Σάββατο, 25 Δεκεμβρίου 2010

Οι δέκα καλύτεροι δίσκοι για το 2010


-->
Η χρονιά που φεύγει, άφησε πίσω της, όσον αφορά το θέμα που μας απασχολεί εδώ, μερικά εξαιρετικά πράγματα. Παρακάτω σας παρουσιάζω – προτείνω τους δέκα δίσκους που μου άρεσαν περισσότερο και ακούστηκαν αρκετά στις ραδιοφωνικές μου εκπομπές. Ο ένας από αυτούς (Νο6) κυκλοφόρησε πριν λίγες μέρες, οι υπόλοιποι έχουν περισσότερες εβδομάδες ή και μήνες από τη στιγμή της κυκλοφορίας τους. Είναι όλοι δίσκοι του 2010. Δυο είναι με αγγλόφωνο στίχο (Νο3 & Νο5) από δυο νέες ταλαντούχες κοπέλες, τρεις δίσκοι από τη «νέα γενιά» που ήρθε για να μείνει, δουλειές με ταυτότητα και ουσιαστικό περιεχόμενο (Νο2, Νο4, Νο8), ένας ωραίος λαϊκός δίσκος (Νο7), ένας δίσκος μελοποιημένης ποίησης (Νο6), ένας δίσκος με καινούργιο αλλά και παλαιότερο υλικό σε νέα προσέγγιση (Νο9), ένας δίσκος –λιγότερο γνωστός από τις άλλες εννέα επιλογές μου- με όμορφα μουσικά ηχοχρώματα της Μεσογείου και των Βαλκανίων (Νο10) και βέβαια η δισκογραφική επιστροφή ενός σπουδαίου τραγουδοποιού (Νο1) με λόγο σημερινό, αιχμηρό και πάντα επίκαιρο...


-->
1. Αυτά που ρωτάς – Ζωντανά στο Κύτταρο (Θανάσης Γκαϊφύλλιας)


-->
2. Όμορφοι και Ηττημένοι (Αλέξανδρος Εμμανουηλίδης – Μαρία Παπαγεωργίου)


-->
3. Exit (Monika)

-->
4. Ανοιξιάτικη Μέρα (Λεωνίδας Μπαλάφας)



-->
5. Try A Little Romance (Marietta Fafouti)


-->
6. Καβάφης – 13 τραγούδια (Λένα Πλάτωνος – Γιάννης Παλαμίδας)


-->
7. Έμαθε η καρδιά (Δήμητρα Παπίου)


-->
8. Εισιτήρια Διπλά (Νατάσσα Μποφίλιου)

 
 
-->
9. Ξένιος – Η Κρήτη εντός μου (Μιλτιάδης Πασχαλίδης)

 

-->
10. Χαρταετός (Τάσος Γεωργόπουλος)



-->Είναι πολύ δύσκολο όμως, μέσα σ' ένα ολόκληρο χρόνο, να επιλέξεις μόνο δέκα δίσκους. -->
Γι' αυτό το λόγο, θέλω να σταθώ και σε κάποιες άλλες δισκογραφικές εκπλήξεις της χρονιάς που σιγά – σιγά φεύγει. Τις τελευταίες μέρες (αφού είχα βγάλει ήδη το παραπάνω TOP 10) άκουσα κάποιες θαυμάσιες δουλειές που μόλις κυκλοφόρησαν. Δίπλα σε αυτές, είναι και κάποιες άλλες παλαιότερες (είναι τυχαία η σειρά):

,




-->
1. Demo Αρλέτα
2. Φωτοβόλτα Βικτωρία Ταγκούλη – Χρίστος Θεοδώρου
3. Η μόνη αλήθεια είναι ο δρόμος Γιάννης Μήτσης
4. Χάρτινες Πόλεις Γιώργος Σταυρακάκης
5. Ο αόρατος άνθρωπος Φοίβος Δεληβοριάς
6. Η ορθογραφία της αγάπης Μιχάλης Ανδρονίκου
7. Ο Δημήτρης Μητσοτάκης και οι Ευδαίμονες
8. Της γης το μυστικό Βαγγέλης Καζαντζής
9. Puzzle Δέσποινα Γλέζου
10. Κρατήσου απ’ τη στάχτη Κώστας Λειβαδάς
11. Αυτό το πλοίο που όλο φτάνει Παύλος Παυλίδης & The B-Movies  
12. Γκόλεμ # Νίκος Χαλβατζής 
13. Μη σε φοβίσει η αγέλη Δημήτρης Λάμπος
14. Απόψε είναι ωραία Νίκος Ζιώγαλας, Νίκος Πορτοκάλογλου, Μανώλης Φάμελλος
15. Βόμβοι - Νίκος Ξύδης
16. Μάνος Χατζιδάκις Η εποχή της αγάπης 2 με τον Μάριο Φραγκούλη
17. Τι είδες που δεν είδα εγώ; Απόστολος Ρίζος
18. Μάταιο Ροζ Εύα Ατματζίδου

 κ.ά. !!!


Εύχομαι το 2011 να είναι καλύτερο για τη μουσική και το ελληνικό τραγούδι.

Οι δυσκολίες και τα προβλήματα μπορεί να είναι ο λόγος για να γεννηθεί κάτι καλό σε όλη τη χώρα, αλλά και μέσα μας...

Καλή χρονιά. Χρόνια πολλά και δημιουργικά σε όλους.

Θ. Β.

Κυριακή, 19 Δεκεμβρίου 2010

Παλιές Συνεντεύξεις του Θανάση Γκαϊφύλλια



Συνέντευξη στη Μαρία Δασκαλάκη ( http://www.patris.gr/articles/68364/ & http://www.patris.gr/articles/68597/ ) στις 8 Σεπτεμβρίου 2005

Κάποιους μουσικούς τους χαρακτηρίζουμε συνθέτες και κάποιους άλλους τραγουδοποιούς. Σε αυτούς τους τελευταίους ανήκει ο Θανάσης Γκαϊφύλλιας, ο “μοναχικός τροβαδούρος” από την Κομοτηνή που επισκέπτεται την πόλη μας για δύο συναυλίες, σήμερα Πέμπτη στην πλατεία Αγίας Αικατερίνης -πίσω από τον Άγιο Μηνά- και αύριο Παρασκευή 9 Σεπτεμβρίου στην Ανάληψη.

Ο ίδιος μιλάει στην “Π” για το ξεκίνημά του, την πορεία του, τις καλλιτεχνικές του επιλογές και πώς γλιτώνει από τις εκάστοτε συμπληγάδες.

Να πάμε πίσω, στην εποχή που αρχίσατε να ασχολείστε με τη μουσική μέχρι την εποχή της αναγνωρισιμότητάς σας. Περιγράψτε μου τη διαδρομή.





Από πού να αρχίσω… Ασχολήθηκα από πολύ μικρός με τη μουσική, καιγόμουν για αυτή. Ήταν ό,τι ήθελα να κάνω και βέβαια -όπως είπε κι ο Coelho- όταν θέλεις κάτι πολύ όλο το σύμπαν συμμαχεί για να το πετύχεις και μιλώ για εκείνα τα χρόνια που ήταν εν γένει δύσκολα, καθώς δεν υπήρχανε οι σημερινές δυνατότητες. Για να ταξιδέψει τότε ένα παιδί από την Κομοτηνή στην Αθήνα, ήταν ένα ταξίδι ζωής κι όχι κάτι απλό. Παρόλα αυτά εγώ βρήκα τον τρόπο, κατέβηκα στην πρωτεύουσα και στάθηκα τυχερός, καθώς ήρθα σε επαφή με έναν εμπνευσμένο άνθρωπο που μεγαλούργησε στο χώρο, τον Αλέκο Πατσιφά που είχε ιδρύσει τότε τη Lyra, ο οποίος διέγνωσε μέσα από τα πρωτόλεια τραγούδια μου ότι είχα μέλλον και μου έδωσε μια ευκαιρία. Τότε τα στούντιο -σε αντίθεση με σήμερα που μπορεί ο καθένας να ηχογραφήσει ένα δίσκο- ήταν πραγματικά χώροι ιεροί, σε έπιανε ένα δέος, πόσο μάλλον όταν ήτανε η πρώτη φορά που έμπαινες σε χώρους που έγραψαν ιστορία, όπως ήταν τα στούντιο της Coloumbia. Μου δόθηκε λοιπόν μια ευκαιρία μέσα από τις καλές προθέσεις που είχε ο Πατσιφάς για τους νέους κι έτσι ξεκίνησα τη δισκογραφία.

Από τότε μέχρι σήμερα πώς βλέπετε την πορεία που έχετε διανύσει;

Θα έλεγα ότι από την πρώτη στιγμή, ασυνείδητα -το συνειδητοποίησα αργότερα στην πορεία- ακολούθησα μία αυτόνομη πορεία σε βαθμό που πολλές φορές καταντούσε πολύ ακριβό σπορ. Όμως είμαι ευχαριστημένος από τον εαυτό μου επειδή έμεινα σταθερός στις ιδέες μου, τις οποίες και περνούσα μέσα από τα τραγούδια μου. Το τραγούδι δεν ήταν απλώς μια μουσική έκφραση για μένα. Ήταν ένας τρόπος ζωής και σκέψης, κάτι που δεν έχω αλλάξει ως σήμερα.

Αρχικά κατεβήκατε στην Αθήνα, όμως τελικά γυρίσατε πίσω. Πώς πήρατε απόφαση να επιστρέψετε εκεί απ' όπου ξεκινήσατε;

Στην Αθήνα έμεινα 1970-77, διάστημα που για μένα ήταν ιδιαίτερα δημιουργικό. Η επιστροφή μου ήταν μία απόφαση που πήρα εν θερμώ, αλλά δεν το μετάνιωσα καθόλου, γιατί επιστρέφοντας στην Κομοτηνή ένιωσα πραγματικά ευτυχισμένος που ήμουν πάλι μέσα στους δικούς μου ανθρώπους και με όλες βέβαια τις εμπειρίες που είχα αποκτήσει. Δηλαδή, δεν είχα και πολλές περιέργειες όταν γύρισα πίσω. Και τότε όπως και σήμερα θεωρώ ότι είναι απαραίτητο οι νέοι να ανοίγουν τα φτερά τους, μόνο που δεν θα πρέπει να ξεχνούν τον τόπο απ' όπου ξεκίνησαν.

