήσανε. Δεν ήξερα πώς να τους μαζέψω, ντρεπόμουν για κείνα τα καμώματα, ντρεπόμουν και να τους πω να φύγουν. Το μόνο που κατέγραψε η μπομπίνα ήταν σύγχυση, φάλτσα και παντελής έλλειψη ρυθμού. Η είσοδός μου στο προαύλιο του τραγουδιού ήταν τραυματική. Πλην όμως τετελεσμένη.
Το κατάλαβα από μόνος μου, εκείνη η κατάσταση –για την οποία ευθυνόταν αποκλειστικά η ατζαμοσύνη μου, μουσική και κοινωνική– τον είχε ενοχλήσει. Εκείνος δεν μου είπε τίποτα. Είχε μια βαθιά ευγένεια. Απέφευγε οτιδήποτε θα μπορούσε να εκληφθεί ως αλαζονεία ή έπαρση.
Ούτε κάστανα χάριζε, όμως.
Τον συνάντησα μια φορά στη Σελήνη, και γκρίνιαζα πως δεν μπορώ να μετρήσω το ζεϊμπέκικο.
–Δεν μπορείς γιατί δεν το αγαπάς, μου είπε.
Ομολογώ πως πληγώθηκα. Υπό την απειλή της ύβρεως τουρκόσποροι, ο παππούς μου είχε θάψει την καταγωγή του –κι ίσως τον καημό του– στα τάρταρα ελαφρότητας του Βαφτιστικού. Έτσι, ζεϊμπέκικα ή κάτι που τους μοιάζει, έγραψα μόνο δύο, κι αυτά ζαβά. Το ένα μιλάει για τον Κουρτζ, τον τρελό ήρωα του Κόνραντ και του Κόπολα. Το άλλο μιλάει για τον σκορπιό, αυτό το αντιπαθές αρπακτικό αρθρόποδο. Ο καθείς με τα όπλα του, είπα. Η μαγεία της ντρίμπλας του Γκαρίντσα οφειλόταν στο σακατλίκι του. Είχε το ένα πόδι έξι πόντους πιο κοντό από το άλλο.
Ευτυχώς, εκείνες της μέρες πηδούσα από το μπαλκόνι της Δαγκλή στο διπλανό διαμέρισμα, όπου κατοικούσε μια φοιτήτρια φιλολογίας, εκπάγλου καλλονής. Ξέχασα το αντιγύρισμα του Νίκου και τη μουσική μου αναπηρία.

***

Γεννήθηκε μέσα στη λαϊκή μουσική κι όρμησε έφηβος έξω της. Έφυγε μετά στο Άαχεν με το ροκ συγκρότημα Ζηλωτής. Το όνομα, για να δηλωθεί η καταγωγή του γκρουπ. Πάντως, τα Ζηλωτικά είναι η πιο δυσερμήνευτη εξέγερση που γνώρισε η πόλη σ’ όλη της την ιστορία. Άθλιοι εναντίον αρχόντων. Ναυτικοί εναντίον γαιοκτημόνων. Η ζωή του ανθρώπου εναντίον της μυστικής της άρνησης. Η Ανατολή εναντίον της Δύσης. Χαίνοντες ελληνικοί διχασμοί. Αδυναμία να αποδεχθούμε τον εαυτό μας ακέραιο, καθώς αλλάζει:

«Η μουσική μας παιδεία, αν μπορεί να ονομαστεί έτσι, είναι ένας κυκεώνας και φαίνεται αυτό στη μουσική που συνθέτουμε, φαίνεται και στις επιλογές μας όταν η ανάγκη και η ευκολία μας θέτουν μπροστά σε εκβιαστικά διλήμματα, οπόταν και αναγκαζόμαστε να πάρουμε θέση. Πάντως όποια απόφαση και να πάρουμε, προδίδουμε ένα κομμάτι του εαυτού μας, γιατί τα ετερόκλητα μας συνιστούν. Η αγάπη είναι ισχυρότερο πράγμα από τη διαφορά, το ζήτημα είναι να συγκεράσουμε τις μουσικές μας αντιθέσεις, που είναι και οι δικές μας αντιθέσεις, σ’ ένα μεικτό και νόμιμο μουσικό είδος».*

Μετά την προπαίδευση πήρα μπαλάκι για την Ναυκρατούσα, μια πλωτή μικρογραφία πατρίδας μέσα στο κρασάτο πέλαγο. Οι ειδήσεις από τον Βορρά έλεγαν πως «στου Παπάζογλου γράφουν μια παρέα αρχιτέκτονες, δικηγόροι, καθηγητές, παίζουν μπουζούκια, μπαγλαμάδες, αλλά τα τραγούδια τους δεν είναι όπως οι κομπανίες». Βέβαια, η περιγραφή δεν απέδιδε με ακρίβεια τους Χειμερινούς Κολυμβητές, που δεν τους ήξερα ακόμη. Ο μόνος που ήξερα ήταν ο Μιχάλης Σιγανίδης. Που τον αγαπούσα και εκτιμούσα απεριόριστα. Κάτι γινόταν λοιπόν, στο Αγροτικόν, καθώς εγώ αρμένιζα και η χώρα ακκιζόταν στη λαμπερή ευρωπαϊκή της πόζα.