Η μουσική ήταν πάντα η κύρια ενασχόλησή σας; Από αυτήν ζείτε;

Κυρίως από αυτή. Όταν επέστρεψα στο σπίτι μου το 1977 άνοιξα ένα δισκοπωλείο το οποίο έγινε καλλιτεχνικό στέκι, κέντρο ιδεών, χώρος δημιουργίας και καταφύγιο για τις πνευματικές ανησυχίες των ανθρώπων. Το ονόμασα «Κύτταρο» σε ανάμνηση του «Κύτταρου» της Αθήνας από όπου είχα ξεκινήσει το '71. Ταυτόχρονα ήταν και ο βιοπορισμός μου, που μου έδινε την απόλυτη ελευθερία να κάνω τις μουσικές μου επιλογές -γιατί δε σταμάτησα λεπτό να ασχολούμαι με τη μουσική- πολύ πιο απελευθερωμένος από το διάστημα που ήμουν στην Αθήνα και συχνά αντιμετώπιζα τρομερές οικονομικές δυσκολίες θέλοντας να κάνω μόνο αυτά που επιθυμούσα.

Πιστεύετε ότι συναντήσατε περισσότερες δυσκολίες στην πορεία σας απ' ό,τι αν είχατε παραμείνει στην πρωτεύουσα;

Όχι, σε καμία περίπτωση. Μάλλον ευνοήθηκα σε σχέση με αυτά που ήθελα να κάνω. Αν είχα άλλους στόχους, πιθανόν να έλεγα ότι ήταν λάθος η επιλογή μου, αλλά δεν είχα άλλους στόχους. Ήθελα μία ελευθερία μακριά από εταιρειάρχες και ταβερνιάρηδες. Ο Πατσιφάς είχε πεθάνει και δεν μπόρεσα να συμπλεύσω με κανέναν άλλο εταιρειάρχη, σε βαθμό που -αισθανόμενος πλέον και την οικονομική άνεση στην Κομοτηνή- ξεκίνησα τις δικές μου παραγωγές από το 1990 με την ετικέτα “Δίσκοι Κύτταρο”.




Πριν πάμε στις παραγωγές σας, θα ήθελα να μου πείτε αν κερδίσατε ή αν χάσατε κάτι μακριά από την Αθήνα και τα μουσικά της κυκλώματα;

Το τοποθέτησες πολύ ωραία, μίλησες για κυκλώματα. Το ότι απομακρύνθηκα από τους κύκλους και τα κυκλώματα είναι ακριβώς αυτό που με έσωσε, γι' αυτό και έχω μόνο φίλους στην Αθήνα. Αν παρέμενα εκεί, φοβάμαι ότι θα ερχόμουν σε άγρια σύγκρουση με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Τους γύρισα λοιπόν την πλάτη ευγενέστατα και τους άφησα να βράζουν στο ζουμί τους.

Δεν έχουν όμως πολλοί τα κότσια να το κάνουν αυτό, ειδικά σήμερα.

Αυτές είναι προσωπικές επιλογές, δεν είναι ένα μοντέλο για πολλούς. Ο καθένας -ιδιαίτερα στο χώρο της τραγουδοποιίας- ακολουθεί το δρόμο του, τη μοναχική του πορεία. Γιατί, ας μη γελιόμαστε, αυτού του τύπου οι καλλιτέχνες είναι “Δον Κιχώτες”.

Θεωρείτε ότι στις επαρχίες ακόμη και το κοινό είναι διαφορετικό απ' ό,τι στα μεγάλα αστικά κέντρα;

Επειδή έχω ταξιδέψει πολύ, έχω συμπεράνει ότι ο οποιοσδήποτε άνθρωπος -όσο καλλιεργημένος ή μη είναι- αν έχει την ευκαιρία να ακούσει έναν σωστό λόγο μέσα από μία σωστή εκφορά, θα ακούσει. Δε λέω ότι θα γίνει φαν, θα ακούσει όμως κι αυτό είναι το πιο σημαντικό απ' όλα. Νιώθω ευτυχισμένος όχι εκεί που εμφανίζομαι έχοντας τη βεβαιότητα ότι από κάτω υπάρχουν ομοϊδεάτες, αλλά όταν λέω τα τραγούδια μου σε ανθρώπους που μου είναι και τους είμαι άγνωστος. Εκεί δοκιμάζω τα κότσια μου. Δίνω μάχη πρώτα με τον εαυτό μου και μετά με αυτούς για να περάσω όσα έχω σκεφτεί πριν από αυτούς και τα έχω κάνει τραγούδια. Έχω αγωνία πώς θα τα δεχτούν. Νιώθω πλούσιος όταν τελειώνει μια επιτυχημένη βραδιά. Έχω αντιμετωπίσει και δυσκολίες, αλλά συνήθως μπορώ και επικοινωνώ με τον κόσμο κι αυτό είναι μία επιβεβαίωση ότι καλά κάνω. Βαδίζω σε έναν μοναχικό, αλλά σωστό δρόμο -τουλάχιστον για τα δικά μου μέτρα.

Να σας πάω τώρα ξανά πίσω στις δισκογραφικές εταιρείες. Είστε υπέρ της ανεξαρτησίας στη δημιουργία, καθώς στέλνετε με αντικαταβολή τη δουλειά σας σε όποιον ενδιαφέρεται. Ποια η σχέση σας με τις εταιρείες και πώς βλέπετε να αντιμετωπίζουν τους καλλιτέχνες;

Οι εταιρείες δεν παύει να είναι εμπορικές επιχειρήσεις, δηλαδή μαγαζιά. Δεν είναι κρατικά ιδρύματα για να έχουν άπειρο προϋπολογισμό και χρήματα να διαθέτουν. Είναι άνθρωποι που επενδύουν σε κάτι και θέλουν οπωσδήποτε τουλάχιστον να το αποσβέσουν, αν όχι να βγάλουν κέρδος. Σε αυτό το θέμα δεν τους αδικώ. Τους αδικώ στο ότι θα έπρεπε να είναι εμπνευσμένοι και να μην αποσκοπούν μόνο στο κέρδος. Το μέλλον της δισκογραφίας είναι στις ανεξάρτητες παραγωγές. Κάτι που εγώ -όχι πως το είχα προβλέψει- το είχα ξεκινήσει όμως πολύ πριν, όταν δεν είχε βγει ακόμα το CD στην αγορά και υπήρχε η μαγεία του βινυλίου. Ξεκίνησα γιατί -όντας κάτοικος Κομοτηνής- δε μπορούσα να συνεργάζομαι με καμία εταιρεία, καθώς θα έπρεπε να υποστηρίζω τις επενδύσεις που θα έκανε. Αυτό δεν το ήθελα με τίποτα, διότι δεν θα άλλαζε για κανένα ρυθμό ζωής κι έτσι αποφάσισα να το κάνω μόνος μου. Κάτι που ήτανε άκρως επιτυχημένο και εμπορικά. Δεν υπήρχε δηλαδή πρόθεση για την αυτονομία μου στο χώρο της δισκογραφίας. Εκ των πραγμάτων όμως προέκυψε στην πορεία. Κι επειδή -υπό αυτές τις συνθήκες- ήταν δύσκολη η διακίνηση των δίσκων μου, αποτάθηκα στα ΜΜΕ για να ενημερώσουν τον κόσμο πως όποιος θέλει τους δίσκους μου, μπορεί να μου τηλεφωνεί κι εγώ θα τους στέλνω στο σπίτι του. Και ξαφνικά προέκυψε ένας κύκλος ανθρώπων από τις πιο απίθανες γωνιές της Ελλάδας και από το εξωτερικό, σε σημεία που δε θα έφτανε ποτέ εμπορικά ένας δίσκος μέσα από το δίκτυο διακίνησης που έχουν οι εταιρείες. Τελικά ήταν πολύ πιο επιτυχημένος αυτός ο τρόπος από τον κλασικό, το να τοποθετηθεί δηλαδή ένας δίσκος στα ράφια των δισκοπωλείων.

Για τη σημερινή κρίση της μουσικής πραγματικότητας πιστεύετε ότι φταίνε και οι ίδιοι οι ακροατές πέραν όλων των άλλων;

Όλοι φταίμε, δεν εξαιρώ ούτε εμάς τους καλλιτέχνες. Ο καθένας έχει το μερίδιο της ευθύνης του. Βέβαια τη μεγαλύτερη δύναμη επιβολής την έχουν αυτοί που έχουν τα μέσα στα χέρια τους κι αυτοί έχουν και το μεγαλύτερο μερίδιο ευθύνης, αλλά εδώ που τα λέμε φταίμε όλοι μας. Ξαφνικά πώς έγινε το τσιφτετέλι κυρίαρχος ρυθμός στην Ελλάδα σε όλες τις εκδοχές και τις εκφάνσεις του;



Η ποιοτική μουσική μπορεί να γίνει επιτυχία το ίδιο εύκολα;

Θα έλεγα ότι η μουσική είναι άρρηκτα δεμένη με τις κοινωνικές αλλαγές και κυρίως με την πολιτική. Μαζί στην άνοδο, μαζί και στην κατρακύλα…

Να σας πάω τώρα σε ένα άλλο κεφάλαιο, στον τόπο που μένετε. Είχατε κάνει μια προσπάθεια για ένα CD σε συνεργασία με μουσουλμάνους μουσικούς. Πώς αντιμετώπισαν αυτή σας την προσπάθεια οι δύο πλευρές;

Αυτή η πρωτοβουλία ήταν πολύ σημαντική για την περιοχή μας. Ήταν η πρώτη φορά που παιδιά της μειονότητας πήραν μέρος σε κοινή παραγωγή πολιτισμού με τους χριστιανούς και μάλιστα σε εποχές πάρα πολύ δύσκολες. Μιλώ για το 1995 που ήταν ακόμη οξυμένα τα πάθη καθώς δεν είχε καταλαγιάσει ακόμα ο θόρυβος από τα γεγονότα του '89 και του '90 που είχαν φτάσει μέχρι τη δολοφονία ενός χριστιανού. Ανάμεσα στις σχέσεις είχε πέσει κατήφεια και προβληματισμός. Εκείνη τη δύσκολη στιγμή κάναμε μία υπέρβαση. Κάλεσα τρία νέα παιδιά από τη μειονότητα για να βγούμε και να τραγουδήσουμε απόλυτα σεβόμενοι ο ένας την παράδοση, τη γλώσσα, τη θρησκεία κι ό,τι πρεσβεύει ο καθένας, αφήνοντας στην άκρη τις διαφορές μας και προσπαθώντας να βρούμε κοινό τρόπο συμβίωσης, ειρηνικής συνύπαρξης κι έκφρασης. Κι επειδή ήταν τόσο νέοι -πήγαιναν ακόμα Λύκειο- μπορείς να καταλάβεις πόσο δύσκολο ήταν και για αυτούς να ξεπεράσουν όλες τις προκαταλήψεις και τις αντιρρήσεις που είχαν όχι τόσο μέσα από τις ίδιες τις οικογένειές τους, αλλά μέσα από τις γειτονιές και τον κύκλο τους. Ήτανε ένα σοκ για την περιοχή μας, αλλά τελικά το αντιμετωπίσαμε με γενναιότητα, κυρίως από τα παιδιά της μειονότητας. Εγώ ήμουν της άποψης ότι εμείς έχουμε την υποχρέωση ως πιο ισχυροί εδώ στον τόπο μας να απλώνουμε το χέρι κι εκεί θα δούμε ποιος θα μας το σφίξει και ποιος θα μας το δαγκώσει. Έπρεπε να το κάνουμε. Έπρεπε να δοθεί βήμα σε αυτούς τους ανθρώπους. Τα παιδιά τίμησαν με το παραπάνω τη συνεργασία μας, τίμησαν την ελληνική γλώσσα -όπως κι εγώ τίμησα τη μητρική τους γλώσσα, την τουρκική- κάναμε τραγούδια που ακούγονται και στις δύο γλώσσες εναλλάξ. Ήταν μία πρωτοβουλία η οποία -αφού λιώσανε οι πάγοι- βρήκε ανταπόκριση όχι μόνο στην περιοχή μας, μα κι έξω από αυτήν, καθώς ταξιδέψαμε και στο εξωτερικό. Όχι πως έτσι λύσαμε τα προβλήματα, αλλά κάναμε μία καλή αρχή.

Πώς θα σχολιάζατε τις σχέσεις των λαών μεταξύ τους στο κουκλοθέατρο που στήνουν οι “ισχυροί” του κόσμου;

Έτσι ακριβώς. Κουκλοθέατρο. Είναι βέβαιο ότι αν μπορούσαν οι ίδιοι οι λαοί να ρυθμίσουν την τύχη και τη μοίρα τους, σίγουρα τα πράγματα θα ήταν πιο εύκολα και τα προβλήματα πάντα θα ήταν από αυτά που λύνονται με τις καλές προθέσεις που θα κατέθετε ο καθένας. Από το μυαλό μου δε φεύγει η λέξη “προβοκάτσια” σε ό,τι κι αν συμβαίνει γύρω μας με όλους τους γείτονες. Είμαι βέβαιος ότι τα πράγματα έτσι όπως ρυθμίζονται από αυτούς που θέλουν να μας χρησιμοποιούν ως μαριονέτες δε θα μας αφήσουν ποτέ μα ποτέ να ζήσουμε ειρηνικά και να δείξουμε τα φιλικά μας αισθήματα. Αντίθετα θα βρίσκουν τρόπο να μας τα καταστρέφουν όλα.

Κάπου είχατε πει: “Δεν είμαι από τους τελευταίους ρομαντικούς, αλλά είμαι από τους τελευταίους που θα κλείσουν το στόμα τους”. Είναι ακριβό το τίμημα για κάποιον που δεν κλείνει το στόμα του;

Όταν είναι νέος, τότε που υπάρχει η αβεβαιότητα του μέλλοντος και που όλα επείγουν, τότε ναι, μπορεί να του κοστίσει πάρα πολύ. Υπάρχουν βέβαια και οι αντιστάσεις που αλλού είναι λιγότερες κι αλλού περισσότερες και κάποια στιγμή ο άνθρωπος ή ακολουθεί το δρόμο που λέει η καρδιά του ή αρχίζει στην αρχή μικρούς και στη συνέχεια μεγάλους συμβιβασμούς και πάει βέβαια κατά διάολου. Μπορεί να βγάλει χρήματα από αυτό, αλλά είναι βέβαιο ότι θα έχει χάσει το όνειρό του.

Ο Τούρκος ποιητής Ναζίμ Χικμέτ γράφει: “Αν δεν καώ εγώ, αν δεν καείς εσύ, αν δεν καούμε εμείς, πώς θα γίνει το σκοτάδι φως;”, Τι σκέφτεστε τώρα που το ακούτε αυτό;

Έτσι ακριβώς είναι. Θα σου διαβάσω κάτι από το CD που είχα βγάλει με τα παιδιά της μειονότητας. Έχω μέσα ένα σημείωμα. Επάνω αριστερά γράφει “Να αγαπάς την ευθύνη. Να λες: εγώ μονάχος μου έχω χρέος να σώσω τη γης. Αν δε σωθεί, εγώ θα φταίω” Νίκος Καζαντζάκης. Επάνω δεξιά: “Αν δεν καώ εγώ, αν δεν καείς εσύ, αν δεν καούμε εμείς, πώς θα γίνουν τα σκοτάδια φως;” Ναζίμ Χικμέτ. «Ο φτωχούλης του Θεού κι ο Ναζίμ των φτωχών. Δύο φωτεινές ψυχές που με την κατάθεσή τους εδραίωσαν μέσα μου την αγάπη για ελευθερία και ειρήνη, μου δίδαξαν ότι αξίζει τον κόπο κάθε αγώνας ενάντια στους φράχτες που με επιμέλεια και πάθος χτίζουν ανάμεσα στους λαούς αυτοί που κραδαίνουν μεταχειρισμένα σύμβολα, ιδέες και συνθήματα και σε κάθε δύσκολη στιγμή μιλούν για πόλεμο. Κι όλοι γνωρίζουν ότι ο πόλεμος είτε ψυχρός, είτε θερμός γεμίζει τις καρδιές των ανθρώπων με φόβο, τις στολές των στρατηγών με καινούρια παράσημα, τα νεκροταφεία με καινούρια μάρμαρα, τις τσέπες των βιομηχάνων με καινούρια δολάρια και τις σελίδες της ιστορίας με καινούριες ένδοξες πληγές. Εμείς εδώ στη Θράκη, χριστιανοί και μουσουλμάνοι έχουμε μια μοναδική ευκαιρία να αποδείξουμε στην παγκόσμια κοινότητα ότι μπορούμε να ζήσουμε ειρηνικά και να απολαύσουμε τους καρπούς αυτής της δημιουργικής συνύπαρξης. Είμαστε όλοι καλεσμένοι σε μια γιορτή για ένα καλύτερο αύριο, όπου ο καθένας θα φέρει στο κοινό τραπέζι τα πιο όμορφα δώρα από τον πολιτισμό του και την παράδοσή του και πάνω από τις υστερικές κραυγές όσων βιώνουν την εθνικιστική τους κλιμακτήριο εμείς υψώνουμε ένα τραγούδι, το Τραγούδι της Τιμής». Έτσι λεγόταν ο δίσκος. Ασφαλώς αν δεν καώ εγώ, αν δεν καείς εσύ, ποιος θα το κάνει για πάρτη σου; Ποιος; Πάντα θα υπάρχουν ρομαντικοί άνθρωποι…

Εσείς πώς θα χαρακτηρίζατε τον εαυτό σας ως δημιουργό τραγουδιών;

Τροβαδούρο. Έτσι νιώθω και είμαι ευτυχισμένος.

Ποιο θεωρείτε το μεγαλύτερο αγαθό στη ζωή και τι θα κρατούσατε απ' όσα έχετε μάθει μέχρι τώρα;

Η ελευθερία και η αξιοπρέπεια είναι τα μεγαλύτερα αγαθά και γι' αυτά αξίζει τον κόπο κανείς να θυσιάζεται. Λέει κάπου αλλού ο Ναζίμ “…τι να τα κάνω εγώ τα άστρα, για μένα το πιο σημαντικό είναι ένας άνθρωπος που εμποδίζουν να βαδίσει…”. Αυτό το ποίημα πραγματικά με έχει καθορίσει. Δεν υπάρχει τίποτα πιο συγκλονιστικό από τη στέρηση της ελευθερίας και της αξιοπρέπειας.

Πώς να κλείσουμε;

Λέγοντας ότι ελπίζω ακόμη στους νέους. Ελπίζω στις μελλούμενες γενιές που όπως λέει κι ο ποιητής Μιχάλης Κατσαρός: “…καλά θα κάνουν να πάρουν νερό μαζί τους γιατί στο μέλλον προβλέπεται ξηρασία…”.

Ευχαριστώ πολύ.

Τελικά, πρόκειται για ένα δημιουργό-φιλόσοφο, για έναν άνθρωπο σκεπτόμενο και μετρημένο με μια ηρεμία που του αποπνέει η ευτυχία του στη ζωή και που δίκαια με κάνει να επικαλούμαι για ακόμη μία φορά τα λόγια του Χαλίλ Γκιμπράν “…κι εγώ σας λέω πως η ζωή είναι σκοτάδι σαν δεν υπάρχει πάθος…”.






 Μετά τη συνέντευξη και τη συναυλία:


«…κι ύστερα, κάθε φορά που κάποιος μπαίνει στη ζωή σου,

είναι σαν να σου παίρνει μια ακόμα βελόνα γραμμοφώνου,

ώσπου, τελικά πρέπει να τραγουδήσεις μόνος σου…»

Τάσος Λειβαδίτης

“Σε γενικές γραμμές, Μαρία, θέλω να σου πω ότι έχω μεγαλώσει μέσα σε αυτό το χώρο της μουσικής και του τραγουδιού και ποτέ δεν έχω χάσει τον ενθουσιασμό και την αγωνία για την κάθε συναυλία που δίνω και ιδιαίτερα σε μέρη όπου πραγματικά δοκιμάζεται η επικοινωνία μου με τον κόσμο, όπως είναι ο χώρος μιας πλατείας.

Ποτέ δεν έχω χάσει αυτή τη διάθεση που έχω να είμαι όσο το δυνατόν πιο κατανοητός και επικοινωνιακός μπορώ, αλλά δεν με εγκαταλείπουν επίσης ποτέ οι φόβοι μήπως κάτι δεν πάει καλά και πάει στράφι η βραδιά. Δε φαντάζεσαι την ευτυχία που νιώθω μετά από βραδιές σαν αυτή που πέρασα στον Άγιο Μηνά και χαίρομαι να τη μοιράζομαι με φίλους. Πιστεύω ότι η κάθε βραδιά είναι ανεπανάληπτη. Δε συγκρίνεται με τίποτα από όσα έχω κάνει κι ασφαλώς από όσα θα κάνω. Κάθε βραδιά έχει το χαρακτήρα της. Είναι μοναδική. Και κείνο το βράδυ στον Άγιο Μηνά έχω να πω ότι έμεινα απόλυτα ικανοποιημένος από την προσοχή που με άκουσε ο κόσμος. Αυτή είναι η μεγαλύτερη χαρά μου, η επιβεβαίωση του ότι καλά κάνω που επιμένω σε αυτό το είδος τραγουδιού, το οποίο τελικά ίσως να είμαι ένας από τους τελευταίους που το υπηρετούν. Αξίζει όμως για την ψυχή, για το μυαλό, για τις μελλούμενες γενιές ακόμη και να θυσιάζεται κανείς. Ακόμη κι αυτό…”.


 (Ο λυράρης Γιάννης Σωμαράκης που έχει το Θέατρο των Αγρών σε μια έκτακτη, απρογραμμάτιστη εμφάνιση, συμμετέχει στη συναυλία του Θανάση Γκαϊφύλλια στην Κρήτη)

Αυτά ήταν τα λόγια του Θανάση Γκαϊφύλλια όταν του ζήτησα να μου πει τις εντυπώσεις του από τη συναυλία που έδωσε στις 8 Σεπτεμβρίου στην πλατεία Αγίας Αικατερίνης –πίσω από τον Άγιο Μηνά. Ο “μοναχικός τροβαδούρος” –όπως του αρέσει να τον αποκαλούν– βρέθηκε για δύο συναυλίες στην πόλη μας στα πλαίσια του καλοκαιρινού φεστιβάλ του Δήμου Ηρακλείου για τις εκδηλώσεις στις συνοικίες. Καλλιτέχνες σαν το Θανάση Γκαϊφύλλια δεν έχουν κόμπλεξ του τύπου “Δεν παίζω σε πλατείες” κλπ. Πολύ απλά κρέμασε την κιθάρα του στο λαιμό και ξεκίνησε το ταξίδι από τη μακρινή Κομοτηνή για να ανταμώσουμε και φέτος στο Ηράκλειο. Δε θα μπορούσε κανείς να τον χαρακτηρίσει κάτι λιγότερο από “ρομαντικό δημιουργό”. Είναι από αυτούς που δεν “ταξιδεύουν χωμένοι μέσα στο φέρετρο του καναπέ”, αντίθετα ακόμη αντιστέκεται και καταγγέλλει το “βόλεμα”, την αδιαφορία και τον εφησυχασμό των ανθρώπων. Όσοι είχαν την τύχη να παρακολουθήσουν τη συναυλία της προηγούμενης Πέμπτης, είδαν έναν άνθρωπο να ξετυλίγει την ψυχή του, να ουρλιάζει “αντισταθείτε…” και να μας παρασέρνει μαζί του σε μια “ατέλειωτη εκδρομή”.

Πάντα πίστευα ότι δε χρειάζονται πολλά για να γίνει μια συναυλία. Δύο προβολείς, ένα μικρόφωνο και μια κιθάρα. Ακόμη κι αν υπάρχουν πολλά φώτα και καλώδια κι ενισχυτές, αδιάφορη με αφήνουν. Εκείνο που έχει σημασία για μένα είναι το μικρόφωνο για να ακούγεται η φωνή, η κιθάρα για να αντισταθμίζει τη μοναξιά του μουσικού και τα φώτα για να βλέπω τις συσπάσεις του προσώπου αυτού που τραγουδάει. Λοιπόν στη συγκεκριμένη συναυλία βγήκε πολλή ψυχή από τον τραγουδοποιό. Όσο για το κοινό, τηρούσε σιγή ιχθύος. Ούτε ένας ψίθυρος, ούτε ένα κιχ, αποδεικνύοντας έτσι τον απόλυτο σεβασμό στο ξεδίπλωμα των συναισθημάτων του καλλιτέχνη. Κι όταν ο Θανάσης Γκαϊφύλλιας μας αποχαιρέτισε ευχόμενος “Καλή αντάμωση”, μια λέξη άκουγα από τον κόσμο τριγύρω: αξιόλογος.

Σήμερα δε θα κλείσω με Χαλίλ Γκιμπράν, αλλά με Τάσο Λειβαδίτη. “…στο βάθος η μουσική δεν είναι πάθος ή όνειρο, νοσταλγία ή ρεμβασμός, αλλά μια άλλη δικαιοσύνη…”. Καλή σας μέρα.




Συνέντευξη στο Γιώργο Καρανίκα ("Ματιές" της Καβάλας - Μάρτιος 1999)


Στις μέρες μας που οι καταλήψεις είναι καθημερινότητα, εγώ θέλω να σε πάω σε μια άλλη κατάληψη πριν λίγα χρόνια. Σε μια μουσική κατάληψη του θεάτρου της Μαρώνειας, όπου εσύ και η Λία τραγουδήσατε και δώσατε ζωή στις λίγες σκόρπιες πέτρες του θεάτρου. Τι απέγινε από τότε;

Πόσο πίσω με πας. Μιλάμε για μια βραδιά του Ιουνίου του 1993. Όμως είναι τόση επίκαιρη αυτή η αναφορά που κάνεις γιατί εκείνη η ιστορία είχε ξεκινήσει σαν μια αντίδραση στην αδράνεια αυτών που διαχειρίζονται τα πολιτιστικά μας. Μια αδράνεια η οποία έχει φέρει το αρχαίο θέατρο σε μια άθλια κατάσταση εκτεθειμένο, εγκαταλειμμένο, ρημαγμένο, τη στιγμή που θα μπορούσε να ενταχθεί ενεργά στους παγκόσμιους πολιτιστικούς χάρτες και να δώσει μια τέτοια αίγλη στην περιοχή μας που ούτε μπορούμε να φανταστούμε. Έχουμε στα χέρια μας μια τόσο ζωντανή κληρονομιά κι όχι απλά δεν την αξιοποιούμε αλλά με την αδιαφορία μας θέλουμε να την εξαφανίσουμε από το χάρτη. Κάτι δηλαδή που θα επιθυμούσε ο καθένας που επιβουλεύεται αυτόν τον τόπο και θα ήθελε να εξαφανίσει την πολιτιστική και ιστορική του ταυτότητα. Και ξέρουμε πως όπου θέατρο εκεί και Ελλάδα. Και το θέατρο είναι ένα από τα τρία χαρακτηριστικά του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού. Ολυμπιακοί αγώνες, θέατρο και δημοκρατία. Αυτό που έμεινε περισσότερο από οτιδήποτε άλλο ήταν τα αρχαία θέατρα. Δείγμα του καθαρά ελληνικού πολιτισμού. Κανείς άλλος λαός δεν είχε θέατρο όταν αυτό ανθούσε στην Ελλάδα. Και μάλιστα ήταν ο χώρος όπου τολμούσαν να πουν πράγματα που δεν μπορούσαν να πουν στην αγορά του δήμου. Τολμούσαν να τα βάλουν εκεί ακόμα και με τους θεούς. Εμείς έχουμε αρχαίο θέατρο και το αφήνουμε στην τύχη του με ένα περίεργο τρόπο, όπως λειτουργεί παραδοσιακά η αρχαιολογική υπηρεσία η οποία το έχει χρεωμένο με 108.

Αν και δεν το δικαιώνει η αρχαιολογική υπηρεσία το δικαιώνει η θέση και η ανάπτυξη της Μαρώνειας. Και το θέατρο βρίσκεται στην καρδιά αυτής της αναγέννησης που συντελείται εκεί. Υπάρχουν δυνάμεις που μπορούν να λειτουργήσουν.

Σου λέω πως είναι πολύ επίκαιρη η ερώτηση που ξεκίνησες την κουβέντα. Πριν ένα μήνα έστειλα ένα γράμμα σε 50 συμπολίτες μου, οι οποίοι έχουν ένα κοινωνικό εκτόπισμα και δεν είναι αναμεμιγμένοι στα κόμματα και στις τοπικές διοικήσεις. Τους κάλεσα να δημιουργήσουμε ένα σωματείο φίλων αρχαίου θεάτρου Μαρώνειας. Ανταποκρίθηκαν με ενθουσιασμό όλοι και με ένα σκοπό. Την αναστήλωση και λειτουργία του αρχαίου θεάτρου. Όπως και έγινε. Κατατέθηκε στο πρωτοδικείο και το σωματείο είναι έτοιμο να κινηθεί στην κατεύθυνση αυτή. Ήδη γίνονται προσπάθειες και πιστεύουμε ότι θα βρούμε τους Μαρωνίτες, οι οποίοι στο παρελθόν δεν συμπεριφέρθηκαν με τον καλύτερο τρόπο προς την πολιτιστική κληρονομιά τους και πήραν πολλές πέτρες μάρμαρα λαξευμένα από το αρχαίο θέατρο και έχτισαν το σχολείο και τα σπίτια τους. Μέχρι τώρα δεν υπάρχει ενδιαφέρον από την πολιτεία για την αναστήλωση του θεάτρου. Την πίεση θα την ασκήσει το σωματείο που το αποτελούν 30 επώνυμοι κάτοικοι της Κομοτηνής και ελπίζουμε να έχουμε συμπαράσταση των νέων και των μεγαλυτέρων μαζεύοντας χιλιάδες υπογραφές τις οποίες θα τις απευθύνουμε στον πρωθυπουργό και τον υπουργό πολιτισμού. Έχουμε τρομερή ανάγκη ως τόπος από αυτήν την αναβάθμιση.

Η Θράκη δημιούργησε ένα θαυμάσιο πολιτισμό σπαρμένο σε τρεις τόπους. Ο δικός μας τόπος κάνει προσπάθειες για να τον δικαιώσει;

Η Θράκη όντας σταυροδρόμι στην ανατολή και τη δύση, υπέφερε τα πάνδεινα. Το πιο μεγάλο χτύπημα ήταν που ο τόπος κόπηκε στα τρία. Έτσι αναπτύσσονται τρεις πολιτισμοί. Όμως η ανάπτυξη προέρχεται κυρίως από την Ελλάδα και τη Βουλγαρία. Πολύ φοβούμαι ότι η Βουλγαρία μας έχει ξεπεράσει. Και επειδή ο Ορφέας είναι Θράκας και επειδή είναι παιδί της ελληνικής παιδείας εμείς θα έπρεπε να ενδιαφερόμαστε περισσότερο παρά οι Βούλγαροι. Όμως δεν γίνονται πολλά βήματα σ’ αυτήν την κατεύθυνση.

Μήπως φταίνε παράγοντες που έχουν έρθει στη Θράκη και προσπαθούν να αλλοιώσουν αυτή την προσπάθεια;

Αυτό θα το λέγαμε αν γινόταν προσπάθειες αποπροσανατολισμού, μα το κακό είναι ότι δεν γίνονται καν προσπάθειες. Και αυτό είναι το χειρότερο. Ο μόνος χώρος που κινείται στο χώρο του πολιτισμού είναι η Σαμοθράκη. Ο μόνος χώρος. Και μάλιστα διάβασα την προσπάθεια που κάνει ο δήμαρχος του νησιού να ξαναφέρει στο νησί το άγαλμα της Σαμοθράκης από το Λούβρο.

Ο αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος είναι ο μόνος που μιλάει για προώθηση του πολιτισμού στο εξωτερικό. Εσένα τί αίσθημα σου δίνει αυτή η προσωπικότητα;

Θα ήθελα περισσότερο έργο ουσίας και λιγότερα λόγια. Και ο ίδιος πρέπει να καταλάβει ότι η πολύ δημοσιότητα του κάνει κακό. Και ιδιαίτερα ένας πνευματικός πατέρας δεν πρέπει να αναλώνει το χρόνο του στις δημόσιες εμφανίσεις. Ελάχιστα λοιπόν προσδοκώ απ’ αυτόν στο παρόν.

Το πανεπιστήμιο δικαιώνει το ρόλο του στη Θράκη;

Ελπίζω να αποκτήσει τόσο βαθιές ρίζες και να μην εξαρτάται τόσο πολύ από τα κελεύσματα του κέντρου. Να γίνει αυτόνομο και οι άνθρωποι που θα το υπηρετήσουν να το αγαπήσουν αυτό και τον τόπο τόσο που να μην θέλουν να φύγουν ούτε για διακοπές. Τότε μόνο θα το δούμε να λειτουργεί δυναμικά.

Από τότε που επέστρεψες στην Κομοτηνή έχει αλλάξει το τοπίο. Και μάλιστα είναι τόσο θεαματικές οι αλλαγές που η Κομοτηνή είναι το κέντρο της περιφέρειας ουσιαστικά. Κάνε έναν απολογισμό.

Άλλαξαν τα πάντα. Και η κοινωνία και η οικονομία. Οι Θρακιώτες ξαφνικά που αισθανόταν μόνιμα απομονωμένοι έριξαν τα τείχη τους. Συντέλεσε βέβαια και το ότι η πρόοδος ήταν θεαματική σε όλη την Ελλάδα. Η επικοινωνία είναι απογειωτική, η νεολαία έφερε το νέο αλλά έγιναν τόσο γρήγορα που χάλασε ο κοινωνικός ιστός, δημιούργημα αιώνων. Τι εννοώ. Κανείς για παράδειγμα στην Κομοτηνή δεν φανταζόταν ότι θα γινόμασταν ιδιοκτήτες που θα εκμεταλλευόμασταν σπίτια προς ενοικίαση. Άλλαξαν οι σχέσεις των ανθρώπων, τα παιδιά μας βγαίνουν πια για να διασκεδάσουν στις δώδεκα τα μεσάνυχτα. Όλα αυτά συντελέστηκαν σε μικρό χρονικό διάστημα και δεν μας άφησαν να αντιδράσουμε. Έπεσε και η πολιτεία με τα μούτρα πάνω στη Θράκη για να επανορθώσει τα λάθη δεκαετιών και κυρίως στις σχέσεις χριστιανών και μουσουλμάνων. Ποτέ δεν φρόντισε για την αρμονική συμβίωση και των δύο αυτών κομματιών. Και ξέρεις η βία φέρνει βία, ο αποκλεισμός θα φέρει αντίδραση. Πράγματα εντελώς φυσιολογικά και ανθρώπινα. Και το κακό είναι ότι τα λάθη μας τα εκμεταλλεύτηκε με τον καλύτερο τρόπο η Άγκυρα και μας εκθέτουν διεθνώς. Μόνη σωτηρία μας πια η ένταξή μας στην ΟΝΕ. Οι αλλαγές στην ελληνική πραγματικότητα γίνονται και εδώ, μόνο που εδώ τα βιώνουμε με καθυστέρηση. Μια επισήμανση για να κλείσω αυτό το κεφάλαιο. Ποτέ, καμιά φορά οι χριστιανοί και οι μουσουλμάνοι δεν κινήθηκαν στην κατεύθυνση μιας κοινής γιορτής. Σκέψου ότι ζούμε μαζί και δεν έχουμε κάτι κοινό να γιορτάσουμε. Γιορτάζει ο καθένας με το δικό του τρόπο τις γιορτές του και τίποτε κοινό για να μας δέσει.

Τι μπορεί να είναι αυτό;

Μόνο ο πολιτισμός μπορεί να μας δέσει σε κάτι κοινό. Να κινηθούμε όλοι οι ντόπιοι στην κατεύθυνση αυτή. Φαντάζομαι όλους εμάς χριστιανούς και μουσουλμάνους σε ένα κοινό συλλαλητήριο με κεντρικό σύνθημα «Αφήστε μας επιτέλους ήσυχους». Είμαστε γεννημένοι και καταδικασμένοι να ζούμε μαζί, τι θα κάνουμε; Μπορείτε να μας βρείτε μια άλλη λύση; Όχι. Άρα αφήστε μας ήσυχους να κάνουμε κάτι κοινό.

Εσύ έκανες μια προσπάθεια για ένα CD με μουσουλμάνους μουσικούς. Πώς είδαν οι δύο πλευρές αυτήν την κίνηση;

Με ανάμικτα συναισθήματα. Μην ξεχνάς ότι η Κομοτηνή έγινε μεγαλούπολη από το ’22 και μετά. Όλοι αυτοί οι πρόσφυγες που είναι εδώ έχουν αναμνήσεις από το στρατοκρατικό καθεστώς της Τουρκίας που βίωσαν στο πετσί τους που δεν μπορούν έτσι εύκολα να δεχθούν κάποιες καταστάσεις. Αν δεν αντιδρούν δεν σημαίνει ότι συμφωνούν. Τους καταλαβαίνω απόλυτα. Όμως υπάρχουν άνθρωποι με ανοιχτά μυαλά και ανοιχτά μάτια και αυτιά. Εμείς στη δουλειά εκείνη βρεθήκαμε σε κάτι κοινό με την ευκολία που προσφέρει η μουσική. Δε λύσαμε κανένα πρόβλημα με αυτό που κάναμε. Απλά βοηθούμε να λιώσουν οι πάγοι.

Το Σταβέντο έγινε ολοκληρωτικά στην Κομοτηνή σαν προϊόν. Σου λέει τίποτε αυτό;

Η καρδιά της δουλειάς έγινε στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη. Εδώ μορφοποιήθηκε σε CD. Θα ήθελα να αναφερθώ σε ανθρώπους που βοήθησαν αυτή τη δουλειά. Ποιοι είναι αυτοί οι άνθρωποι; Ο Βασίλης Δημητρίου με τους πέντε καταπληκτικούς μουσικούς που επένδυσαν μουσικά τη δουλειά αυτή. Ο Απόστολος Δημητρακόπουλος και άλλοι τριάντα μουσικοί. Ο Μίλτος Πασχαλίδης, ο Χρήστος Θηβαίος, η παιδική χορωδία του Τυπάλδου, η κοινότητα απεξάρτησης Στροφή, το συγκρότημα ΣΑΝ του Μάνθου Αρμπελιά. Όλοι αυτοί οι άνθρωποι συμμετείχαν με αγάπη στη δουλειά αυτή γιατί έτσι παίρνουν μια μικρή εκδίκηση προς το κέντρο που θέλει να τα ελέγχει απόλυτα όλα. Ο κάθε καλλιτέχνης πασχίζει για την κατάκτηση της απόλυτης ανεξαρτησίας και αυτονομίας στο χώρο της δουλειάς του. Εγώ αυτό το έχω κατακτήσει. Και οι καλλιτέχνες αυτοί που με στηρίζουν το κατακτούν και αυτοί μαζί μου.

Το Σταβέντο έχει μια οργισμένη τάση να λέει πράγματα δυσάρεστα. Είσαι, παραμένεις οργισμένος. Γι’ αυτό και δεν ενέδωσες στην πολιτική;

Δεν είμαι από τους τελευταίους ρομαντικούς αλλά είμαι από τους τελευταίους που θα κλείσουν το στόμα τους. Το ότι δεν υπάρχει σήμερα τραγούδι διαμαρτυρίας ο λόγος είναι το ότι θέλουν τον Έλληνα να είναι αποστασιοποιημένος από τα προβλήματα. Να γίνει πολίτης του καναπέ, της Ρούλας και του Ανδρέα Μικρούτσικου. Και δεν είναι θέμα του τραγουδιού, αλλά και του κινηματογράφου και του θεάτρου και των μέσων μαζικής επικοινωνίας. Θέλουν δηλαδή ο τόπος μας να βιώνει τη συνομωσία της μετριότητας. Ο ποιητικός λόγος των ανθρώπων που υπογράφουν το Σταβέντο είναι λόγος σημερινός μέσα από τους Θανάση Αβραμίδη, Μιχάλη Κατσαρό, Γιάννη Καλαμίτση, Νίκου Αρμπιλιά, Μιχάλη Γκανά. Θα σταθώ στο στίχο του Καβαλιώτη Νίκου Σαλαβάτη. Ο Νίκος όλα αυτά τα χρόνια παρατηρεί, συγκεντρώνει, μελετάει και αγωνιά για τη νεολαία. Υπάρχουν άνθρωποι τόσο ευαίσθητοι που φτάνουν στο σημείο να παραιτηθούν ακόμη και από τη ζωή, όπως ο Λιαντίλης που θα έπρεπε να αναφερθεί στον απολογισμό της χρονιάς ως το πιο συγκλονιστικό γεγονός του αιώνα. Είναι ο καθηγητής που πήγε στον Ταΰγετο και χάθηκε. Κι όμως ήταν ένα γεγονός που το αποσιώπησαν στον απολογισμό της χρονιάς. Ασχολήθηκαν με τις πίπες του Κλίντον και άφησαν έξω το Λιαντίλη. Για να δεις πόσο κίτρινος, ηλίθιος και επικίνδυνος είναι ο τύπος σήμερα στην Ελλάδα.

Πουλάς τις παραγωγές αντικαταβολή σε όλη την Ελλάδα. Τι σημαίνει για σένα να έχεις επαφή με το κοινό σου, μ’ αυτόν τον τρόπο;

Δεν πίστευα ότι θα αποδεχόταν όλοι αυτοί οι άνθρωποι την ανεξάρτητη δημιουργία μου. Η μεγάλη κατάκτηση είναι οι σχέσεις που διατηρούνται μεταξύ τους. Και να φανταστείς ότι οι περισσότεροι μου διασφαλίζουν εκ των προτέρων την ικανοποίηση ότι η παραγωγή μου θα αποσβεστεί και θα προχωρήσει στην επόμενη.

Πώς είναι δυνατόν με ένα τόσο μικρό επικοινωνιακό μπάτζετ να επιτυγχάνεις την επιτυχημένη πορεία των παραγωγών σου. Είναι ένα μυστικό που θα ήθελαν να το μάθουν οι εμπορικοί εγκέφαλοι των πολυεθνικών εταιρειών;

Οι δημοσιογράφοι και οι παραγωγοί του ραδιοφώνου ενθουσιάζονται όταν τους στέλνω τη δουλειά μου και την προωθούν χωρίς αντίρρηση, ως ένα καλλιτεχνικό γεγονός. Οι άνθρωποι που με παίρνουν τηλέφωνο για πρώτη φορά να πάρουν τη δουλειά μου είναι συγκινητικός ο αριθμός τους. Υπάρχουν πολλοί που ψάχνουν καλές δουλειές, ανεξάρτητες.

Έχεις σελίδα στο ΙΝΤΕΡΝΕΤ;

Εγώ στην πληροφορική είμαι αναλφάβητος. Ανήκω στους εραστές της γραφής και μάλιστα σε πολυτονικό. Κάποιος φίλος προσφέρθηκε να μου ανοίξει σελίδα στο ΙΝΤΕΡΝΕΤ, αλλά εγώ δεν την είδα ποτέ.

Κλείνοντας πες μου τις πιο δυνατές συγκινήσεις αυτής της παραγωγής.

Είναι πολλές. Θα σταθώ σε δύο. Στη συμμετοχή της παιδικής χορωδίας του Τυπάλδου που ήταν συγκλονιστική. Στην αρχή τα παιδιά τραγουδούν Δροσίνη και στη συνέχεια λένε τα λόγια του Καλαμίτση με μια δυναμική που δείχνουν ότι μπαίνουν κατευθείαν στο νόημα. Όμως και η συμμετοχή των παιδιών από την κοινότητα απεξάρτησης Στροφή, ήταν κάτι το μοναδικό. Αλίμονο αν αποκλείσουμε από την κοινωνία τα παιδιά αυτά. Όταν πήγα στη Στροφή και συναντήθηκα με τα παιδιά, στην πρώτη γνωριμία ο καθένας μου έλεγε το όνομα του και πόσους μήνες και πόσες μέρες ήταν καθαρός. Αυτό ήταν πιο συγκλονιστικό από τη συμμετοχή τους.





Φωτογραφίες από δημοσιεύματα του τύπου και από το προσωπικό αρχείο του τραγουδοποιού.


Σάββατο, 18 Δεκεμβρίου 2010

Συνεντεύξεις του Θανάση Γκαϊφύλλια στην Αυγή


Συνέντευξη στο Θάνο Μαντζανά και στην "Κυριακάτικη Αυγή" που κυκλοφόρησε εκτάκτως την Παρασκευή 17 Δεκεμβρίου 2010 λόγω απεργίας των δημοσιογράφων:

Ο «αναχωρητής της Κομοτηνής», ο «ερημίτης της Θράκης», «αυτός ο περίεργος τύπος από την επαρχία» και άλλες παρόμοιες... αηδίες μετά συγχωρήσεως! Απλώς ο Θανάσης Γκαϊφύλλιας είχε το θάρρος -αλλά ακόμα και την τιμιότητα, αν θέλετε...- να κάνει αυτό που αρκετοί άλλοι ίσως δεν μπορούν και πολλοί περισσότεροι δεν τολμούν να κάνουν, με άλλα λόγια μόνον αυτό που αισθανόταν και του έλεγε η ψυχή του. «Τα βρόντηξε όλα κάτω» και έφυγε αφήνοντας πίσω του όχι μόνο την Αθήνα αλλά και μια πορεία που, αν και βραχύχρονη, είχε ήδη δείξει ότι ήταν μια από τις πλέον ενδιαφέρουσες και υποσχόμενες της ελληνικής μουσικής των τελευταίων πενήντα χρόνων. Επέλεξε να ζήσει και όχι να αποσυρθεί στην Κομοτηνή και αυτό κάνει μια μεγάλη διαφορά και να ακολουθήσει εκεί μια όχι τόσο μοναχική όσο μακριά από το «πολύβουο πλήθος» διαδρομή, τόσο ως άνθρωπος όσο και ως δημιουργός. Αληθινός δημιουργός, καθώς ανάμεσα στις συνειδητές του επιλογές ήταν και το να σταματήσει να βιοπορίζεται από τη μουσική. Η επαγγελματική του ενασχόληση στην Κομοτηνή ήταν ένα δισκοπωλείο και βιβλιοπωλείο, ένα «κέντρο, μια όαση πολιτισμού για όλη την περιοχή», όπως θυμάται με ευχαρίστηση και ικανοποίηση ο ίδιος, μέχρι και λίγα χρόνια πριν, όταν συνταξιοδοτήθηκε και το έκλεισε.
Στο μεταξύ, πίσω στην Αθήνα, μα και αλλού, ο μύθος σχεδόν που είχε αρχίσει να δημιουργείται γύρω από το όνομα του όχι μόνο δεν θάμπωνε αλλά αποκτούσε όλο και μεγαλύτερη λάμψη, την αληθινή λάμψη της αξίας, με το πέρασμα του χρόνου. Πέντε όλοι και όλοι δίσκοι (οι δύο τελευταίοι σε δική του, ολότελα ανεξάρτητη παραγωγή και έχοντας κυκλοφορήσει από το μικρό δισκογραφικό label που είχε ιδρύσει με έδρα το μαγαζί του) από το ’71 μέχρι το '99 ήταν αρκετοί για να φιλοτεχνήσουν το πορτρέτο ενός τραγουδοποιού που, πριν απ’ όλα, ήταν συνεπής με τον εαυτό του και όχι μόνο με την ποιότητα αλλά και με την ουσία και το περιεχόμενο της δουλειάς του. Τον περυσινό χειμώνα επέστρεψε για μερικές ζωντανές εμφανίσεις στον...«τόπο του εγκλήματος», δηλαδή στο ιστορικό «Κύτταρο», την κοιτίδα του συνόλου σχεδόν της ελληνικής ροκ σκηνής των δεκαετιών του ’60 και του ’70, όπου είχε εκκινήσει και ο ίδιος για την τροχιά του στον χώρο της μουσικής. Οι εμφανίσεις αυτές είχαν αληθινά απρόσμενα μεγάλη απήχηση και κατά τη διάρκειά τους ηχογραφήθηκε το διπλό CD - ντοκουμέντο «Αυτά Που Ρωτάς (Ζωντανά Στο Κύτταρο)» που κυκλοφόρησε πριν λίγο καιρό. Τραγούδια κυρίως -γιατί υπάρχουν και μερικές εξαιρέσεις- του Θ. Γ. με στίχους δικούς του αλλά και των Καρυωτάκη, Ρίτσου, Μ. Κατσαρού, Γ. Σουρή, Μ. Ελευθερίου και μια απροσδόκητη, όχι απλώς διασκευή αλλά και μεταφορά στα ελληνικά του κλασικού «Blowin’ In The Wind» του Bob Dylan (το τραγούδι που έδωσε τον τίτλο στο album) σε αληθινά ζωντανές, γεμάτες κέφι, αλλά και…μεστές νοήματος εκτελέσεις . Και η συνολική, τελική εντύπωση δεν μπορεί παρά να είναι ότι, είτε το παραδέχεται ή μη, είτε ακόμα και αν το συνειδητοποιεί ο ίδιος ή όχι, η «Ατέλειωτη Εκδρομή» που είχε ξεκινήσει κάποτε αυτός ο αληθινά ξεχωριστός άνθρωπος και δημιουργός όχι μόνο δεν τελείωσε ακόμα αλλά και θα συνεχίζεται για όσο έχει πνοή...


Αλήθεια, όλα αυτά τα χρόνια έχεις μετανιώσει ποτέ που άφησες την Αθήνα, έστω και ομολογώντας το μόνο στον εαυτό σου; Και αντίστοιχα έχεις μπει ποτέ στον πειρασμό να ξαναγυρίσεις, εισπράττοντας, για παράδειγμα, τόση αγάπη από τον κόσμο όταν έδωσες αυτές τις συναυλίες;

Στην Κομοτηνή κατέκτησα αυτό που ενδόμυχα ονειρεύεται κάθε άνθρωπος, την ελευθερία της σκέψης, του λόγου και των πράξεων. Είμαι αυτάρκης και χωρίς να έχω στερηθεί τίποτα στη ζωή μου. Την Αθήνα την είδα, τη γνώρισα και την εγκατέλειψα εγκαίρως. Τώρα την απολαμβάνω όποτε και όσο θέλω εγώ. Ακούγεται εγωϊστικό, αλλά έτσι είναι. Όσο για τους ανθρώπους που με αγαπούν, ξέρουν πολύ καλά πού μένω και τι κάνω. Είναι κάτι που δεν τους διαφεύγει και μου χαρίζουν απλόχερα την εκτίμηση και την αγάπη τους.

Πώς είναι σήμερα η ζωή στην Κομοτηνή, έχει αλλάξει δραματικά στην πορεία του χρόνου; Θα ήθελα επίσης να μου πεις πώς βίωσες προσωπικά εκεί, σε μια μικρή επαρχιακή πόλη που βρίσκεται πολύ μακριά από το κέντρο, την πορεία της χώρας την τελευταία δεκαετία, η οποία ξεκίνησε με χρηματιστηριακά πάρτι και το «εθνικό όραμα» της Ολυμπιάδας και τελειώνει με τρόικες και Μνημόνια.

Τις προηγούμενες δεκαετίες η περιφέρεια είχε στραμμένο το βλέμμα της στο κέντρο περιμένοντας να ακούσει το καλό νέο γύρω από την τέχνη, την οικονομία, τα μεγάλα έργα και γενικά ό,τι θα βελτίωνε τη ζωή σ’ αυτό τον τόπο. Τα θαλασσοδάνεια και οι επιδοτήσεις έπεφταν βροχή και πάντα κάτι περίσσευε για όλους. Στον κάμπο φύτρωναν, μαζί με τα βαμβάκια, λυόμενα μπορντέλα που διαφήμιζαν το εμπόρευμα με επιγραφές του τύπου…«προσεχώς Βουλγάρες»! Οι διορισμοί στο Δημόσιο, που, όπως ομολόγησε πριν λίγο καιρό ο κύριος Ντόλιος, γίνονταν βάσει του εθιμικού δικαίου (sic), πήγαιναν σύννεφο κι ο ψιλοβολεμένος Νεοέλληνας επαναστατούσε πια μόνον για την μπάλα.
Η εμπιστοσύνη προς το κέντρο άρχισε να κλονίζεται όταν οι παπατζήδες με το κόλπο του Χρηματιστηρίου τίναξαν την μπάνκα στον αέρα. Πάνω που άρχισε να ξηλώνεται η κάλτσα, μας παραμύθιασαν με τις Ολυμπιάδες (πληθυντικός, διότι η δική μας κόστισε όσο τρεις από τις συνηθισμένες!) και όταν τα άπληστα βρωμόχερα δεν έβρισκαν τίποτα στο συρτάρι, έκλεψαν τις οικονομίες του παππού και της γιαγιάς. Αστοί και χωριάτες τα βλέπαμε, τα ξέραμε και, αντί να διαμαρτυρηθούμε, συνεχίζουμε να ψηφίζουμε αυτούς που ισχυρίζονται πως…«όλοι μαζί τα φάγαμε». Όταν οι ιστορικοί του μέλλοντος θα αναφέρονται στην εποχή μας, θα μιλούν για το χρονικό μιας προδιαγεγραμμένης χρεωκοπίας.

Σε ενδιαφέρει η πολιτική σήμερα; Αισθάνεσαι ότι υπάρχει κάποιος πολιτικός χώρος που σε καλύπτει ή είσαι και εσύ μέρος της «φράξιας» του Μιχάλη Κατσαρού; Αναφέρομαι στον τρόπο που παρουσίαζες σε αυτές τις εμφανίσεις στο μελοποίηση σου του πλέον γνωστού αποσπάσματος του έργου του ποιητή «Η Διαθήκη», το διαχρονικό «Αντισταθείτε»...

Ναι, ανήκω σ’ αυτή τη «φράξια», του Μιχάλη Κατσαρού και του Άκη Πάνου. Εξ ανάγκης... Διότι όσο η αριστερά συνεχίζει να διυλίζει τον κώνωπα και, με πρόσχημα…ιδεολογικές διαφορές πολυτελείας, να εγκλωβίζει σε μικρομάγαζα τη δυναμική του καλύτερου κομματιού της κοινωνίας, αυτού που θα μπορούσε να συμβάλει ουσιαστικά στην αλλαγή της, εγώ θα είμαι «άστεγος».

Συνεχίζεις να γράφεις τραγούδια με ένα σταθερό ρυθμό ή πολύ σπάνια πια;

Τώρα που με ρωτάς, διαπιστώνω πως έχω καιρό να γράψω. Τελικά είναι θέμα διάθεσης....


Οι δισκογραφικές σου παρουσίες είναι τόσο αραιές επειδή δεν το επιδιώκεις να είναι συχνότερες ή επειδή δεν ενδιαφέρονται αρκετά για εσένα αυτοί που θα έπρεπε να το κάνουν;

Αμφότερα. Πόσοι απέμειναν όμως από αυτούς που θα έπρεπε να ενδιαφερθούν; Κι αν σκεφτείς πως η συνέντευξη αυτή έχει ως αφορμή την κυκλοφορία του νέου μου δίσκου από τη “Λύρα”, τότε... καλά πάμε!

Αισθάνεσαι, αν όχι μια πίκρα, έστω κάποιο παράπονο ως μουσικός, ως δημιουργός, για το ότι δεν έκανες όσα πράγματα θα μπορούσες; Πιστεύεις ότι σου δόθηκαν όσες ευκαιρίες σου άξιζαν;

Ποτέ και κανείς δημιουργός, με όποιο αντικείμενο κι αν ασχολείται, δεν μπορεί να είναι ικανοποιημένος, αφού όλα στην Ελλάδα γίνονται με άγχος. Ο χρόνος, οι μικροί προϋπολογισμοί, οι ακατάλληλοι χώροι και οι συνήθως άσχετοι άνθρωποι που μπλέκουν στα πόδια μας κάνουν τη ζωή μας δύσκολη. Αυτό που μου έλειψε πραγματικά ήταν ένα δικό μου στούντιο. Να κάνω ό,τι θέλω χωρίς να κοιτάζω το αμείλικτο ρολόι...

Πώς αισθάνθηκες ανεβαίνοντας στη σκηνή του «Κυττάρου» μετά από τόσα χρόνια και, με την ευκαιρία, τι θα είχες να πεις κοιτάζοντας πίσω για όλη αυτή τη γενιά σου των τραγουδοποιών και μουσικών; Εκπληρώσατε τα αιτήματα που η εποχή, μα και ο εαυτός σας, έθεταν όταν ξεκινούσατε;

Το «Κύτταρο» πέρασε από σαράντα κύματα και είναι θαύμα το ότι ξαναβρήκε κάτι από το χαμένο του παρελθόν. Φυσικά τίποτα δεν είναι πια ίδιο, αλλά, έστω και έτσι, νιώθεις πως εκεί μέσα κάποτε έγιναν συγκλονιστικά πράγματα. Ήμουν εξόχως τυχερός που τον Σεπτέμβριο του 1971 υπέγραψα ένα από τα πρώτα τρία συμβόλαια, τα άλλα δύο ήταν του Δ. Πουλικάκου με τους Εξαδάκτυλος και των Socrates. «Καθημερινάς δύο προγράμματα. Κυριακάς και εορτάς τρία»!!!! Ρεπό δεν υπήρχε, αλλά ποιος νοιαζόταν γι’ αυτό; Ακόμα και αν (υποθετικά) έκλεινε μία ημέρα, εμείς πάλι εκεί θα ήμασταν. Δεν ξέρω τι δώσαμε και τι πήραμε, ξέρω όμως ότι το χαρήκαμε. Το «Κύτταρο» τότε ήταν υπόθεση απίστευτα πολλών ανθρώπων. Ήταν μια «ελεύθερη ζώνη» στην καρδιά μιας ζοφερής εποχής. Ανέβηκα λοιπόν μετά από τριάντα οκτώ χρόνια στη νέα σκηνή του «Κυττάρου» και φυσικά τα συναισθήματα ήταν ανάμικτα. Ένιωσα τις βιολογικές απουσίες, νοστάλγησα την εποχή της αθωότητας και βλέποντας παλαιές αφίσες έρχονταν στο μυαλό μου τα λόγια του Βάρναλη…Αχ που 'σαι νιότη πού 'λεγες πως θα γινόμουν άλλος.

Πιστεύεις ότι η μουσική, το τραγούδι, ο λόγος έχουν και σήμερα την επίδραση που είχαν τότε στην κοινωνία και μπορούν να αλλάξουν κάποια πράγματα;

Υπάρχει τεράστια διαφορά ανάμεσα στο τότε και το τώρα. Τότε χούντα, τώρα ΔΝΤ, τότε τανκς, τώρα κάλπες. Τότε «αποφασίζομεν και διατάσσομεν» και τώρα τους ψηφίζουμε!!! Ό,τι θα γραφτεί από εδώ και πέρα θα ξεχειλίζει από αδιέξοδη οργή και πίκρα. Τί καινούργιο να πεις σ’ αυτόν που θα χάσει τη δουλειά του, τη σύνταξή του και ίσως και το σπίτι του; Εξυπνάδες του τύπου…εγώ σου τα 'λεγα και εσύ με έγραφες κανονικά; Δεν προσφέρεται η εποχή. Είναι αντιηρωική.

Πες μου κάποιες περιπτώσεις που ξεχωρίζεις από τη σύγχρονη, ακόμα και τη σημερινή ελληνική μουσική σκηνή. Και μπαίνω στον πειρασμό να σε ρωτήσω αν σου αρέσουν δύο επίσης ιδιοσυγκρασιακοί δημιουργοί με τους οποίους έχεις το κοινό στοιχείο τού ότι και οι τρεις «επιμένετε περιφερειακά», ο επίσης Θρακιώτης Αργύρης Μπακιρτζής αλλά και ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου που αρνείται πεισματικά να αφήσει τα αγαπημένα του ορεινά της Λάρισας.

Θα σταθώ σε ένα όνομα, του Γιώργου Ανδρέου. Ολοκληρωμένος μουσικός, που συνδυάζει τη γνώση με την έμπνευση και την ευαισθησία, και... Σερραίος παρακαλώ! Το τονίζω γιατί επιμένω περιφερειακά. Με συγκινούν τα ιδιαίτερα «μουσικά αρώματα» κάθε τόπου όπως η Εστουδιαντίνα του Βόλου, οι Μικρές Περιπλανήσεις των Δωδεκανήσων, η Κρητική «σχολή» (Λουδοβίκος Των Ανωγείων, Χαϊνηδες, Γιάννης Χαρούλης), οι Πατρινοί Raining Pleasure, ο Γιώργος Φραντζολάς και οι αδελφές Ελένη και Σουζάνα Βουγιουκλή από την Ξάνθη, ο Γιώργος Καζαντζής από την Θεσσαλονίκη και, όπως εύστοχα παρατήρησες, ο Θανάσης απ’ τη Λάρισα και ο Αργύρης απ’ την Καβάλα. Όλοι αυτοί αγαπούν, τιμούν και ομορφαίνουν τον τόπο τους.

Και, τέλος, θα υπάρξει συνέχεια μετά από αυτό τον live δίσκο ή θα σε χάσουμε πάλι, κυριολεκτικά χάσουμε όμως, για άλλα τόσα χρόνια;

Ποιος μπορεί να ξέρει
Ο χρόνος τι θα μας φέρει;
Ας αποχαιρετιστούμε με μια ευχή. Να βρεθούμε ξανά...

Θα τη μοιραστούμε αυτή την ευχή, φίλε Θανάση...

-->



Συνέντευξη του Θανάση Γκαϊφύλλια στη Βιβή Ζωγράφου που δημοσιεύτηκε στην Κυριακάτικη Αυγή στις 6/3/2005 με αφορμή την αυτοβιογραφία του Μπομπ Ντύλαν με τίτλο "Η Ζωή μου" που κυκλοφόρησε το 2005 στην Ελλάδα:

-->
Β. Ζ.: -Ο Bob Dylan θεωρήθηκε ο εκφραστής της "οργισμένης" γενιάς του ΄60 στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Θ. Γ.: -Από τη μια το αγαπημένο παιδί του αμερικανικού συστήματος, ο Έλβις, να στρατεύεται με τυμπανοκρουσίες κι από τη Γερμανία (καταραμένη ξενιτιά) να γράφει τραγούδια για τη μαμά, κι από την άλλη, χιλιάδες νέοι, αρνητές στράτευσης, να καίνε δημόσια τις κυβερνητικές προσκλήσεις. Από τη μια χιλιάδες νέοι να δραπετεύουν από τον παράδεισο για να μην πάνε στην κόλαση του Βιετνάμ κι από την άλλη η εθνοφρουρά να μπαίνει στα πανεπιστήμια, π.χ. Κολούμπια, και να κάνει ασκήσεις επί ζωντανών στόχων. Τότε κι ο Dylan έγραφε τραγούδια για τη μαμά του, μόνο που έλεγε..."Όλα εντάξει, μάνα...μόνο που αιμορραγώ".

Β. Ζ.: -Την ίδια στιγμή η νεολαία της Ελλάδας πώς εισπράττει τον Dylan; Συνδέθηκε με πολιτικά αιτήματα της εποχής εκείνης στη χώρα μας;

Θ. Γ.: -Για την Ελλάδα, η δεκαετία του ΄60 ξεκίνησε ελπιδοφόρα με την εκλογή του Κέννεντυ. Το χάρηκαν οι Έλληνες, και στους πάγκους των πανηγυριών, δίπλα στα ζαχαρωμένα μήλα και στις ψεύτικες καρφίτσες, πουλούσαν πολύ όμορφα καδράκια με τη φωτογραφία του Τζων και της Τζάκι, που οι απλοί άνθρωποι τοποθετούσαν στην πιο ακριβή θέση του σπιτιού: στο εικονοστάσι. Για τα καφενεία και τα λεωφορεία υπήρχαν μεγαλύτερα κάδρα. Οι Έλληνες πίστεψαν ότι κάτι θα άλλαζε προς το καλύτερο και, αν μη τι άλλο, πως από δω και πέρα κανείς πρέσβης των ΗΠΑ δεν θα έμπαινε με το σορτσάκι στο γραφείο του πρωθυπουργού μας. Φρούδες ελπίδες...
ΣΙΑ, παλάτι, ΙΔΕΑ, καρφίτσα, αποστάτες να βυσσοδομούν και να στήνουν προβοκάτσιες, τα τρίκυκλα να αλωνίζουν κι ο γέρο - Καραμανλής να απορεί..."Ποιός, επιτέλους, κυβερνάει αυτόν τον τόπο;". Ε, λοιπόν, η γενιά του 114 δε θα μπορούσε ν συνδέσει τους αγώνες και τα όνειρά της με το αμερικάνικο τραγούδι διαμαρτυρίας.
Τα τραγούδια του Dylan και της Baez μπορεί να ακούγονταν με συμπάθεια και συγκίνηση κάποια στιγμή, σαν διάλειμμα, αλλά ως εκεί.
Εμείς ως λαός είχαμε τα δικά μας προβλήματα, αλλά και τους δικούς μας τρόπους έκφρασης. Οι ποιητές, στρατευμένοι και μη, εμψύχωναν το λαό με το λόγο και οι μουσικές (κυρίως του Μίκη) μετατρέπονταν από απλά και όμορφα λαϊκά τραγούδια σε αγωνιστικούς παιάνες.
Αυτός ο λαός στον τομέα της δημιουργίας ήταν αυτάρκης.
Εξάλλου το ροκ ως προϊόν εισαγωγής είχε συνδεθεί στη συνείδηση της πλειοψηφίας με το μήκος της αντιαισθητικής κόμης των Beatles και των Stones και οι νέοι, που γοητευμένοι ακολουθούσαν το παγκόσμιο ρεύμα αποκαλούνταν, από τους κάθε λογής "ορθόδοξους", περιφρονητικά, μαλλιάδες και γεγέδες.


Β. Ζ.: -Πόσο η ελληνική εκδοχή του τραγουδοποιού επηρεάστηκε από τον Dylan;

Θ. Γ.: -Ο πρώτος από τους Έλληνες τραγουδοποιούς που εμβάθυνε στο φαινόμενο Dylan ήταν ο Σαββόπουλος. Οι επιρροές είναι ορατές σε πολλά τραγούδια του και δεν αναφέρομαι σε αυτά που διασκεύασε επισήμως.
Για όσους, λοιπόν, από εμάς έψαχναν να βρουν έναν νέο τρόπο έκφρασης και ήθελαν να ξεφύγουν από τη σιγουριά του...είμαστε δυο, είμαστε τρεις κι από την υπερβολική γλυκύτητα του Νέου Κύματος, ο λόγος και ο τρόπος του Σαββόπουλου ήταν καθοριστικός. Έγινε ο ενδιάμεσος και μπήκε ο Dylan στη ζωή μας. Απ' αυτά τα χρησιδάνεια, υπήρξαν άνθρωποι που ενοχλήθηκαν σφόδρα. Ας αναφέρω ένα μικρό περιστατικό. Αρχές του '71 συζητώ με έναν από τους κορυφαίους Έλληνες συνθέτες (δεν αναφέρω το όνομα, διότι η συζήτηση ήταν ιδιωτική):

-Και ποιος συνθέτης σου αρέσει περισσότερο; με ρωτά, (προφανώς περίμενε να τον αναφέρω πρώτο).

-Ο Σαββόπουλος, του απαντώ αυθόρμητα.

-Ο Σαββόπουλος; Δεν ξέρω κανέναν Σαββόπουλο. Εγώ ξέρω τον Bobby Dylan.

Έμεινα άναυδος. Έχω πολλά να προσάψω στον κύριο Σαββόπουλο για την εν γένει πορεία του, αλλά σε καμία περίπτωση δεν θα τον κατηγορήσω γιατί μέσα από το έργο του μας σύστησε τον κύριο Dylan. Την ίδια εποχή βέβαια και άλλοι μπαλανταδόροι παρουσίαζαν κομμάτια του Dylan, όπως ο Σπύρος με τη Λήδα, οι Διόσκουροι (Βαγγέλης Γερμανός και Βασίλης Ζαρούλιας)και οι αγαπημένοι και αξέχαστοι φίλοι μου Παύλος Σιδηρόπουλος και Παντελής Δεληγιαννίδης. Αλλά την επίσημη αντιπροσωπεία της DylanCorp εν Ελλάδι την είχε ο Σαββόπουλος. Οι επιρροές του Dylan πέρασαν και στη νέα γενιά και τραγουδοποιοί όπως ο Μίλτος Πσχαλίδης κι ο Βασίλης Καζούλης μελέτησαν καλά το έργο του και πήραν πλούσια εφόδια για το δρόμο τους. Κάποια στιγμή, αυτά τα νέα παιδιά συναντήθηκαν επί σκηνής με τον Βαγγέλη Γερμανό και παρουσίασαν ένα υπέροχο πρόγραμμα στο ΜΕΤΡΟ. Κρίμα που το εγχείρημα δεν είχε συνέχεια. Θα τους πρότεινα στο μέλλον να συμπράξουν και πάλι, παρουσιάζοντας αποκλειστικά τραγούδια του Dylan. Είναι οι πλέον κατάλληλοι.


Β. Ζ.: -Εκτός από το μουσικό του έργο, εσείς οι νέοι της εποχής εκείνης εκτιμήσατε εξίσου και την προσωπική στάση του Dylan, ως δημόσιο πρόσωπο αλλά και στην ιδιωτική του ζωή. Αυτά τα δύο τα θεωρούσατε άρρηκτα και δεμένα.

Θ. Γ.: -Ο Dylan δικαίως χαρακτηρίστηκε ως ο καλύτερος συνεχιστής της μεγάλης του Woody Guthry σχολής. Αυτό όμως αφορούσε το μεγάλο ποιητικό και μουσικό ταλέντο του. Και μόνον. Ως άτομο, με την αμφιλεγόμενη στάση του σε σημαντικές στιγμές, δημιούργησε ερωτηματικά και στοίχειωσε τη ζωή πολλών ανθρώπων που τον ήθελαν έτσι όπως τον γνώρισαν: αρνητή και όχι προσκυνητή. Να φοράει μπλουτζήν και μπότες και να πατάει σταθερά πάνω στη σκηνή των αντιπολεμικών φεστιβάλ κι όχι ντυμένο με φανταιζί κοστούμι, σα μέλος πλανόδιου τσίρκου, να τρεκλίζει ανεβαίνοντας τα σκαλοπάτια για να φιλήσει το χέρι του Πάπα. Και δεν είναι ότι φταίνε αυτοί που δε μεγάλωσαν.
Φταίει που κάποια στιγμή πίστεψαν πώς μοιράστηκαν το ίδιο όνειρο.
Φταίει που, οι ίδιες αιτίες που τους έκαναν τότε να θυμώσουν και να ενώσουν τις φωνές τους, υπάρχουν και σήμερα. Και πολύ χειρότερες μάλιστα.
Φταίει που η ζωή μας γέμισε με απάτες κι αυταπάτες.
Και τέλος, άλλη μια εξαιρετική παλιά συνέντευξη του Θανάση Γκαϊφύλλια: 
http://www.servitoros.gr/education/view.php/24/450/
Η παραπάνω συνέντευξη δημοσιεύτηκε στο 9ο τεύχος του μαθητικού περιοδικού "Παρρησία" το 2003.
Φωτογραφίες από δημοσιεύματα του τύπου και το προσωπικό αρχείο του τραγουδοποιού.