Στην Θεσσαλονίκη μόνο, πουθενά αλλού δεν γίνονται αυτά, σκεφτόμουν. Ο αγνώμων. Διότι ένα τηλεφώνημα του Χατζιδάκι στον Αβέρωφ –τον υπουργό!– μ’ έβγαλε από τον μπουλμέ και με πήγε αεροπορικώς σαββατοκύριακο στην Κέρκυρα. Εκεί πρωτάκουσα το Αχ Ελλάδα! από τους δημιουργούς του αυτοπροσώπως, την Βάσω Αλαγιάννη και τον Μανώλη Ρασούλη. Ο Νίκος το ηχογράφησε δέκα χρόνια μετά, αλλά το φρόντισε το ξένο τραγούδι σαν δικό του. Κάθε φορά που το ακούω σκέφτομαι πως καλός ο Σταθμός του Μονάχου, αλλά τι θα ήμασταν σε μια ξενιτιά χωρίς ελευθερία; Και χωρίς ξενιτιά, πως θα την αντέχαμε, τέτοια πατρίδα; Ο Άνθρωπος που αίρεται πάνω από το ανθρώπινο — ή ο Έλληνας που αίρεται πάνω από την ελληνικότητα-, αυτός ανήκει στην Κρήτη του Ρασούλη και του Καζαντζάκη. Ο Νίκος άγγιξε αυτόν τον Άνθρωπο με τον θρήνο του εικοσιδύο.

***

Βαρδάρης, ήλιος, μάτια, στάση, λεωφορείο, κρύο που έφτανε ως το κόκαλο, όλα βαφτίστηκαν σ’ αυτόν τον θρήνο. Από πού τον κράταγε, το ήξερε: «Υπήρχε πάντα. Πρέπει να το ΄χω πάρει από τη μητέρα μου, της οποίας το τραγούδισμα ήτανε κάπως έτσι. Δηλαδή μου δόθηκε σαν μητρική γλώσσα, δεν το αναρωτήθηκα ποτέ».** 

Κι’ απ’ τη μάνα στον γιο, η τραγουδιστή γλώσσα κρατούσε φυλακισμένη μέσα της την άλλη γλώσσα -σαν τις ρώσικες κούκλες, ή μήπως την φανέρωνε;- που έχανε τα λόγια της, κόμπιαζε, βούλιαζε στις γαλακτερές ανταύγειες της οθόνης, κι αναδυόταν πάλι σπαραχτικά: «Φύγανε κακήν κακώς… Η μητέρα μου μάλιστα ήτανε παρούσα… μάλλον… έτσι, δεν ξέρω, ήτανε πολύ θολό… ήτανε παρούσα μπροστά στην σφαγή του μπα… του πατέρα της. Και άκουσα ένα πράγμα, το οποίο δεν το έχω εξακριβώσει, ότι της έκανε νόημα να γυρίσει από την άλλη μεριά να μην βλέπει».*** 


Το αληθινό βάρος της ζωής μας –και σ’ όλη την ζωή μας κουβαλάμε μαζί και τις ζωές των άλλων, των πριν από εμάς– μπορεί να αποτιμηθεί μόνο σε ώριμη ηλικία, τελικώς. Ποτέ πριν δεν είχε μιλήσει δημόσια για όλα αυτά, ο Νίκος. Τα σήκωσε όμως με πρωτοφανή ζωτικότητα, εφευρίσκοντας μέχρι τέλους ακατάπαυστα τον εαυτό του, με τραγούδια, με πλεούμενα, με αεροπλάνα, με αμπέλια, με ό,τι βάζει και δεν βάζει ο νους του ανθρώπου.

Ήρθε να με ακούσει, τον Ιανουάριο του ενενηντατέσσερα, που είχα παίξει στην Θεσσαλονίκη. Αισθανόμουν λίγο σαν το μικρό αδελφάκι που γύρισε να δείξει του μεγάλου τι κατάφερε. Είχαμε πέντε χρόνια διαφορά. Ύστερα, γυρίσαμε τα μπαράκια, μια τεράστια παρέα που αραίωνε όσο περνούσαν οι μικρές ώρες.

Με τον Νίκο χωρίσαμε στην Παραλία, λίγο πριν τα χαράματα.
 




* Σημείωμα του Ν.Π. στο «Χαράτσι», Λύρα, 1983.
** Συνέντευξη του Ν.Π στην Κρυσταλία Πατούλη, περιοδικό Thessaloniki Confidential, 2010.
*** Συνέντευξη του Ν.Π. στη Βίκυ Φλέσσα, ΝΕΤ, «Στα Άκρα», 2008.


Β. Ν. (Ιούνιος 2011 - Πηγή: "Ενθέματα" της "Κυριακάτικης Αυγής")

Δεν υπάρχουν σχόλια: